Νταλκάς

Σύμφωνα με το ανέκδοτο, όταν ρωτάνε, ας πούμε στα διάφορα τηλεοπτικά παιχνίδια ή στα καλλιστεία «Ποιο είναι το χειρότερο ελάττωμά σου», οι περισσότερες απαντήσεις των διαγωνιζόμενων αναφέρουν διάφορα «τιμητικά» δήθεν ελαττώματα, όπως «είμαι τελειομανής», «δεν ανέχομαι την υποκρισία», «δείχνω υπερβολική εμπιστοσύνη στους ανθρώπους».

Πάντως, αν εμένα με ρωτήσετε ποιο είναι το μεγάλο μου ελάττωμα ως γραφιά, θα παραδεχτώ ευθαρσώς πως είμαι φλύαρος. Αυτό φαίνεται και από τα αρθρα του ιστολογίου τα οποία, φέτος, με πληροφορεί η WordPress, έχουν κατά μέσον όρο 1869 λέξεις το καθένα -αν και βέβαια εδώ κλέβω αφού πολλές από τις λέξεις αυτές είναι παραθέματα από κείμενα άλλων (καλά το έλεγε ο Κομφούκιος πως από τότε που βγήκε η κοπυπάστη χάθηκε το φιλότιμο).

Όπως λέω πότε-πότε, τα ηλεδάση του Καναδά είναι ανεξάντλητα, εννοώντας ότι στο Διαδικτυο, ιδιως αν η σελίδα ειναι δική σου, μπορείς να γράψεις οσο βαστάει η καρδιά σου -και η υπομονή των αναγνωστών σου βέβαια- όσο κι αν αυτό φαίνεται να έρχεται σε αντίθεση με το άλλο αξίωμα, ότι το Διαδίκτυο δεν θέλει εκτενή άρθρα αλλά τηλεγραφικά.

Από την άλλη, όταν γράφω σε εφημερίδα ή σε άλλο έντυπο, ο χώρος είναι περιορισμενος, κάποτε αδήριτα. Τα μηνιαία άρθρα μου στην Αυγή έχουν υποχρεωτικά έκταση 600-800 λέξεις -και συνήθως ακουμπάνε στο επάνω όριο και πολύ συχνά πρέπει να διαλέξω, να βγαλω αυτό για να βάλω εκείνο το στοιχείο. Στις αναδημοσιευσεις που κάνω εδώ στο ιστολόγιο, κάποτε προσθέτω επιπλέον πραγματα που δεν χώρεσαν στο έντυπο.

Αλλά οι περιορισμοί έχουν και τη χάρη τους. Όταν έγραφα τις Λέξεις που χάνονται, είχαμε αποφασίσει με τον εκδότη το κάθε λήμμα να μην ξεπερνάει τις 200 λέξεις. Μετά αποφάσισα και οργανωσα όλα τα λήμματα ώστε να έχουν τρεις παραγράφους το καθένα και τολμω να πω ότι το τελικό αποτέλεσμα μου αρέσει αρκετά, όσο κι αν, εξαιτίας του ορίου των 200 λέξεων, σε πολλα λήμματα ηταν δύσκολο να διαλέξω τι θα αφήσω έξω.

Ο φλύαρος αυτός πρόλογος γίνεται για να σας πω ότι πριν απο καμιά δεκαπενταριά μέρες μού ζήτησαν να γράψω ένα μικρό σημείωμα για το ένθετο περιοδικό της εφημεριδας Ντοκουμέντο, που επρόκειτο να έχει αφιέρωμα για τον νταλκά. Περιέργως δεν είχαμε γράψει κάτι στο ιστολόγιο για το θέμα. Είπα λοιπόν ότι θα γράψω ένα κειμενάκι γύρω στις 250 λέξεις και έτσι έγινε και δημοσιεύτηκε στο φύλλο της περασμένης Κυριακής (δηλαδή πριν απο 8 μέρες, διότι δεν είμαστε Γαλλοι να λέμε le dimanche passé σήμερα Δευτέρα και να εννοούμε χτες. Και οι Άγγλοι θαρρω έτσι το λένε, ίσως αξίζει άρθρο).

Τα κείμενά μου συνήθως τα αναδημοσιεύω και στο ιστολόγιο, ιδίως όταν δεν υπάρχουν ονλάιν. Αλλά βρέθηκα σε διλημμα; Να αναδημοσιεύσω 265 λέξεις ξερές και ρέκαλες; Θα προξενούσε αλγεινήν εντύπωσιν στο αναγνωστικό κοινό του ιστολογίου. Από την άλλη, αν πρόσθετα πολύ επιπλέον υλικό, θα χαλούσε η ισορροπία του κειμένου. Οποτε αποφάσισα μια σολομώντεια λύση, να δημοσιεύσω το άρθρο μου όπως το έδωσα στην εφημερίδα  και ύστερα να προσθέσω μερικά λινκ, κάποια πράγματα για την ιστορια της λέξης και κάτι ενδιαφέρον, που το έμαθα μετά.

Λεξιλογώντας για τον νταλκά

Σύμφωνα με το λεξικό, νταλκάς είναι η μεγάλη, δυνατή επιθυμία, συνήθως ερωτική και συχνά ανεκπλήρωτη. Ο νταλκάς ή νταλγκάς είναι μία από τις πολλές τουρκικής προέλευσης λέξεις που δηλώνουν ψυχικό πάθος, κυρίως ερωτικό· μετρήστε: μεράκι, σεβντάς, σεκλέτι, ντέρτι, νταλκάς, μαράζι, όλες λέξεις βαριές, πρώτης γραμμής· από τις αυτόχθονες, μονάχα ο καημός στέκει ισάξια πλάι τους κι ο πόθος λίγο παρακάτω.

Νταλκάς, σεβντάς, και ντέρτι και σεκλέτι
– α, γλώσσα ωραία, πλούσια η ελληνική.

γράφει ο Παντελής Μπουκάλας στο ποίημά του «Νταλκάς»

Ο νταλκάς μπήκε ορμητικά στο λεξιλόγιό μας με τα ρεμπέτικα. Έχω σεβντά έχω νταλκά, έχω για σένα πόνο τραγουδούσε ο Κερομύτης το άφθαστο προπολεμικό τραγούδι του Τσιτσάνη, αλλά οι ρεμπέτες τον ζούσαν κιόλας τον νταλκά: δεν μου είχε φύγει τελείως ο νταλκάς, αν κι επέρασε ένας χρόνος, θυμάται στην Αυτοβιογραφία του ο Μάρκος για τη γυναίκα του που τον εγκατέλειψε.

Ο νταλκάς είναι πόθος συνήθως ερωτικός, αλλά όχι πάντα. «Πατρίδα μου καπρίτσο και νταλκά» έγραψε ο ποιητής Θωμάς Γκόρπας για την ιδιαίτερη πατρίδα του, το Μεσολόγγι, ενώ ο ρεμπέτης Γιάννης Παπαϊωάννου εξομολογήθηκε πως «είναι μεγάλος νταλκάς αυτό το παλιόξυλο» -το μπουζούκι φυσικά εννοώντας.

Είπαμε πως είναι δάνειο: προέρχεται από το τουρκικό dalga, που θα πει «κύμα, ρεύμα», αλλά στην τουρκική αργκό έχει πάρει ποικίλες σημασίες, ανάμεσα στις οποίες και η δόση του ναρκωτικού και το περαστικό ερωτοχτύπημα. Πάντως, ο μεγάλος μικρασιάτης συνθέτης και τραγουδιστής Αντώνης Διαμαντίδης, που έγινε διάσημος με το παρατσούκλι του, Νταλγκάς, ονομάστηκε έτσι από την κυματιστή φωνή του. Είτε ετυμολογικά σωστό είτε όχι, μπορούμε να σκεφτούμε τον νταλκά σαν ένα κύμα εσωτερικό, που φέρνει τρικυμία στην καρδιά...

Να ακούσουμε και έναν αμανέ, είδος στο οποίο διέπρεψε ο Νταλγκάς, για να εκτιμήσουμε τους κυματισμούς της φωνής του:

Νταλγκάς ή νταλκάς; Φυσικά και οι δυο τύποι υπάρχουν και είναι αποδεκτοί, δεν έχει νόημα να πούμε ότι ο ένας είναι «σωστός» και ο άλλος όχι. Ο τύπος «νταλγκάς» είναι πιο κοντά στο τουρκικό, ο «νταλκάς» πιο κοντά στα συμφωνικά συμπλέγματα της ελληνικής όπου το «λg» είναι μάλλον ασυνήθιστο -οι αρχαιοι βέβαια είχαν το άλγος, που το πρόφερναν λγκ κι αν πορτοκαλίσουμε μπορεί να παράξουμε και τον νταλγκά από το άλγος.

Κύμα λοιπόν το τουρκικό dalga, κύμα της θάλασσας αλλά και της φυσικής. Αν δεν κάνω λάθος, ο φούρνος μικροκυμάτων λέγεται στα τουρκικά mikrodalga fιrin. Είπαμε ομως, στην αργκό η λέξη έχει πάμπολλες σημασίες, ανάμεσά τους και άσεμνες.

Ωστόσο, κατι που δεν γράφω στο άρθρο διότι τα περισσότερα τα βρήκα αφού το είχα γράψει, είναι πως η λέξη dalga έχει μια πολύ συγκεκριμένη σημασία που από αυτήν πρεπει να γεννήθηκε η ελληνική σημασία.

Στην αργκό των χασισοποτών, dalga είναι όχι μονο και όχι κυρίως  η δόση του ναρκωτικού, αλλά η μέθη που φέρνει το ναρκωτικό, το «ταξίδι» που στέλνει τον χασισοπότη. Νομίζω πως στη σύγχρονη ελληνική αργκό το αντίστοιχο του dalga είναι το φλας/φλασάκι. Dalga όμως είναι και το «ταξίδι» που κάνει το μυαλό του χασισοπότη την ώρα που βρίσκεται υπο την επήρεια.

Ο φίλος μας ο Δύτης μού εκανε λόγο για ένα βιβλίο, το Ersakesler (=χασισοπότες). Τα στοιχεία του: Süha Ünsal (επιμ.), Muallim Şövalye Hasan Bahri: Esrarkeşler, Άγκυρα: Kebikeç Yayınları 1997.

Εκει υπάρχει ειδική αναφορά στον νταλκά (πρόχειρη προφορική μετάφραση του Δύτη): Σκοπός του χασισοπότη ειναι να πέσει σε νταλκά. … Νταλκάς είναι οταν η σκέψη βυθίζεται σε έναν ωκεανό χωρίς όρια. … Το σώμα του χασισοπότη πέφτει αμέσως σε νωθρότητα. Δεν θέλει να πει ούτε λέξη. Ακόμα κι όταν έχει αρχίσει να λέει κάτι, το σταματάει και δεν θέλει να το τελειώσει.

Τι σας θύμισαν αυτά τα λόγια; Μα φυσικά τον Μάρκο.

Ώρες με θρέφει ο λουλάς κι ώρες αδυνατάω
ώρες με ρίχνει σε νταλκά κι ανθρώπου δεν μιλάω.

Εδώ ο νταλκάς βρίσκεται ακόμα πολύ κοντύτερα στην τουρκική σημασία του dalga παρά στη μετέπειτα ελληνική (έντονη επιθυμία).

Από πότε νταλκαδιάζουμε; Εννοώ, από πότε μπήκε ο νταλκάς ως λέξη στην ελληνική γλώσσα; Δεν το έχω ερευνήσει με ακρίβεια, αλλά η πρωτη μου εντυπωση ειναι πως η λέξη δεν υπήρχε στον ελλαδικό χώρο πριν απο το 1922. Δυστυχώς λείπει και ο φίλος μας το Σπαθόλουρο, που θα μπορούσε ίσως να μας δώσει (πολύ) περισσότερα στοιχεία.

Θα μπορουσε επίσης η λέξη να έχει μπει στη γλώσσα από δυο κανάλια, ένα υπόγειο με τη σημασια τη χασικλίδικη κι ένα εμφανές, με τη σημασία του εσωτερικου πόνου, της έντονης επιθυμίας.

Κι ένας νταλκάς κινηματογραφικός για το τέλος. Από την ταινία Η αρχόντισσα και ο αλήτης, του 1968, το (κάποτε) εθνικό μας ντουέτο, Βουγιουκλάκη και Παπαμιχαήλ, χορεύουν και τραγουδούν το χασάπικο «Η αγάπη θέλει δύο», του Νίκου Μαμαγκάκη σε στίχους Ντίνου Δημόπουλου, όπου «νταλκάς βαρύς με βάρεσε, ένα κορίτσι μ’ άρεσε».



via http://ift.tt/2FGIxJZ

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.