Χαμένη μας πατρίδα είναι η Οθωμανική Αυτοκρατορία

του Άκη Γαβριηλίδη

Πρόσφατα παρακολούθησα την ταινία του Ηλία Δημητρίου «Γράμματα χωρίς παραλήπτη», μια παραγωγή τού ΕΛΙΑ βασισμένη στο βιβλίο της Αγάπης Μολυβιάτη-Βενέζη «Το Χρονικό των Δέκα Ημερών». Η ταινία (και το βιβλίο) διηγείται τη συγκινητική ιστορία του Κεμαλεττίν, ενός νεαρού Τούρκου στρατιώτη αγνώστων λοιπών στοιχείων, ο οποίος, τις άγριες μέρες του Αυγούστου και του Σεπτεμβρίου τού 22, πήρε τη νεαρή τότε Αγάπη υπό την προστασία του, αφού την μεταβάφτισε σε «Ζεχρά» από το όνομα της μικρότερης αδελφής του η οποία είχε σκοτωθεί από Έλληνες στρατιώτες, και προσπάθησε –χωρίς επιτυχία τελικά- να την βοηθήσει να απεγκλωβίσει τον αδελφό της Ηλία από τα «Τάγματα Εργασίας».

Στην ταινία εμφανίζονται διάφοροι που έχουν άλλοι πιο άμεση-βιωματική και άλλοι πιο έμμεση εμπλοκή με την ιστορία, οι οποίοι φυσικά μιλούν όλοι με τα καλύτερα λόγια για αυτή την οιονεί αδελφική «αγάπη δι’ αντιπροσώπου» που αναπτύχθηκε μεταξύ των δύο αυτών νέων και εξαίρουν πόσο οι «απλοί άνθρωποι» καμιά φορά «υπερβαίνουν» τις αντιπαλότητες και τις περιχαρακώσεις των επίσημων κρατικών πολιτικών.

Ακούγοντας όμως αυτούς τους επαίνους, κάτι δεν μου στεκόταν καλά. Ακολούθησα λίγο αυτή τη δυσφορία, αυτή την αίσθηση αναντιστοιχίας, και με έβγαλε στο εξής συμπέρασμα: ότι οι λόγοι αυτοί, ακόμη και όταν εκφράζουν διάθεση συνεννόησης και επικοινωνίας μεταξύ των λαών, (ίσως ιδίως τότε), γενικά όλοι οι σημερινοί μας λόγοι γύρω από τη Μικρασιατική Καταστροφή, είναι ανεπανόρθωτα καθορισμένοι από την οπτική του έθνους κράτους ως αναπόφευκτου και μοναδικού ορίζοντα της πολιτικής και της ύπαρξης αυτών των λαών, την οποία επεκτείνουν και αναδρομικά προς το παρελθόν.

Η επέκταση αυτή διενεργεί μία βία επί της πραγματικής εμπειρίας αυτών των «απλών ανθρώπων», την βάζει σε ένα κρεβάτι του Προκρούστη, την ανακωδικοποιεί έτσι ώστε να εμφανίζει, κατά κυκλικό τρόπο, μονόδρομο –αν όχι και σωτηρία- την επικράτηση του έθνους κράτους και της λογικής του.

Για παράδειγμα: μεταξύ άλλων, στο ντοκυμανταίρ μιλά ο διπλωμάτης Πέτρος Μολυβιάτης, γιος της Αγάπης, ο οποίος, για το θέμα της Συνθήκης της Λωζάννης, παραδέχεται σε πρώτο χρόνο ότι αυτή ήταν αναπόφευκτη με βάση τους συσχετισμούς και τις ισορροπίες δυνάμεων της εποχής, αλλά –προσθέτει- «δεν παύει να σημαίνει ότι ήταν και το τέλος ενός ελληνισμού που υπήρχε για χιλιάδες χρόνια».

Ως επίσης απόγονος Ρωμιών της Μικράς Ασίας, έχω την αίσθηση ότι το τραύμα των δικών μας δεν πήγαζε καθόλου από το τέλος κανενός «ελληνισμού που υπήρχε για χιλιάδες χρόνια». Για κάποιον που ξεριζώνεται στη διάρκεια της ζωής του, αυτό που έχει σημασία είναι τα πέντε, δέκα, είκοσι χρόνια που έχει ζήσει ο ίδιος στο συγκεκριμένο τόπο –πόλη ή χωριό- που έμαθε ως πατρίδα του και ξαφνικά πρέπει να τον ξεμάθει και να τον ξεγράψει, και όχι οι αιώνες και οι χιλιετίες κατά τις οποίες κάποιο φαντασιακό, εκ των υστέρων κατασκευασμένο υποκείμενο υποτίθεται ότι έζησε σε μία φαντασιακή, εκ των υστέρων κατασκευασμένη γεωγραφική ενότητα.

Ο καημός για τον «ελληνισμό της Μικράς Ασίας» (ή/ και του Πόντου) που «χάθηκε» είναι καημός του έθνους κράτους (με την υποκειμενική έννοια της γενικής). Δεν ήταν ο καημός των πραγματικών ανθρώπων που ξεριζώθηκαν.

Η δική μου γιαγιά δεν ήταν «ο ελληνισμός». Ήταν η κυρία Ελπινίκη. Και δεν ξεριζώθηκε από την «Μικρά Ασία». Ξεριζώθηκε από τη Μερσίνα.

Από αυτή την άποψη, μου φαίνεται αρκετά συζητήσιμη και αξιοπερίεργη μία κουβέντα της Άννας Βενέζη-Κοσμετάτου, η οποία, μιλώντας επίσης στην ταινία, δηλώνει απερίφραστα: «ο πατέρας μου πίστευε ακράδαντα ότι η ανταλλαγή πληθυσμών ήταν το πράγμα που μας έσωσε από την τύχη της Κύπρου ας πούμε».

Δεν γίνεται σαφές πότε ακριβώς διατυπώθηκε η πεποίθηση αυτή (terminus ante quem πάντως είναι το 1973, διότι τότε πέθανε ο Ηλίας Βενέζης). Ακούγοντας όμως σήμερα, το 2018, τη δήλωση αυτή, προσωπικά αναπήδησα, και αμέσως αυθόρμητα αναρωτήθηκα: δηλαδή ποια είναι αυτή η «τύχη της Κύπρου»; είναι πραγματικά τόσο δυσοίωνη ώστε να χρειάζεται να «σωθούμε» απ’ αυτή;

Στην Κύπρο, όλα αυτά τα χρόνια, υπήρξαν αναμφίβολα σφαγές και δολοφονίες, διακοινοτικές και ενδοκοινοτικές. Υπήρξαν εκτοπισμοί, προσφυγιές, πραξικοπήματα, εισβολές, και ένα άτυπο-ακήρυκτο απαρτχάιντ από το 1974 (για ορισμένους και από παλιότερα) μέχρι το 2003· ακριβώς, όμως, αυτό το απαρτχάιντ ανατράπηκε στην πράξη από μια μαζική και ειρηνική λαϊκή –ή, ακριβέστερα, πληθυντική: multitudinaire- κινητοποίηση. Επίσης υπήρξαν, και υπάρχουν, στο πολιτικό επίπεδο, ψέματα, αποσιωπήσεις, σκελετοί στα ντουλάπια, υποκρισία που διαιωνίζεται, περίπου στον ίδιο βαθμό με οποιαδήποτε άλλη χώρα –ή ίσως εδώ σε λίγο μεγαλύτερο. Παρόλα αυτά, έστω με αυτό το κόστος (που πάντως δε συγκρίνεται με την καταστροφή της Σμύρνης, με τις απώλειες στρατιωτών και αμάχων το διάστημα 19-22 και με τον ξεριζωμό κοντά 2 εκατομμυρίων ανθρώπων), η Κύπρος, σήμερα, είναι ένα μέρος όπου «το θαύμα ακόμη λειτουργεί», όπως είχε πει ο Σεφέρης, αλλά με μια έννοια αρκετά διαφορετική απ’ ό,τι εννοούσε εκείνος: στην Κύπρο, η συνύπαρξη μεταξύ πληθυσμών εθνοτικά ελληνικής και τουρκικής καταγωγής, (ενδεχομένως και άλλων), παραμένει ακόμα σήμερα ένα υπαρκτό πολιτικό πρότζεκτ, παρόν στην ημερήσια διάταξη, ένα αίτημα και ένας στόχος που μπορεί να παράγει μαζικές κοινωνικές κινητοποιήσεις, και ως ένα βαθμό μια πραγματικότητα.

Θα ισχυριστώ λοιπόν δύο πράγματα: το πρώτο είναι ότι οι χαμένες πατρίδες τις οποίες πενθούσαν οι δικοί μας ήταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Όχι βέβαια η κρατική μορφή· όχι ο Σουλτάνος. Ακριβώς αντίστροφα: το γεγονός ότι ο Σουλτάνος, εκτός απροόπτων συνθηκών, ήταν ως επί το πλείστον απών από την καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Εφόσον αυτοί του κατέβαλλαν τους φόρους, δεν ασχολιόταν με το τι πιστεύουν, τι διαβάζουν, τι (αν) γράφουν, ποια γλώσσα μιλάνε. Γι’ αυτό και οι άνθρωποι συνήθως μιλούσαν, ή τουλάχιστον καταλάβαιναν, περισσότερες από μία γλώσσες. Γι’ αυτό η Αγάπη/ Ζεχρά μπόρεσε να καταλάβει τον Κεμαλεττίν όταν την ρώτησε hastamısın? και να μεταγράψει τα λεγόμενά του μισό αιώνα αργότερα στην αφήγησή της.

Και το δεύτερο είναι ότι η Κύπρος είναι ένας τόπος όπου η «Οθωμανική Αυτοκρατορία», με την έννοια που εξήγησα παραπάνω, ακόμα λειτουργεί. Ένας τόπος που δεν έχει ολοκληρωτικά υπαχθεί στη μονοκαλλιέργεια, τον αυτισμό και τη δολοφονική λογική του έθνους κράτους.

Δεν αποκλείεται μάλιστα και ο Σεφέρης αυτό ακριβώς να εννοούσε, χωρίς να το συνειδητοποιεί ούτε ο ίδιος. Αυτό όμως επιφυλάσσομαι να το αναπτύξω εκτενέστερα αλλού.



via https://ift.tt/2J9Snq1

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.