Δεδικαίωται;

Ο θάνατος του Τζίμη Πανούση σχολιάστηκε πολύ στο ιστολόγιο και ακόμα περισσότερο στη μπλογκόσφαιρα. Δεν του αφιέρωσα άρθρο, όπως έκανα με άλλους θανάτους προσώπων που σημάδεψαν τα νιάτα μας, εν μέρει επειδή έτυχε Σάββατο, εν μέρει όμως και διότι, κακά τα ψέματα, η απώλεια μπορεί μεν να με λύπησε πολύ, καθώς ήταν καλλιτέχνης ακόμα ακμαίος και νέος, όμως δεν με συγκίνησε, προσωπικά εμένα, τόσο όσο π.χ. ο θάνατος του Κηλαηδόνη ή του Γιάννη Καλαϊτζή, που τους ένιωθα πολύ περισσότερο δικούς μου ανθρώπους, συνδεμένους με την εφηβεία μου.

Στο Φέισμπουκ πάντως, που το παρακολούθησα, γράφτηκαν από ανθρώπους (πάνω κάτω) της γενιάς μου πολλά εύστοχα ή/και συγκινητικά για τον Τζιμάκο. Πολλοί θυμήθηκαν κάποια συναυλία του που είχαν παρακολουθήσει, άλλοι, οι περισσότεροι, τον αποχαιρέτησαν με κάποιο τραγούδι του, δηλαδή ό,τι γίνεται όταν πεθαίνει κάποιος αγαπημένος καλλιτέχνης.

Όμως ο Τζιμάκος δεν ήταν μόνο ή δεν ήταν τυπικός καλλιτέχνης, κι έτσι κάποιοι φίλοι, αισθητά λιγότεροι τον αριθμό πάντως, θυμήθηκαν ότι σε ραδιοφωνικές εκπομπές του ο Τζιμάκος είχε εκφράσει ακραίες και εξαιρετικά βίαιες αντισημιτικές θέσεις. Πράγματι, ξεκινώντας από την θεμιτή και αναγκαία κριτική στο κράτος του Ισραήλ το οποίο σε περιφρόνηση του διεθνους δικαίου κατέχει και παράνομα εποικίζει περιοχές στην Παλαιστίνη, ο Πανούσης φαίνεται (αν είναι ακριβή τα καταγγελλόμενα, π.χ. εδώ, που φοβάμαι πως είναι) ότι γλίστρησε σε απεχθέστατες αντισημιτικές τοποθετήσεις που λίγο διαφέρουν από τα χειρότερα ναζιστικά κηρύγματα.

Όμως δεν θέλω να σταθώ στο αν ο Τζιμάκος ήταν αντισημίτης αλλα στον χρονισμό (αυτό που ελληνικά λέμε τάιμινγκ) της επισήμανσης. Πολλοί ενοχλήθηκαν που η καταγγελία αυτή έγινε τη μέρα που μαθεύτηκε ο θάνατος του, ενώ το κουφάρι του ήταν ακόμα ζεστό, όπως είπε κάποιος, πριν ακόμα θαφτεί ο νεκρός.

Όταν κανείς πεθαίνει, είπαν αυτοί οι σχολιαστές, που με βρίσκουν απρόθυμα σύμφωνο, θυμόμαστε μόνο τα καλά που έκανε -τα άλλα τ’ αφηνουμε για μιαν άλλη φορά.

Αναπόφευκτα, πάνω στη συζήτηση αυτή κάποιος θυμήθηκε το βιβλικό ρητό «ο νεκρός δεδικαίωται», που πολύ συχνά το βλέπουμε να το αναφέρουν κάθε φορά που γίνεται λόγος (και) για τα στραβά που είχε ή που έκανε κάποιος που μόλις πέθανε.

Επειδή δεν το έχουμε αναφέρει σε άρθρο του ιστολογίου, δεν βλάφτει να πούμε δυο λόγια γι’ αυτό το ρητό, που συμβαίνει να το ερμηνεύουμε «ο νεκρός δικαιώνεται» (ή, δικαιώθηκε). Θα αντλήσω υλικό από παλιότερο άρθρο του Παντελή Μπουκάλα και άλλο ένα της Λεξιλογίας.

Το ρητό προέρχεται από την επιστολή του Αποστόλου Παύλου προς Ρωμαίους (κεφ. 6.7) και στη μορφή που το λέμε σήμερα ειναι συντομευμένο -ή κολοβωμένο. Ο Παύλος δεν έγραψε απλώς «ο νεκρός δεδικαίωται» αλλά «ο νεκρός δεδικαίωται από της αμαρτίας«. Και δεν εννοούσε ότι ο νεκρός δικαιώνεται για όσα έχει κάνει, αυτό έλειπε, αλλά ότι ο νεκρός δεν μπορεί να αμαρτήσει πια, είναι απαλλαγμένος από την αμαρτία, ή, όπως το διατυπώνει η επίσημη μετάφραση της φράσης από τη Βιβλική Εταιρεία: «Γιατί σ’ έναν που πέθανε, η αμαρτία δεν έχει πια καμιά εξουσία».

Ο Μπουκάλας εικάζει βάσιμα ότι το χωρίο του Παύλου πρέπει να είχε προκαλέσει σύγχυση από πολύ παλιά. Γι’ αυτό, λέει, το αναλύουν πάλι και πάλι ο Ωριγένης, ο Βασίλειος («τουτέστιν απήλλακται, ηλευθέρωται, κεκαθάρισται πάσης αμαρτίας», λέει), ο Χρυσόστομος, ο Δαμασκηνός, εξηγώντας πως ο νεκρός απαλλάχθηκε από την αμαρτία όχι επειδή συγχωρήθηκαν τα ανομήματά του, αλλά επειδή σαν νεκρός αδυνατεί πια να αμαρτήσει. «Τις γαρ εθεάσατο πώποτε νεκρόν, ή γάμον αλλότριον διορύττοντα, ή μιαιοφονία τας χείρας φοινίσσοντα, ή άλλο τι των ατόπων διαπραττόμενον;» ρωτάει ο Θεοδώρητος ο Κύρου τον 5ο αιώνα. Δηλαδή, ποιος είδε ποτέ νεκρό να καταστρέφει ξένο γάμο, να φονεύει βάφοντας κόκκινα τα χέρια του στο αίμα ή να κάνει οτιδήποτε άτοπο; Ποτέ και κανείς.

Κι αν δεν σας πείθει ο Μπουκάλας, δείτε τι λέει ο θεολόγος Στ. Σάκκος, καθηγητής πανεπιστημίου, για το χωρίο αυτό.

Ωστόσο, αυτή είναι η θεολογική ερμηνεία. Η αντίληψη ότι τον πεθαμένο δεν πρέπει να τον κακολογούμε είναι αρχαία και μάλλον ανεξάρτητη από τον χριστιανισμό -υπάρχει ας πούμε το λατινικό ρητό De mortuis nihil nisi bonum, που θα πει «Για τους νεκρούς (να μη λες) τίποτα αν δεν είναι καλό».

Σε μια άλλη παραλλαγή, De mortuis aut nihil aut bene, Για τους νεκρούς (να λες) ή καλά πράγματα ή τίποτα. Θεωρείται άπρεπο, κοινωνικά ανάρμοστο, να λες κακά λόγια για κάποιον που μόλις πέθανε.

Όπως είπα και πιο πάνω, αυτό το καταλαβαίνω και σε ένα βαθμό το συμμερίζομαι. Θυμάμαι, ας πούμε, πως όταν έγινε γνωστό πως πέθανε ο Γεράσιμος Αρσένης, είχα τσακωθεί με κάποιον που έκανε ένα κατά τη γνωμη μου άτοπο σχόλιο, παραφράζοντας το σύνθημα των μαθητικών διαδηλώσεων «Κάτσε καλά Γεράσιμε». Παρόλο που ουδέποτε στάθηκα πολιτικός ή άλλος φίλος του Αρσένη, το είχα βρει εξαιρετικά άγαρμπο.

Υπάρχει όμως και ο αντίλογος, γι’ αυτό είπα πιο πάνω ότι συμφώνησα «απρόθυμα» με όσους ενοχλήθηκαν από τις αρνητικές αναφορές στον Πανούση. Ο αντίλογος λέει ότι αν δεν ειπωθούν τα αρνητικά όταν γίνεται ο απολογισμός της ζωής και της προσφοράς κάποιου, τότε δεν θα ειπωθούν ποτέ. Ίσως βέβαια, λόγω της περίστασης, να πρέπει να διατυπωθούν με λεπτότητα, με κάποιο τακτ, αλλά χωρίς εκπτώσεις επί της ουσίας. Διότι, για να πάμε στην περίπτωση του Πανούση, αν δεν είναι θεμιτό να μιλήσουμε πχ. για τον αντισημιτισμό του όταν κάνουμε τη νεκρολογία του πότε επιτρέπεται να το αναφέρουμε; Ένα μηνα μετά; Μα τότε δεν θα είναι πια επίκαιρο το θέμα.

(Ξέρετε, την έχω πάθει έτσι. Σε συνεργασία με έναν-δυο φίλους, είχα μαζέψει κάμποσα μεταφραστικά ημαρτημένα στις μεταφράσεις ενός πολύ γνωστού διανοητή και λέγαμε να γράψουμε ένα άρθρο. Αναπάντεχα, ο συγγραφέας αυτός έφυγε από τον μάταιο τούτο κόσμο, οπότε μας φάνηκε άτοπο να τον κατακρίνουμε όσο ήταν νωπό το χώμα. Και τελικά το άρθρο δεν γράφτηκε ποτέ -όχι ότι έχασε βελόνι η πνευματική μας ζωή).

Κι έπειτα, αυτή η συστολή για τον θανόντα δεν ισχύει και τόσο για έναν π.χ. πολιτικό ή ιδεολογικό αντίπαλο. Πέρυσι που πέθανε ο Κ. Μητσοτάκης, εδώ στο ιστολόγιο τον νεκρολογήσαμε με ευπρέπεια βέβαια αλλά χωρίς να αποσιωπήσουμε τα αρνητικά του. Και κάποιοι ακροκεντρώοι που τότε θεώρησαν άτοπη την επισήμανση των αρνητικών του Μητσοτάκη είχαν κάνει πάρτι λίγους μήνες νωρίτερα, όταν πέθανε ο Φιντέλ Κάστρο.

Κι έπειτα, πώς να κατηγορήσεις τα χωριά των ανθρακωρύχων, που έκαναν γιορτή σαν μαθεύτηκε ο θάνατος της Μάργκαρετ Θάτσερ τραγουδώντας ότι πέθανε η μάγισσα;

 



via http://ift.tt/2DPGiRh

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.