Ο πανδοχέας και ο Χάρος (μεσαιωνική διήγηση)

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα σύντομο μεσαιωνικό κείμενο, ένα πεζό κείμενο γραμμένο γύρω στα 1600 από ανώνυμο συγγραφέα, σε κάποια από τις βενετοκρατούμενες περιοχές του ελληνόφωνου χώρου.  Ταυτόχρονα, θα σας ανακοινώσω, αν δεν την ξέρατε, μια πολύ ευχαριστη είδηση για μας τους κυβερνοπόντικες.

Και ξεκινάω από την ευχαριστη είδηση. Πριν από μερικές μέρες, το Κέντρο Ελληνικης Γλώσσας έθεσε σε λειτουργία τον ιστότοπο «Δημώδης Γραμματεία» στον οποίο περιλαμβανονται, σχολιασμένα, τα σημαντικότερα έργα της μεσαιωνικής ελληνικής γραμματείας (ή ίσως όλα) από τον Διγενή Ακρίτη ως την πτώση του Χάντακα το 1669.

(c) Salisbury & South Wiltshire Museum; Supplied by The Public Catalogue Foundation

Πρόκειται για έναν θησαυρό με έργα που είναι πολύ σημαντικά, αν όχι όλα για τη λογοτεχνική τους αξία πάντως για την ιστορία της ελληνικής γλώσσας: από τον Ιμπέριο και Μαργαρώνα και τον Λίβιστρο και Ροδάμνη έως τον Ερωτόκριτο και την Ερωφίλη, περνώντας από την Παιδιόφραστο διήγηση των τετραπόδων ζώων, τον Πωρικολόγο, τον Σπανό ή τον Πτωχοπρόδρομο.

Ομολογώ πως πολύ πρόσφατα το έμαθα το νέο κι έτσι δεν εχω προφτάσει να περιηγηθώ στον πλουσιότατο ιστότοπο (για να γκρινιάξω στα επουσιώδη, νομίζω πως το παραφόρτωμα με εικόνες κτλ. δυσκολευει την περιήγηση). Κι έτσι, δεν έχω ελέγξει αν τα εκτενή έργα σαν κι αυτά που προανέφερα περιλαμβανονται ολόκληρα (το πιθανότερο) ή σε αποσπάσματα.

Πάντως, για κάθε κείμενο έχει γίνει πολλή δουλειά, με εισαγωγές και γλωσσικές-πραγματολογικές σημειώσεις, αντλημένες απο τους θησαυρούς των έντυπων εκδόσεων του Κέντρου. Αξίζει να περιπλανηθείτε στον ιστότοπο.

Σαν πρόγευση θα παρουσιάσω ίσως το μικρότερο από τα κείμενα του ιστότοπου. Πράγματι, αν δείτε τον κατάλογο των κειμένων, στον τιτλο Λαϊκές αφηγήσεις αντιστοιχούν δύο πολύ σύντομες ιστορίες, από τις οποίες θα σας παρουσιάσω τη μεγαλύτερη, τη δεύτερη. (Την πρώτη που είναι και «άσεμνη» ίσως τη δούμε άλλη φορά γιατί θέλω να τη συσχετίσω με άλλα κείμενα).

Παραθέτω από την εισαγωγή:

Με τον τίτλο «Λαϊκές αφηγήσεις» αναφερόμαστε συμβατικά σε δύο σύντομα πεζά κείμενα που εντοπίστηκαν στον πολύ σημαντικό για τα έμμετρα έργα του (π.χ. Ερωτικόν ενύπνιον και Ιστορία και όνειρο του Φαλιέρου, Διήγησις Βελισαρίου κ.ά.) κώδικα Neap. gr. III B 27 (= Ν). Τα κείμενα παραδίδονται ανώνυμα και άτιτλα, και γλωσσικά παρουσιάζουν κάποια κρητικά ιδιωματικά στοιχεία, ωστόσο γενικά παραπέμπουν στον ευρύτερο βενετοκρατούμενο/δυτικοκρατούμενο χώρο (Κεχαγιόγλου 2001, 212), ενώ, σύμφωνα με μία άλλη –τοπικά περισσότερο εστιασμένη– άποψη, είναι γραμμένα στο ιδίωμα που μιλούσαν κατά τον 16ο-17ο αιώνα στην Πελοπόννησο, δηλαδή στη νότια Ελλάδα και στα γύρω νησιά (di Benedetto Zimbone 1988, 153-154), που πάλι τα τοποθετεί σε μια επικράτεια με ισχυρές βενετικές/φράγκικες επιρροές. Όπως υποστηρίζει η Anna di Benedetto Zimbone (1988, 152), η οποία τα μελέτησε και τα εξέδωσε, με βάση παλαιογραφικές ενδείξεις του κώδικα στον οποίο σώζονται, τα κείμενα πρέπει να χρονολογηθούν ανάμεσα στο δεύτερο μισό του 16ου και στις αρχές του 17ου αιώνα (πρβλ. Κεχαγιόγλου 2001, 213, όπου πριμοδοτείται το τελευταίο τέταρτο του 16ου αι.). Η κατά προσέγγιση χρονολόγηση –χαρακτηριστικό των περισσότερων έργων της πρώιμης νεοελληνικής γραμματείας– οφείλεται στο γεγονός ότι οι «Λαϊκές αφηγήσεις» προστέθηκαν εκ των υστέρων στον ήδη καταρτισμένο σε ενιαίο σώμα σύμμεικτο κώδικα (di Benedetto Zimbone 1988, 152-153).

Φαίνεται ότι τα δύο κείμενα ανήκουν στην παράδοση των προφορικών «νοβελιστικών» (δηλαδή περιπετειωδών) λαϊκών ιστοριών και ανεκδότων, κοσμικού ή θρησκευτικού περιεχομένου, τα οποία σε κάποια στιγμή της διάδοσής τους από στόμα σε στόμα καταγράφονταν, όπως συνέβαινε και με τα δημοτικά τραγούδια, σε άδεια φύλλα ή κενά περιθώρια σύμμεικτων χειρογράφων της μεταβυζαντινής περιόδου (Κεχαγιόγλου 2001, 213). (…)

Το εκτενέστερο δεύτερο, περισσότερο χιουμοριστικό και καθόλου προκλητικό, αφηγείται με κέφι την ιστορία ενός παμπόνηρου αλλά καλοπροαίρετου πανδοχέα, ο οποίος κατορθώνει να ξεγελάσει τον Χάρο που έχει έρθει να τον πάρει, γλιτώνοντας εντέλει τη ζωή του. Πρόκειται για μια αρκετά διαδεδομένη λαϊκή ιστορία που μπορεί να αναχθεί στον διεθνή παραμυθικό τύπο AaTh 330 (Κεχαγιόγλου 2001, 213) και παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες με ένα πλήθος δυτικών διασκευών πάνω σε συγκεκριμένα μοτίβα, ώστε η ανίχνευση ενός πιθανού βασικού κειμένου-πηγής, όπως στην πρώτη περίπτωση, να είναι ιδιαίτερα περίπλοκη και ριψοκίνδυνη (βλ. σχετικά di Benedetto Zimbone 1988, 161-170).

Οι δύο ιστορίες πρωτοεκδόθηκαν από την ιταλίδα νεοελληνίστρια Anna di Benedetto Zimbone μόλις στα 1988 και παρατίθενται εδώ σύμφωνα με τη δική της έκδοση. Επίσης, βάσει της έκδοσης αυτής περιλαμβάνονται στον πρώτο τόμο της Πεζογραφικής ανθολογίας του καθηγητή Γιώργου Κεχαγιόγλου (2001), εκσυγχρονισμένες τονικά και ορθογραφικά, με τον συμβατικό υπέρτιτλο «Δημώδεις παραδόσεις και ανέκδοτα» και ξεχωριστούς, επίσης συμβατικούς, τίτλους, παρόμοιους με εκείνους της ιταλικής έκδοσης, για κάθε ιστορία – «Το παιδί και η μητριά» και «Ο όστος [= πανδοχέας], η απιδέα και ο Χάρος» αντίστοιχα.

Περιέργως, το κείμενο παραδίδεται σε πολυτονικό, κάτι πολύ παράδοξο για έναν γλωσσικά προοδευτικό φορέα όπως το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας -που έχει εκδώσει πολλά πρώιμα έργα σε μονοτονικό. Εδώ το μονοτόνισα. Με αστερίσκο, οι λέξεις που εξηγουνται στο τέλος, αλλά για να μη δυσκολευτείτε στην παρακολούθηση να πούμε απο τώρα πως οσταρία, οσταρίο είναι το πανδοχείο και όστος ο πανδοχέας -φυσικά βενετικό δάνειο.

 

Ο ΠΑΝΔΟΧΕΑΣ ΚΑΙ Ο ΧΑΡΟΣ

Ήτον ένας όστος* κι είχε οσταρία* . Έτσι επήγε ο Χριστός με τους Αποστόλους του εις τ’ οσταρίο αυτό κι ηθέλησε να κάμει κελάτσιο* με τους μαθητάδες του. Απήτις έκαμε το κελάτσιο ηθέλησα να πληρώσου. Λοιπόν ο όστος δεν ηθέλησε να πληρωθεί. “ Άμε !”, είπε. “Πως έχω τάξη πάσα ημέρα εκείνοι που πρωτοφάγουν εις τ’ οσταρίο μου να πηγαίνουν απλήρωτοι, λοιπό κι εις εσάς δε θέλω τίποτα· μόνο, σύρε πηγαίνετε.”
Εβλέποντας οι μαθητάδες του Χριστού τη καλήν αρετή οπού εκράτειε ο όστος ετούτος, είπαν του· “Ζήτησε τίποτα χάρη από το Χριστόν, ότι αυτός, είτι* του ζητήσεις, δύνεται να σ’ το κάμει”.
Έτσι εζήτησε του Χριστού, σαν εγροίκησε ότι έχει τη χάρην αυτή.
Λέγει του κι o Χριστός·
“Ζήτησε είτι θέλεις, δια τη καλή σου αρετή να το ‘χεις”.
Λέγει· “Δε θέλω άλλη χάρη από σένα, μόνο την απιδέαν* ετούτη, που έχω εδεπά στ’ οσταρίο, ποτέ μου απίδι δεν έφαγα οξ* αυτή, μόνο πάσα χρόνοι μου τα κλέφτουν όλα και μου τα τρώγουν”.
Έτσι όρισε ο Χριστός ότι, είτις ηθελε ανέβει εις αυτήν την απιδέα να πάρει απίδια, να μην μπορεί να κατέβει ποτέ του, α* δεν ήθελε έλθει ο όστος να του πει: κατέβα. Έτσι του εχάρισε κι άλλη μία χάρη, ότι, όταν θελήσει ο Χάρος να πάρει την ψυχή του, να μην μπορεί να του την πάρει, α δεν του το ειπεί.
Έτσι μία βολά* επήγαινε καβελάρης ο όστος εισέ στράτα· λοιπόν, εκεί τον απάντησε ο Χάρος και λέγει του·
“Πού πάγεις, όστο; Εγώ ερχόμουν δια να σου πω να ’ρδινιαστείς*, ότι ήρθε καιρός να σε πάρω. Λοιπόν, άμα σε απάντησα εδώ, κάνει χρεία* να σε πάρω.”.
Ο όστος τού λέγει·
“Παρεκαλώ σε, Χάρο, κάμε μου μία χάρη: έλα να πάμε εις το σπίτι μου, να σταθείς να ’ρδινιάσω τα παιδιά μου, το σπίτι μου, καταπώς έναι η τάξη, κι απ’ εκεί με έπαρε.”
Έτσι άκουσέ τον ο Χάρος κι εκίνησε κι ήλθε με δαύτον. Όταν ήλθε εις το σπίτι του, ήγουν εις τ’ οσταρίο, λέγει της γυναικός του και των παιδιώ του·

“Ορδινιάσετε όξω στην αυλή, στρώσετε τάβλα* απουκάτου εις την απιδέα, να φάω, να πιώ με το Χάροντα, ν’αυχηθώ τὰ παιδιά μου και να τους μερίσω* και τα ρούχα μου.”
Εν τω άμα η γυναίκα του και τα παιδιά του έδραμαν* κι έκαμαν ως καθώς τους είπε. Λοιπόν εκάθισε με τον Χάρον απουκάτου εις την απιδέα κι έτρωγαν κι έπιναν κι εχαίρετον ο Χάρος με δαύτον, πως έστεκε να πάρει την ψυχή του. Λοιπόν, τρώγοντας, λέγει του ο οστος·
“Έβλεπε την απιδέαν ετούτην: τέτοια όμορφα απίδια κάνει, ότι ο Χριστὸς ήλθε με τους μαθητάδες του κι έφαγε οξ αυτά. Λοιπόν, εγώ είμαι αδύνατος και δεν ηπορώ ν’ ανέβω να σώσω* οξ αυτά, κι ανέβα, έπαρε να ίδεις τι επάρματα* είναι.”

Έτσι ο Χάρος τρέχοντας σηκώνεται κι ανεβαίνει απάνω και κόφτει οξ αυτά και, όταν έρχεται να κατέβει, δεν ηπόρει να κατέβει, μόνο εκόλλησε εκεί. Έτσι ο όστος τού λέγει·
“Χάρο, στέκε εσύ ετού απάνω κι εγὼ θα να είμαι στ’ οσταρίο μου κι εις τα παιδιά μου!”

Εβλέποντας ο Χάρος ότι έκαμε ένα μήναν εις την απιδέα, και δεν έναι τρόπος να κατέβει, έπεσε εισέ πάτους* με δαύτονε. Έτη σ’ έτη πολλά δεν ήτον τρόπος ποτέ ο όστος να του πει να κατέβει. Λοιπόν μία ημέρα του τάσσει κι ομνύει όρκους φρικτούς ότι·
“Κατέβασέ με και μην τρομάξεις να σε ’γγίξω, άμε να σε κάμω σύντροφο.” Λέγει του ο όστος·
“Και τί συντροφιὰ να κάμω εγώ μ’ εσένα;”

Λέγει του· “ότι να μην τρομώ* να παίρνω άθρωπο απέ τον κόσμο α δεν παγένεις εσύ πρώτα εις αυτόν, κι εκείνον όποιον μου ειπείς ότι να πάρω, εκεῖνον να πάρω, κι εμέ να λέγουν Χάρο κι εσέ.

.
ΓΛΩΣΣΑΡΙ
(Με τη σειρά που εμφανίζονται στο κείμενο. Βασικά είναι οι λέξεις που επισημαίνονται στον ιστότοπο του ΚΕΓ, δείτε όμως και τις δυο τελευταίες που τις πρόσθεσα εγώ)

όστος = πανδοχέας, ταβερνιάρης (βεν. osto)
οσταρία = πανδοχείο, ταβέρνα
κελάτσιο = το δωμάτιο· κάνω κελάτσιο = καταλύω, διαμένω.
είτι = οτιδήποτε
απιδέα = η αχλαδιά
οξ = από
α = αν
βολά = φορά
‘ρδινιάζομαι = ετοιμάζομαι
κάνει χρεία = είναι ανάγκη
τάβλα = τραπέζι
μερίζω = μοιράζω
έδραμαν = έτρεξαν
να σώσω = να φτάσω
επάρματα = εκλεκτά αποκτήματα
έπεσε εισέ πάτους = διαπραγματεύτηκε με σκοπό τη συμφωνία
τρομώ =; τολμώ

*Σημείωση: Περιέργως, ο επιμελητης του κειμένου αφήνει ασχολίαστο το «έπεσε εισέ πάτους με δαύτονε». Εδώ ο πάτος δεν είναι… ο γνωστός μας πάτος, ο πυθμένας, αλλά το ιταλικό patto (ή βενετικό pato), το σύμφωνο -από εκεί και το αγγλ. pact. Δηλαδή ο Χάρος άρχισε να διαπραγματεύεται για να κλείσει συμφωνία. Στο μεσαιωνικό λεξικό του Κριαρά υπάρχει αυτή η σημασία και αποδελτιώνεται και το συγκεκριμένο απόσπασμα.

Όσο για το «να μην τρομώ να παίρνω άνθρωπο», που κι αυτό ασχολίαστο αφήνεται, έχω την εντύπωση ότι είναι το τολμώ > τορμώ (έτσι σε πολλές περιοχές) > τρομώ. Αλλά αυτό δεν το λέω με απόλυτη βεβαιότητα.

**ΓΛΩΣΣΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

Τρεις μικρές παρατηρήσεις έχω για τη γλώσσα του κειμένου.

  • Σε καναδυό σημεία λείπει το τελικό νι εκεί που θα το περίμενε κανείς: «τη καλήν αρετή» και «τη καλή αρετή» αντί για «την καλή». Ίσως είναι λάθος του γραφέα.
  • Περίεργες κλητικές, Όστο και, κυρίως, Χάρο (αντί: Χάρε)
  • Εναύξητη προστακτική, έπαρε και έβλεπε (= βλέπε), που όμως εξηγείται διότι το ρήμα είναι επαίρω (απ’ όπου το παίρνω) και «εβλέπω» (υπάρχει κι ένα ‘εβλέποντας’). Θέλει λίγο ψάξιμο αυτό το εβλέπω.

 



via http://ift.tt/2mBftJ6

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.