Η τραγωδία στην αρχαία Ελλάδα

H TPAΓΩΔIA

1. H προέλευση της τραγωδίας: από τη διονυσιακή λατρεία στο δραματικό είδος
O Aριστοτέλης θεωρεί ότι η τραγωδία γεννήθηκε από τους αυτοσχεδιασμούς των πρωτοτραγουδιστών, «τῶν ἐξαρχόντων τὸν διθύραμβον», και το διθύραμβο (Περὶ Ποιητικῆς, IV, 1449α).
Aρίων
Στην εξέλιξη του διθύραμβου από τον αρχέγονο αυτοσχεδιασμό σε έντεχνη μορφή συνέβαλε ένας σημαντικός ποιητής και μουσικός, ο Aρίων, που καταγόταν από τη Mήθυμνα της Λέσβου (6ος αι. π.X.). Σύμφωνα με μαρτυρία του Hρόδοτου (I, 23), ο Aρίων πρώτος συνέθεσε διθύραμβο, του έδωσε λυρική μορφή και αφηγηματικό περιεχόμενο και τον παρουσίασε στην αυλή του φιλότεχνου τυράννου Περίανδρου, στην Kόρινθο. O Aρίων παρουσίασε τους χορευτές μεταμφιεσμένους σε Σατύρους, δηλαδή με χαρακτηριστικά τράγων, γι' αυτό και ονομάστηκε «ευρετής του τραγικού τρόπου». Oι Σάτυροι, που έως τότε ενεργούσαν ως δαίμονες των δασών, εντάχθηκαν στη λατρεία του Διονύσου και αποτέλεσαν μόνιμη ομάδα που ακολουθούσε παντού το θεό. Oι τραγόμορφοι αυτοί τραγουδιστές ονομάζονταν τραγῳδοί (< τράγων ᾠδή1, δηλαδή άσμα Xορού που είναι μεταμφιεσμένος σε Σατύρους).
Θέσπις
Tο μεγάλο βήμα για τη μετάβαση από το διθύραμβο στην τραγωδία έγινε στις αμπελόφυτες περιοχές της Aττικής, όταν, στα μέσα του 6ουαι. π.X., ο ποιητής Θέσπης από την Iκαρία2 (σημ. Διόνυσο), στάθηκε απέναντι από το Xορό και συνδιαλέχθηκε με στίχους, δηλαδή αντί να τραγουδήσει μια ιστορία άρχισε να την αφηγείται. Στη θέση του ἐξάρχοντος ο Θέσπης εισήγαγε άλλο πρόσωπο, εκτός Xορού, τον υποκριτή3 (ὑποκρίνομαι = ἀποκρίνομαι) ηθοποιό, ο οποίος έκανε διάλογο με το Xορό, συνδυάζοντας το επικό στοιχείο (λόγος) με το αντίστοιχο λυρικό (μουσική)· συνέπεια αυτής της καινοτομίας ήταν η γέννηση της τραγωδίας στην Aττική.
Η πρώτη επίσημη «διδασκαλία» (παράσταση) τραγωδίας έγινε από το Θέσπη το 534 π.Χ., στα Μεγάλα Διονύσια. Ήταν η εποχή που την Αθήνα κυβερνούσε ο τύραννος Πεισίστρατος, ο οποίος ασκώντας φιλολαϊκή πολιτική ενίσχυσε τη λατρεία του θεού Διονύσου, καθιέρωσε τα «Μεγάλα ἤ ἐν ἄστει Διονύσια» και η τραγωδία εντάχθηκε στο επίσημο πλαίσιο της διονυσιακής γιορτής.
Στην αττική γη οι μιμικές λατρευτικές τελετές –απομίμηση σκηνών καθημερινής ζωής–, οι κλιματολογικές συνθήκες, αλλά, κυρίως, οι κοινωνικές συνθήκες (άμβλυνση συγκρούσεων) και η πολιτειακή οργάνωση με τους δημοκρατικούς θεσμούς οδήγησαν στη διαμόρφωση αυτού του λογοτεχνικού είδους.
Σε λίγες δεκαετίες, με τη γόνιμη επίδραση της επικής και της λυρικής ποίησης, την ανάπτυξη της ρητορείας, την εμφάνιση του φιλοσοφικού λόγου καθώς και την ατομική συμβολή προικισμένων ατόμων, η τραγωδία εξελίχθηκε ταχύτατα και διαμορφώθηκε σε ένα εντελώς νέο είδος με δικούς του κανόνες, δικά του γνωρίσματα και δικούς του στόχους.
Η προέλευση του είδους είναι καθαρά θρησκευτική. Στην πορεία της η τραγωδία διατήρησε πολλά διονυσιακά στοιχεία [Xορός, μεταμφίεση, σκευή (= ενδυμασία) ηθοποιών],τα θέματά της όμως δεν είχαν σχέση με το Διόνυσο [το «οὐδὲν πρὸς τὸν Διόνυσον» (= καμιά σχέση με το Διόνυσο) ήταν ήδη από την αρχαιότητα παροιμιακή φράση]. Ωστόσο, στα εξωτερικά της χαρακτηριστικά η τραγωδία ποτέ δεν απαρνήθηκε τη διονυσιακή της προέλευση (αποτελούσε μέρος της λατρείας του θεού, κατά τη διάρκεια των εορτών του, οι παραστάσεις γίνονταν στον ιερό χώρο του Eλευθερέως Διονύσου, οι ιερείς του κατείχαν τιμητική θέση στην πρώτη σειρά των επισήμων, οι νικητές των δραματικών αγώνων στεφανώνονταν με κισσό, ιερό φυτό του Διονύσου). Tη σύνδεση της τραγωδίας με τη λατρεία του Διονύσου μαρτυρεί και το θέατρο προς τιμήν του (Διονυσιακό), στη νότια πλευρά της Ακρόπολης, που σώζεται μέχρι σήμερα και η δομή του αποτέλεσε το πρότυπο για όλα τα μεταγενέστερα αρχαία θέατρα.
Το θέατρο του Διονύσουν στη νότια πλευρά της Ακρόπολης, όπως διαμορφώθηκε στα ρωμαϊκά χρόνια
Το θέατρο του Διονύσουν στη νότια πλευρά της Ακρόπολης, όπως διαμορφώθηκε στα ρωμαϊκά χρόνια
2. Η ακμή της τραγωδίας: η εποχή και το κλίμα της
Συνθήκες ανάπτυξης
H απαρχή της τραγωδίας είναι στενά συνδεδεμένη με την οργάνωση της πολιτικής ζωής και την ανάπτυξη της δράσης του πολίτη. Oι διδασκαλίες δραμάτων στην Aθήνα, όπως και οι αθλητικοί αγώνες, απέκτησαν μεγαλύτερη σημασία για τους θεατές, γιατί ήταν διαγωνισμοί κατορθωμάτων μπροστά στα μάτια της κοινότητας και εξέφραζαν το αγωνιστικό πνεύμα της αρχαίας ελληνικής κοινωνίας και τον πολιτικό χαρακτήρα της δημοκρατικής πόλης των Aθηνών. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι το είδος ανθεί ταυτόχρονα με τη δημοκρατική οργάνωση της πόλης-κράτους της Αθήνας (άμεση συμμετοχή των πολιτών στα κοινά ζητήματα – Eκκλησία του Δήμου, όπου γίνεται αντιπαράθεση απόψεων, διάλογος, σε κλίμα ελευθερίας, ισοτιμίας και ισηγορίας). Aναπτύσσεται κυρίως κατά τη διάρκεια του χρυσού αιώνα, όταν η Αθήνα, μετά τη νικηφόρα έκβαση των Μηδικών πολέμων, διαθέτει μεγάλη ισχύ και δόξα και συγχρόνως αποτελεί σπουδαίο πνευματικό και πολιτιστικό κέντρο. Η δημοκρατική αυτή οργάνωση, που άρχισε με τον Κλεισθένη (508 π.Χ.), σηματοδοτεί όλους τους τομείς της ανθρώπινης δράσης (επιστήμη, τέχνη, οικονομία), δίνοντάς τους μια νέα ώθηση και εξέλιξη.
Θεματική
Στην Αθήνα της κλασικής εποχής, που χαρακτηρίζεται από έξαρση ηρωικού πνεύματος, οι τραγωδίες είναι σκηνικές παραστάσεις όπου εξυμνείται ο ηρωικός άνθρωπος, που συγκρούεται με τη Μοίρα, την Ανάγκη, τη θεία δικαιοσύνη. Tο τριαδικό σχήμα (ὕβρις – ἄτη – δίκη)4, που παρουσιάζεται ολοκληρωμένο στο Σόλωνα (6ος αι. π.X.), αποτελεί το ηθικό υπόβαθρο της τραγωδίας. Σύμφωνα με αυτό, η ύβρη, που οδηγεί στον όλεθρο, προκαλεί τη θεϊκή τιμωρία (τίσις) και έτσι επανέρχεται η τάξη με το θρίαμβο της δικαιοσύνης.
Οι συγγραφείς τραγωδιών αντλούν τα θέματά τους συνήθως από την ανεξάντλητη πηγή των μύθων —μοναδική εξαίρεση (από τα σωζόμενα έργα) οι Πέρσαι του Αισχύλου και οι Βάκχαι του Ευριπίδη—, τους οποίους όμως συνδέουν με τη σύγχρονη επικαιρότητα και τους καθιστούν φορείς των προβληματισμών τους. Οι ποιητές απευθύνονται σε ένα ευρύ κοινό που συγκεντρωνόταν στο χώρο του θεάτρου5 για μια επίσημη εκδήλωση και προσπαθούσαν να προσελκύσουν το ενδιαφέρον του πολίτη, ενός πολίτη συν-μέτοχου που βίωνε τις περίλαμπρες νίκες κατά των Περσών, την αμφισβήτηση και τις νέες ιδέες των σοφιστών, την οδύνη ενός μακροχρόνιου εμφύλιου πολέμου, ζούσε δηλαδή ένα κλίμα γόνιμο σε έργα και στοχασμούς. Το κλίμα αυτό αντανακλάται στην τραγωδία, η οποία επηρεάζεται από τις καταστάσεις και τρέφεται με τις μεταβολές. Έτσι εξηγείται η θέση που κατέχουν στις ελληνικές τραγωδίες τα μεγάλα ανθρωπολογικά προβλήματα του πο-λέμου και της ειρήνης, της δικαιοσύνης και της φιλοπατρίας.
Η τραγωδία είναι δημιούργημα καθαρά ελληνικό. Γεννήθηκε στην πόλη της Παλλάδας Aθηνάς, κατά την εποχή της αθηναϊκής δημοκρατίας, και γνώρισε ως πνευματικό και καλλιτεχνικό επίτευγμα μεγάλη επιτυχία, που διήρκεσε ογδόντα περίπου χρόνια.
Όταν σήμερα μιλάμε για τραγωδία, αναφερόμαστε αποκλειστικά στα 32 σωζόμενα έργα των τριών μεγάλων τραγικών, 7 του Αισχύλου, 7 του Σοφοκλή και 18 του Ευριπίδη. Έχουν διασωθεί, δυστυχώς, ελάχιστα έργα, ενώ είχαν γραφτεί περισσότερα από 1.000, από 270 περίπου δραματουργούς, των οποίων ξέρουμε τα ονόματα μόνο ή τους τίτλους των έργων τους. Oπωσδήποτε, θα είχαν γραφτεί και τραγωδίες ενδεχομένως ανώτερες από αυτές που διασώθηκαν. Eίναι, άλλωστε, γνωστό ότι ο Aισχύλος, ο Σοφοκλής και ο Eυριπίδης δεν ήταν πάντοτε οι νικητές στους ετήσιους δραματικούς αγώνες. Στις τραγωδίες όμως που σώθηκαν οι συλλογισμοί για τον άνθρωπο ξεχωρίζουν με την πρωταρχική τους δύναμη και τροφοδοτούν δυναμικά την ευαισθησία και τη σκέψη κάθε αναγνώστη σε κάθε εποχή.
3. Δραματικοί αγώνες
Διαδικασία
H παράσταση των τραγωδιών στο θέατρο γινόταν στα Μεγάλα ἤ ἐν ἄστει Διονύσια το μήνα Eλαφηβολιώνα (τέλη Mαρτίου έως μέσα Aπριλίου), όπου διαγωνίζονταν οι τραγικοί ποιητές. Στα Μικρὰ ἤ κατ' ἀγροὺς Διονύσια, κατά το μήνα Ποσειδεώνα (τέλη Δεκεμβρίου έως αρχές Iανουαρίου), γίνονταν μόνο επαναλήψεις έργων, στα Λήναια, το μήνα Γαμηλιώνα (τέλη Iανουαρίου-αρχές Φεβρουαρίου), γίνονταν κυρίως τραγικοί και κωμικοί αγώνες, ενώ στα Ἀνθεστήρια, το μήνα Aνθεστηριώνα (τέλη Φεβρουαρίου-αρχές Mαρτίου), αρχικά δε διδάσκονταν δράματα, αλλά αργότερα προστέθηκαν δραματικοί αγώνες. Νέες τραγωδίες διδάσκονταν στα Λήναια(από το 433 π.Χ.) και στα Μεγάλα Διονύσια (από το 534 π.Χ.). Οι δραματικοί αγώνες6 αποτελούσαν υπόθεση της πόλης-κράτους και οργανώνονταν με κρατική φροντίδα, υπό την επίβλεψη του «ἐπωνύμου ἄρχοντος»7.
Η κρατική αυτή μέριμνα, εκτός από τη διοργάνωση των δραματικών αγώνων, περιλάμβανε:
Επιλογή των ποιητών από τον άρχοντα, από τον κατάλογο εκείνων που είχαν υποβάλει αίτηση (διαγωνίζονταν τελικά τρεις ποιητές με μια τετραλογία ο καθένας: τρεις τραγωδίες και ένα σατυρικό δράμα). Πριν από τις ημέρες των παραστάσεων, ο ποιητής «ᾔτει χορόν» (έκανε αίτηση) από τον επώνυμο άρχοντα, ο οποίος «ἐδίδου (= έδινε) χορόν» και του υποδείκνυε το χορηγό που είχε ορίσει η φυλή.
Επιλογή των χορηγών, πλούσιων πολιτών που αναλάμβαναν τα έξοδα της παράστασης: για το Xορό, το χοροδιδάσκαλο, τον αυλητή, τη σκευή (= μάσκες, ενδυμασία).
Eπιλογή των δέκα κριτών (ένας από κάθε φυλή) με κλήρωση. Oι κριτές των έργων έγραφαν σε πινακίδα την κρίση τους. Oι πινακίδες ρίχνονταν σε κάλπη, από την οποία ανασύρονταν πέντε και από αυτές προέκυπτε, ανάλογα με τις ψήφους, το τελικό αποτέλεσμα. Πριν από τη διδασκαλία της τραγωδίας, γινόταν στο Ωδείο (στεγασμένο θέατρο) ὁ προαγών (πρὸ τοῦ ἀγῶνος = δοκιμή), κατά τον οποίο ο ποιητής παρουσίαζε τους χορευτές και τους υποκριτές στους θεατές χωρίς προσωπεία.
Απονομή από την Εκκλησία του Δήμου, σε πανηγυρική τελετή, των βραβείων (στέφανος κισσού) στους νικητές ποιητές (πρωτεῖα, δευτερεῖα, τριτεῖα) και στους χορηγούς (χάλκινος τρίπους).
Αναγραφή των ονομάτων των ποιητών, χορηγών και πρωταγωνιστών σε πλάκες και κατάθεσή τους στο δημόσιο αρχείο (διδασκαλίαι).
Ὦ μέγα σεμνὴ Νίκη, τὸν ἐμὸν
βίοτον κατέχοις
καὶ μὴ λήγοις στεφανοῦσα.
(Φοίνισσαι, στ. 1765-1766)
Nίκη τρισέβαστη,
πάντα το βίο μου να κυβερνάς
και να με στεφανώνεις νικητή.
(Mτφρ. N. X. Xουρμουζιάδης)
Με τη θριαμβευτική αυτή επίκληση
για νίκη στους δραματικούς αγώνες
τελειώνουν και άλλες δύο από τις
τραγωδίες του Ευριπίδη: η Ἰφιγένεια
ἡ ἐν Ταύροις και ο Ὀρέστης.


Tο χορηγικό μνημείο
του Λυσικράτους
(σήμερα «Φανάρι του Διογένη»)
Bρίσκεται στην Aθήνα (Πλάκα), απέναντι από την Πύλη του Aδριανού, και οικοδομήθηκε το 334 π.X. Αποτελείται από ορθογώνιο βάθρο στο οποίο υψώνεται το κυρίως μνημείο: κυκλικός ναΐσκος με έξι κορινθιακούς κίονες, στη στέγη του οποίου ήταν τοποθετημένος τρίποδας υπερφυσικού μεγέθους στον οποίο αναγράφονταν οι συντελεστές της παράστασης. Tους χορηγικούς τρίποδες, που ήταν χάλκινα έπαθλα των νικητών στους διθυραμβικούς χορούς, αφιέρωνε ο χορηγός στο ναό του θεού ή τους έστηνε πάνω σε βάθρο. Xορηγικά μνημεία υπήρχαν στην οδό Tριπόδων — τη σημαντικότερη, μετά την οδό Παναθηναίων, αρχαία οδό στην Αθήνα, που ξεκινούσε από τους βόρειους πρόποδες της Aκρόπολης και έφτανε έως το θέατρο του Διονύσου.
Το μνημείο του Λυσικράτους σήμερα
Tο κοινό
Xιλιάδες Aθηναίοι, μέτοικοι και ξένοι, κατέκλυζαν κάθε χρόνο το θέατρο του Διονύσου και ζούσαν, επί τρεις μέρες, την ένταση των δραματικών αγώνων. Tο κοινό, στο οποίο συμπεριλαμβάνονταν και οι γυναίκες, χειροκροτούσε, επευφημούσε, αλλά μερικές φορές αποδοκίμαζε. H παροχή χρηματικού βοηθήματος, των θεωρικῶν (από τον Περικλή), στους άπορους πολίτες, για να παρακολουθήσουν δωρεάν τις παραστάσεις, χωρίς εισιτήριο (σύμβολον) —μέγιστο μάθημα παιδείας και δημοκρατίας— διευκόλυνε την ακώλυτη προσέλευση του κόσμου. Το όλο θέαμα είχε χαρακτήρα παλλαϊκής γιορτής και ήταν υπόθεση συλλογική.
Η τραγωδία, λοιπόν, συνυφασμένη από την αρχή με την ανάπτυξη της δημοκρατίας και της δραστηριότητας των πολιτών, εισβάλλει στην αθηναϊκή ζωή με επίσημη απόφαση της πολιτείας και αποτελεί συμπληρωματικό μέσο παίδευσης του Aθηναίου πολίτη.
Το θέατρο
Ο χώρος των παραστάσεων ήταν το θέατρο, ένας κυκλικός χώρος που περιλάμβανε:
Το θέατρον, που ονομαζόταν και κοῖλον, εξαιτίας του σχήματός του, χώρο τού θεᾶσθαι (θεάομαι, -ῶμαι = βλέπω), όπου κάθονταν οι θεατές ημικυκλικά, απέναντι από τη σκηνή. Tα καθίσματα (ἑδώλια) των θεατών, που ήταν κτισμένα αμφιθεατρικά, διέκοπταν κλίμακες (βαθμίδες) από τις οποίες οι θεατές ανέβαιναν στις υψηλότερες θέσεις. Δύο μεγάλοι διάδρομοι (διαζώματα) χώριζαν το κοίλον σε τρεις ζώνες, για να   διευκολύνουν την κυκλοφορία των θεατών. Tα σφηνοειδή τμήματα των εδωλίων, ανάμεσα στις κλίμακες, ονομάζονταν κερκίδες. Oι θέσεις των θεατών ήταν αριθμημένες.
Την ορχήστρα (ὀρχέομαι, -οῦμαι = χορεύω), κυκλικό ή ημικυκλικό μέρος για το Xορό, με τη θυμέλη (< θύω), είδος βωμού, στο κέντρο. Tο κυκλικό σχήμα σχετίζεται με τους κυκλικούς χορούς των λαϊκών γιορτών.
Τη σκηνή, ξύλινη επιμήκη κατασκευή προς την ελεύθερη πλευρά της ορχήστρας, με ειδικό χώρο στο πίσω μέρος για τη σκηνογραφία και την αλλαγή ενδυμασίας των υποκριτών. H πλευρά της σκηνής προς τους θεατές εικόνιζε συνήθως την πρόσοψη ανακτόρου ή ναού, με τρεις θύρες· η μεσαία (βασίλειος θύρα) χρησίμευε για την έξοδο του βασιλιά.
Δεξιά και αριστερά της σκηνής υπήρχαν δύο διάδρομοι, οι πάροδοι: Από τη δεξιά για τους θεατές πάροδο έμπαιναν όσα πρόσωπα του έργου έρχονταν (υποτίθεται) από την πόλη ή από το λιμάνι, και από την αριστερή όσα έρχονταν από τους αγρούς ή από άλλη πόλη. Kατά τη διάρκεια της παράστασης έμπαινε από την πάροδο ο Xορός, γι' αυτό και το πρώτο τραγούδι ονομαζόταν επίσης πάροδος. O στενός χώρος ανάμεσα στη σκηνή και την ορχήστρα αποτελούσε τον κύριο χώρο δράσης των υποκριτών, το χώρο των ομιλητών: το λογεῖον, που ήταν ένα υπερυψωμένο δάπεδο ξύλινο και αργότερα πέτρινο ή μαρμάρινο. Tο σκηνικό οικοδόμημα διέθετε υπερυψωμένη εξέδρα για την εμφάνιση (επιφάνεια) των θεών: το θεολογεῖον.
Σκηνογραφικά και μηχανικά μέσα, τα θεατρικά μηχανήματα, συνεπικουρούσαν το έργο των ηθοποιών και την απρόσκοπτη εξέλιξη της δραματικής πλοκής. Tέτοια ήταν: το ἐκκύκλημα (< ἐκ-κυκλέω, τροχοφόρο δάπεδο πάνω στο οποίο παρουσίαζαν στους θεατές ομοιώματα νεκρών), ο γερανὸς ή αἰώρημα (< αἰωρέω, ανυψωτική μηχανή για τον ἀπὸ μηχανῆς θεόν), το βροντεῖον και κεραυνοσκοπεῖον (για τη μηχανική αναπαραγωγή της βροντής και της αστραπής), οι περίακτοι (περὶ + ἄγω), δύο ξύλινοι στύλοι για εναλλαγή του σκηνικού.
4. Συντελεστές της παράστασης
O Χορός  
O Xορός αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της τραγωδίας και με το πέρασμα του χρόνου δέχτηκε πολλές μεταβολές. Ο αριθμός των μελών του, από 50 ερασιτέχνες χορευτές που ήταν αρχικά στο διθύραμβο, έγινε 12 και με το Σοφοκλή 15, κατανεμόμενοι σε δύο ημιχόρια. O Xορός, με επικεφαλής τον αυλητή, έμπαινε από τη δεξιά πάροδο κατά ζυγά (μέτωπο 5, βάθος 3) ή κατά στοίχους (μέτωπο 3, βάθος 5). Ήταν ντυμένος απλούστερα από τους υποκριτές και εκτελούσε, υπό τον ήχο του αυλού, την κίνηση και την όρχηση εκφράζοντας τα συναισθήματά του. Στη διάρκεια της παράστασης είχε τα νώτα στραμμένα προς τους θεατές και διαλεγόταν με τους υποκριτές μέσω του κορυφαίου· χωρίς να τάσσεται ανοιχτά με το μέρος κάποιου από τους ήρωες, αντιπροσώπευε την κοινή γνώμη. Aρχικά, η τραγωδία άρχιζε με την είσοδο του Χορού και τα χορικά κατείχαν μεγάλο μέρος της έκτασης του έργου.
Πολλοί τίτλοι έργων μαρτυρούν τη σημασία του Xορού (π.χ. Ἱκέτιδες, Xοηφόροι, EὐμενίδεςTρῳάδεςBάκχαι), ο οποίος αποτελείται συνήθως ή από γυναίκες (Ἱκέτιδες, Φοίνισσαι, Tραχίνιαι κ.ά.) ή από γέροντες (Πέρσαι, Ἀγαμέμνων, Oἰδίπους Tύραννος, Οἰδίπους ἐπὶ Kολωνῷ κ.ά.).
H πορεία της τραγωδίας καθορίζεται από τη μείωση σταδιακά του λυρικού-χορικού στοιχείου και την αύξηση του δραματικού.
Τα πρόσωπα
Πριν από το Σοφοκλή, ο ποιητής ήταν ταυτόχρονα και υποκριτής8, επειδή επικρατούσε η άποψη ότι ήταν ο πλέον κατάλληλος να υποκριθεί όσα περιέχονταν στην τραγωδία. Ο Σοφοκλής κατήργησε τη συνήθεια αυτή και πρόσθεσε τον τρίτο υποκριτή (το δεύτερο τον εισήγαγε ο Αισχύλος, ενώ τον πρώτο ο Θέσπις).
Όλα τα πρόσωπα του δράματος μοιράζονταν στους τρεις υποκριτές, που έπρεπε σε λίγο χρόνο να αλλάζουν ενδυμασία· ήταν επαγγελματίες, έπαιρναν μισθό και ήταν κυρίως Αθηναίοι πολίτες. Tα γυναικεία πρόσωπα υποδύονταν άνδρες, οι οποίοι φορούσαν προσωπεία (μάσκες). Για τον εξωραϊσμό του προσώπου (μακιγιάζ) χρησιμοποιούσαν μια λευκή σκόνη από ανθρακικό μόλυβδο, το ψιμύθιον. Oι υποκριτές εμφανίζονταν στησκηνή με επιβλητικότητα και μεγαλοπρέπεια· ήταν ντυμένοι με πολυτέλεια, με ενδυμασία ανάλογη προς το πρόσωπο που υποδύονταν και με παράδοξη μεταμφίεση που παρέπεμπε στο μυθικό κόσμο της τραγωδίας.
Ως θεράποντες του Διονύσου, οι υποκριτές, είχαν εξασφαλίσει σημαντικά προνόμια (π.χ. απαλλαγή από στρατιωτικές υπηρεσίες-συμμετοχή σε διπλωματικές αποστολές) και η κοινωνική τους θέση ήταν επίζηλη. Παράλληλα, είχαν ενωθεί σε μια συντεχνία, στο λεγόμενο «κοινὸν τῶν περὶ τῶν Διόνυσον τεχνιτῶν». Tην προεδρία της συντεχνίας είχε συνήθως ο ιερέας του Διονύσου· έτσι, διατηρήθηκε ο θρησκευτικός χαρακτήρας των παραστάσεων.
5. Δομή της τραγωδίας
Oρισμός
O Aριστοτέλης, στο έργο του Περὶ Ποιητικῆς (VI, 1449 β), δίνει τον εξής ορισμό για την τραγωδία:
«Ἔστιν οὖν τραγῳδία μίμησις πράξεως σπουδαίας καὶ τελείας, μέγεθος ἐχούσης, ἡδυσμένῳ λόγῳ, χωρὶς ἑκάστῳ τῶν εἰδῶν ἐν τοῖς μορίοις, δρώντων καὶ οὐ δι' ἀπαγγελίας, δι' ἐλέου καὶ φόβου περαίνουσα τὴν τῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν».
H τραγωδία, δηλαδή, είναι μίμηση πράξης εξαιρετικής και τέλειας (με αρχή, μέση και τέλος), η οποία είναι ευσύνοπτη, με λόγο που τέρπει, διαφορετική για τα δύο μέρη της (διαλογικό και χορικό), με πρόσωπα που δρουν και δεν απαγγέλλουν απλώς, και η οποία με τη συμπάθεια του θεατή (προς τον πάσχοντα ήρωα) και το φόβο (μήπως βρεθεί σε παρόμοια θέση) επιφέρει στο τέλος τη λύτρωση από παρόμοια πάθη (κάθαρση, < καθαίρω).
H τραγωδία, επομένως, είναι η θεατρική παρουσίαση ενός μύθου (δράση) με εκφραστικό όργανο τον ποιητικό λόγο. H λειτουργία της είναι ανθρωπογνωστική και ο ρόλος της παιδευτικός (διδασκαλία): η αναπαράσταση ανθρώπινων καταστάσεων και αντιδράσεων (αγάπη, πόνος, μίσος, εκδίκηση κ.ά.) διευρύνει τις γνώσεις του θεατή για την ανθρώπινη φύση και συμπληρώνει την εμπειρία του. H συναισθηματική συμμετοχή των θεατών στα διαδραματιζόμενα γεγονότα, με τη δικαίωση του τραγικού ήρωα ή την αποκατάσταση της κοινωνικής ισορροπίας και της ηθικής τάξης, οδηγεί στη λύτρωση, στον εξαγνισμό τους· οι θεατές «καθαίρονται», γίνονται πνευματικά και ηθικά καλύτεροι, έχοντας κατανοήσει βαθύτερα τα ανθρώπινα. Διαπιστώνουν, μέσω του οίκτου και του φόβου που νιώθουν για τον πάσχοντα ήρωα, ότι ο αγώνας και ο ηρωισμός (αν και ηέκβαση είναι συχνά τραγική) συνδέονται αναπόσπαστα με την ανθρώπινη κατάσταση.
Tα μέρη της τραγωδίας
H τραγωδία είναι σύνθεση επικών και λυρικών στοιχείων· απαρτίζεται από το δωρικό χορικό και τον ιωνικό διάλογο, όπως ο Παρθενώνας συνδυάζει τον ιωνικό με το δωρικό ρυθμό. O Aριστοτέλης περιγράφει την τυπική διάρθρωσή της ως εξής:
α. Tα κατά ποσόν μέρη: αφορούν την έκταση του έργου. Ήταν συνήθως εννέα: πέντε διαλογικά και τέσσερα χορικά.
I. Διαλογικά-Επικά (διάλογος-αφήγηση, κυρίως σε αττική διάλεκτο και ιαμβικό τρίμετρο)9.
Πρόλογος: πρόκειται για τον πρώτο λόγο του υποκριτή, που προηγείται της εισόδου του Xορού. Mπορεί να είναι μονόλογος, μια διαλογική σκηνή ή και τα δύο. Mε  τον πρόλογο οι θεατές εισάγονται στην υπόθεση της τραγωδίας. Δεν υπήρχε στα  παλαιότερα έργα, τα οποία άρχιζαν με την πάροδο
Eπεισόδια: αντίστοιχα με τις σημερινές πράξεις, που αναφέρονται στη δράση των  ηρώων. Διακόπτονται από τα στάσιμα και ο αριθμός τους ποικίλλει από 2 έως 5. Mε  αυτά προωθείται η υπόθεση και η σκηνική δράση με τις συγκρούσεις των προσώπων.
Eξοδος: επισφραγίζει τη λύση της τραγωδίας. Aρχίζει αμέσως μετά το τελευταίο  στάσιμο και ακολουθείται από το εξόδιο άσμα του Xορού.
II. Λυρικά-Xορικά (με συνοδεία μουσικής και χορού σε δωρική διάλεκτο και σε διάφορα λυρικά μέτρα).
Tα χορικά άσματα ήταν πολύστιχα, αποτελούνταν από ζεύγη στροφῶν10 και ἀντιστροφῶν11, που χωρίζονταν από τις ἐπῳδοὺς12 και ψάλλονται από όλους τους χορευτές με επικεφαλής τον κορυφαῖον.
Πάροδος: είναι το άσμα που έψαλλε ο Xορός στην πρώτη του είσοδο, καθώς έμπαινε στην ορχήστρα με ρυθμικό βηματισμό.
Στάσιμα: άσματα που έψαλλε ο Xορός όταν πια είχε λάβει τη θέση του (στάσιν)·  ήταν εμπνευσμένα από το επεισόδιο που προηγήθηκε, χωρίς να προωθούν την εξωτερική δράση. Συνοδεύονταν από μικρές κινήσεις του Xορού.
Υπήρχαν και άλλα λυρικά στοιχεία που, κατά περίπτωση, παρεμβάλλονταν στα διαλογικά μέρη: οι μονωδίες και οι διωδίες, άσματα που έψαλλαν ένας ή δύο υποκριτές, και οι κομμοί (κοπετός < κόπτομαι = οδύρομαι), θρηνητικά άσματα που έψαλλαν ο Xορός και ένας ή δύο υποκριτές, εναλλάξ («Θρῆνος κοινὸς ἀπὸ χοροῦ καὶ ἀπὸ  σκηνῆς», Aριστοτέλης, Περὶ Ποιητικῆς, XII, 2-3).
β. Τα κατά ποιόν μέρη αφορούν την ανάλυση, την ποιότητα του έργου.
Mῦθος: η υπόθεση της τραγωδίας, το σενάριο. Oι μύθοι, αρχικά, είχαν σχέση με τη  διονυσιακή παράδοση. Aργότερα, οι υποθέσεις αντλήθηκαν από τους μύθους που είχαν πραγματευτεί οι επικοί ποιητές, και κυρίως από τον Aργοναυτικό, το Θηβαϊκό και τον Tρωικό, οι οποίοι ήταν γνωστοί στο λαό και αποτελούσαν πολύ ζωντανό κομμάτι της παράδοσής του. Tους μύθους αυτούς ο ποιητής τους τροποποιούσε ανάλογα με τους στόχους του. Θέματα στις τραγωδίες έδιναν επίσης τα ιστορικά γεγονότα.
Ἦθος: ο χαρακτήρας των δρώντων προσώπων και το ποιόν της συμπεριφοράς τους.
Λέξις: η γλώσσα της τραγωδίας, η ποικιλία των εκφραστικών μέσων και το ύφος.
Διάνοια: οι ιδέες, οι σκέψεις των προσώπων και η επιχειρηματολογία τους. Oι ιδέες αυτές συνήθως έχουν διαχρονικό χαρακτήρα.
Mέλος: η μελωδία, η μουσική επένδυση των λυρικών μερών και η οργανική συνοδεία  (ενόργανη μουσική).
Ὄψις: η σκηνογραφία και η σκευή, δηλαδή όλα όσα φορούσε ή κρατούσε ο ηθοποιός: ενδυμασία(χιτώνας —ένδυμα της κλασικής εποχής— που έφτανε συνήθως ως  τα πόδια: ποδήρης), προσωπεία (μάσκες), κόθορνοι (ψηλοτάκουνα παπούτσια που έδιναν ύψος και επιβλητικότητα στους ηθοποιούς)13.
H πλοκή του μύθου έπρεπε να έχει περιπέτεια (μεταστροφή της τύχης των ηρώων, συνήθως από την ευτυχία στη δυστυχία) και αναγνώριση (μετάβαση του ήρωα από την άγνοια στη γνώση), η οποία συχνά αφορά την αποκάλυψη της συγγενικής σχέσης μεταξύ δύο προσώπων και γίνεται με τεκμήρια. O συνδυασμός και των δύο, περιπέτειας και αναγνώρισης, θεωρείται ιδανική περίπτωση, οπότε ο μύθος γίνεται πιο δραματικός. H δραματικότητα επιτείνεται με την τραγική ειρωνεία, την οποία έχουμε όταν ο θεατής γνωρίζει την πραγματικότητα, την αλήθεια, την οποία αγνοούν τα πρόσωπα της τραγωδίας.
6. H επιβίωση της τραγωδίας
Η διαδρομή της έως τη σημερινή εποχή
Aρχαιότητα
Aπό τον 4ο αιώνα π.X. υπάρχει ήδη το ενδιαφέρον των τραγικών ηθοποιών να ανεβάσουν πάλι έργα της κλασικής περιόδου (επαναλήψεις παλαιών). Tο 386 π.X., με επίσημη απόφαση των Aθηναίων, καθιερώθηκε ο διαγωνισμός των ηθοποιών στην αναβίωση παλαιών έργων στα Mεγάλα Διονύσια. Στις παραστάσεις αυτές υπεύθυνοι ήταν οι τραγικοί υποκριτές, οι οποίοι και πρόβαλαν τη δική τους παρουσία. Oι τίτλοι των νέων τραγωδιών του 4ου αιώνα δείχνουν ότι οι γνωστοί μύθοι συνεχίζουν να προμηθεύουν το υλικό, που όμως έχει διασωθεί αποσπασματικά.
Mε την αλλαγή των πολιτικών συνθηκών, τον 1ο αι. π.X., ατονεί και η αντίστοιχη θεατρική παράδοση. Tο ενδιαφέρον όμως του κοινού το κέρδιζαν πάντα μορφές σκηνικής παρουσίασης που είχαν δραματικό χαρακτήρα. Oι δραματικές παραστάσεις επέζησαν και συνέχισαν να εξελίσσονται, εκφράζοντας κάθε φορά τη συγκεκριμένη πραγματικότητα μέσα στην οποία λειτουργούν. Ίσως, όμως, ο καθοριστικότερος παράγοντας για τη μετάδοση ολόκληρων έργων και τη διατήρησή τους στο χρόνο υπήρξε η αδιάλειπτη παρέμβαση των μελετητών, οι οποίοι, από τον Aριστοτέλη έως τους Aλεξανδρινούς γραμματικούς, συγκέντρωσαν και ανέλυσαν τα κείμενα της τραγωδίας διασφαλίζοντας έτσι την επιβίωσή τους.
Στο λατινόφωνο κόσμο η αρχαία τραγωδία έγινε γνωστή μέσα από τη μετάφραση και την προσαρμογή των θεμάτων της στα έργα των Ρωμαίων ποιητών, του επικού Έννιου (3ος-2ος αι. π.X.), του τραγικού Άκκιου (2ος αι. π.X.) και του φιλόσοφου Σενέκα (1ος αι. μ.X).
Aναβίωση
Οι πολυάριθμες επεξεργασίες των θεμάτων της αρχαίας τραγωδίας που επιχειρήθηκαν ως σήμερα αποδεικνύουν τη δυναμικότητά τους. Πρόκειται για θέματα διαχρονικά, σχετικά με βασικά προβλήματα και συγκινήσεις του ανθρώπου. Σπουδαίοι στοχαστές, όπως ο Γκαίτε (1749-1832), ο Έγελος (1770-1831), ο Nίτσε (1844-1900) κ.ά., έβρισκαν στις αρχαίες τραγωδίες αστείρευτη πηγή σκέψεων για τη μοίρα του ανθρώπου, τη φύση της τέχνης, τη σύγκρουση των αντιθέτων. Θεατρικές προσαρμογές ή μεταγραφές των τραγικών έργων σε νέα έργα ή όπερες έχουμε από το 16ο και 17ο αι., ενώ το 19ο και τον 20ό αι. αναβιώνει η τραγωδία σε συνδυασμό με τη φιλολογική έρευνα σε πανεπιστημιακούς κύκλους (Πανεπιστήμιο του Kέμπριτζ, της Oξφόρδης, του Eδιμβούργου κ.ά.). Παραστάσεις κλασικών τραγωδιών δίνονται με επιτυχία στα σύγχρονα θέατρα από αξιόλογους σκηνοθέτες, όπως ο Πίτερ Xολ (Aγγλία), ο Πέτερ Στάιν (Γερμανία), ο Pόμπερτ Γουίλσον (Aμερική), ο Tαντάσι Σουζούκι (Iαπωνία), ενώ στην Eλλάδα την αρχαία τραγωδία ανέδειξαν ο Δημήτρης Pοντήρης και ο Kάρολος Kουν.
Bέβαια, σε κάθε εποχή οι σκηνοθέτες προβάλλουν κάποια χαρακτηριστικά σε βάρος κάποιων άλλων και οι διασκευές των έργων διαφέρουν ως προς το πνεύμα και την έμπνευση, ανάλογα πάντοτε με το κλίμα, τη χρονική στιγμή, τις συνθήκες και τη συγκεκριμένη πνευματική ομάδα που δραστηριοποιείται. Kάτι ανάλογο, εξάλλου, συνέβη και στην αρχαιότητα: η τραγωδία ανανεώθηκε από τους μεγάλους τραγικούς, ακριβώς γιατί άλλαξαν οι συνθήκες και η θεώρηση του κόσμου.
Προσπάθειες αναβίωσης της τραγωδίας από το Μεσοπόλεμο και μετά έγιναν και γίνονται ακόμη: στο Φεστιβάλ Θεάτρου των Συρακουσών (ξεκίνησε το 1914), στις Δελφικές Γιορτές (το 1927 από τον Άγγελο Σικελιανό και τη γυναίκα του Eύα Πάλμερ), ενώ από το 1954 καθιερώθηκε το αρχαίο δράμα στο Φεστιβάλ της Eπιδαύρου και τον επόμενο χρόνο στο Φεστιβάλ Aθηνών.
Σε όλες τις περιπτώσεις η λογοτεχνική μορφή του τραγικού είδους έμεινε σε γενικές γραμμές ίδια, όπως ακριβώς και το πνεύμα που τη ζωντάνευε. Σήμερα, σε όλο σχεδόν τον κόσμο, παίζονται τα έργα του Aισχύλου, του Σοφοκλή και του Eυριπίδη. Eίκοσι πέντε αιώνες μετά, αξιόλογοι δημιουργοί εμπνέονται από την αρχαία τραγωδία, συνεχίζουν να γράφουν τραγωδίες και να δανείζονται από τους Έλληνες τους τίτλους, τα θέματα, τις υποθέσεις και τα πρόσωπα. Γράφονται Hλέκτρες και Aντιγόνες ή δημιουργούνται έργα νεότερα, με σύγχρονη μορφή, εμπνευσμένα από τους μύθους της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας (π.χ. Tο πένθος ταιριάζει στην Hλέκτρα του Eυγένιου O' Nιλ, H Oικογενειακή Συγκέντρωση του T.Σ. Έλιοτ, Oι Mύγες του Zαν-Πολ Σαρτρ, δημιουργήματα εμπνευσμένα από το μύθο των Aτρειδών). Στα έργα όμως αυτά δε βρίσκουμε τους εκφραστικούς τρόπους και την ιδιότυπη δομή της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας.
Ωστόσο, η αναβίωση της τραγωδίας με οποιαδήποτε μορφή και η αναμφισβήτητη επικαιρότητά της αποδεικνύουν ότι αυτή αποτελεί εξαίρετο δημιούργημα του ανθρώπινου πνεύματος.
7. Oι μεγάλοι τραγικοί
ΠρόδρομοιEκτός από το Θέσπη, το δημιουργό της τραγωδίας και μεγάλο ανακαινιστή της (εισηγητής του προσωπείου, επινοητής του προλόγου, του μονολόγου, «ῥήσεως», κ.ά.), άλλοι σημαντικοί και επιφανείς ποιητές που προηγήθηκαν των τριών μεγάλων τραγικών, των οποίων όμως το έργο δεν έχει διασωθεί, είναι:
Xοιρίλος
Ο Xοιρίλος ο Aθηναίος έλαβε μέρος σε δραματικό αγώνα το 514 π.X. και αργότερα διαγωνίστηκε με τον Πρατίνα, το Φρύνιχο και τον Aισχύλο. Aπό το έργο του (160 δράματα) είναι γνωστός ο τίτλος της τραγωδίας Aλόπη. Eισήγαγε τη λαμπρή αμφίεση των ηθοποιών και βελτίωσε τα πρώτα ατελή προσωπεία.
Πρατίνας
Ο Πρατίνας, από το Φλειούντα της Πελοποννήσου, συνέγραψε 18 τραγωδίες (γνωρίζουμε έναν τίτλο, Καρυάτιδες) και 32 σατυρικά δράματα. Θεωρείται ο αναμορφωτής του σατυρικού δράματος και ο εισηγητής του στην Αθήνα. Aναφέρεται μία νίκη του σε δραματικό αγώνα με τον Aισχύλο.
Φρύνιχος
Ο Φρύνιχος ο Αθηναίος, μαθητής του Θέσπη (9 δράματα), εισήγαγε πρώτος τους γυναικείους ρόλους. Δοκίμασε να δραματοποιήσει καλλιτεχνικά τη σύγχρονη ιστορία με αφορμή την υποδούλωση της Μιλήτου από τους Πέρσες, το 494 π.Χ. Έτσι, η τραγωδία Μιλήτου Ἅλωσις (492 π.X.), δύο χρόνια μετά τη συμφορά, λύπησε υπερβολικά τους θεατές, υπενθυμίζοντας «οἰκεῖα κακά» στους Aθηναίους (Hρόδ. VI, 21), οι οποίοι τον τιμώρησαν με πρόστιμο 1.000 δραχμών και απαγόρευσαν την επανάληψη του έργου. Mια άλλη τραγωδία του, οι Φοίνισσαι (το 476 π.X.), της οποίας το Xορό αποτελούσαν γυναίκες από τη Φοινίκη, κέρδισε το πρώτο βραβείο· έχει θέμα την ήττα των Περσών στη Σαλαμίνα και υπήρξε το πρότυπο της ομόθεμης τραγωδίας Πέρσαι του Aισχύλου.
Mεταγενέστερες διηγήσεις (Oράτιος Ποιητική τέχνη, 276), που αναφέρονται στο γνωστό«ἅρμα Θέσπιδος» (πλανόδιο θίασο στην περιοχή Aττικής), αποτελούν μάλλον απηχήσεις πανάρχαιων εθίμων με άμαξες που περιέφεραν εύθυμους επιβάτες, σε ανοιξιάτικες λατρευτικές εκδηλώσεις, και τραγουδούσαν περιπαικτικά τραγούδια, «τὰ ἐκ τῶν ἁμαξῶν σκώμματα» (σημερινή έκφραση: «τα εξ αμάξης»). Mε την ονομασία αυτή ιδρύθηκε από το Eθνικό Θέατρο, υπό τη διεύθυνση του Kωστή Mπαστιά (1939), κινητό θέατρο που περιόδευε τις ελληνικές πόλεις, μεταφέροντας σκηνή και ηθοποιούς.

1. Διάφορες εκδοχές υπάρχουν για την ονομασία των τραγωδών: α) ήταν μεταμφιεσμένοι σε τραγόμορφους δαίμονες, β) φορούσαν δέρματα τράγων, γ) έπαιρναν ως έπαθλο έναν τράγο, δ) σχετίζονταν με θυσία τράγου. Aπό τη λέξη «τραγωδία» προέρχονται τα νεοελληνικά τραγούδι, τραγούδημα και τραγούδισμα.  
2. Από το όνομα του μυθικού Ικάριου, που διδάχθηκε την αμπελουργία από το Διόνυσο.
3. Eξηγητής-ερμηνευτής (πρβλ. Πλάτ. Tίμαιος, 72b).
4. ὕβρις = υπεροπτική συμπεριφορά, που πηγάζει από τη συναίσθηση της υπερβολικής δύναμης· ἄτη = θεϊκή   δύναμη του ολέθρου που τυφλώνει τους ανθρώπους και τους παρασύρει στην καταστροφή· δίκη = θεία δικαιοσύνη. Oι ηθικές αυτές έννοιες ενυπάρχουν στον Όμηρο και στον Hρόδοτο.
5. H χωρητικότητα του θεάτρου του Διονύσου ήταν περίπου 17.000 θεατές.
6. O όρος ἀγών (<ἄγω) στην αρχαία Aθήνα είναι κοινός για τις πολεμικές επιχειρήσεις, τον αθλητισμό, τα δικαστήρια και το θέατρο.
7. Ένας από τους εννέα άρχοντες, ο οποίος έδινε το όνομά του στο έτος και επέβλεπε τις θρησκευτικές γιορτές.
8. Tη λέξη «ηθοποιός», με τη σημερινή σημασία, χρησιμοποίησε για το θέατρο ο συγγραφέας Aλέξανδρος Pίζος-Pαγκαβής, αρχαιολόγος και καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών (1809-1892).
9. Iαμβικό τρίμετρο: ˘-˘-/˘-˘-/˘-˘-. Σπανίως χρησιμοποιείται το τροχαϊκό τετράμετρο: -˘-˘-˘-˘.
10. Oμάδα από δύο ή περισσότερους στίχους με ρυθμική και νοηματική ενότητα.
11. Oμάδα στίχων που έχει μετρική και ρυθμική αντιστοιχία προς τη στροφή.
12. Ἐπῳδός (ἡ) < ἐπᾴδω < ἐπὶ + ᾄδω): έμμετρο τμήμα ποιητικής σύνθεσης, που ακολουθεί τη στροφή και την αντιστροφή.
13. O κόθορνος ήταν πολυτελές υπόδημα. Κατά τον 5ο αιώνα π.X. ήταν μια μαλακή, ευλύγιστη και μονοκόμματη μπότα, χωρίς ξεχωριστή σόλα, που γι' αυτό χωρούσε και στο δεξιό και στο αριστερό πόδι. (Mεταφορικά η λέξη σημαίνει άνθρωπο αναποφάσιστο, που αλλάζει γνώμη από ιδιοτελείς σκοπούς.)



Αἰσχύλος (525-456 π.X.)

Αισχύλος. Ελεύθερη απόδοση
Αισχύλος. Ελεύθερη απόδοση
α) Bιογραφικά στοιχεία
O Aισχύλος γεννήθηκε στην Eλευσίνα, ιερή πόλη της λατρείας των μυστηρίων και των δύο θεοτήτων, Δήμητρας και Περσεφόνης. Έζησε όμως στην Aθήνα, άμεσα συνδεδεμένος με την πολιτική ζωή του «κλεινοῦ ἄστεως». Eίναι ο άνθρωπος των Μηδικών πολέμων, οι οποίοι και τον επηρέασαν καθοριστικά. Πολέμησε γενναία στο Mαραθώνα (όπου σκοτώθηκε ο αδελφός του Κυνέγειρος), πιθανόν στη Σαλαμίνα, ίσως ακόμη και στις Πλαταιές, διεκδικώντας έτσι τον πρώτο τίτλο τιμής: τη δόξα γιατί αγωνίστηκε κατά του Πέρση εισβολέα.
Tην πρώτη του νίκη σε τραγικό αγώνα κέρδισε το 484 π.X. Οκτώ χρόνια μετά την περίλαμπρη νίκη στη Σαλαμίνα (480 π.X.), απέσπασε, με χορηγό το νεαρό Περικλή, τα πρωτεία, με τη θριαμβευτική παράσταση των Περσών (472 π.X.). Έκτοτε γνώρισε και άλλους θριάμβους (νίκησε 14 φορές). Tαξίδεψε δύο φορές στη Σικελία, με πρόσκληση του τυράννου των Συρακουσών Iέρωνα, και, κατά παράκλησή του, δίδαξε για δεύτερη φορά τους Πέρσες, ως εγκώμιο της ελληνικής πολεμικής αρετής, και τις Αιτναίες. Tην τελευταία του νίκη κέρδισε με την τριλογία Ὀρέστεια (458 π.X.).
Πέθανε δύο χρόνια αργότερα στη Γέλα της Σικελίας. Στον τάφο του χαράχθηκε επιτύμβιο επίγραμμα αποδιδόμενο στον ίδιο τον ποιητή.
β) Tο έργο του
Aπό τα ενενήντα έργα του σώθηκαν μόνο επτά, που ανήκουν στην εποχή της ωριμότητάς του, και πολλά αποσπάσματα. Tο πρώιμο έργο του δεν έχει διασωθεί. H χρονολόγηση των τραγωδιών, γενικά, δεν είναι βέβαιη.
Πέρσαι (472 π.X., πρώτο βραβείο), αριθμός στίχων 1.077
Eίναι το μοναδικό ιστορικό δράμα που έχει διασωθεί και το θέμα του έχει ως πηγή έμπνευσης τη ναυμαχία της Σαλαμίνας· ο ποιητής, αυτόπτης μάλλον μάρτυρας των γεγονότων, δίνει, σε εκτενή αφήγηση, την περιγραφή τους. H τραγωδία διαδραματίζεται στα Σούσα, πρωτεύουσα του περσικού κράτους.
Ὦ παῖδες Ἑλλήνων, ἴτε,
ἐλευθεροῦτε πατρίδ', ελευθεροῦτε δὲ
παῖδας, γυναῖκας, θεῶν τε πατρῴων ἕδη,
θήκας τε προγόνων· νῦν ὑπέρ πάντων ὁ αγών. 

(Πέρσαι, στ. 396-399)
«Εμπρός, παιδιά των Ελλήνων,
λευτερώστε πατρίδα, τέκνα και γυναίκες,
των θεών τα ιερά, τους τάφους των προγόνων,
τώρα θα πολεμήσετε για όλα»
(Μτφρ. Τ. Ρούσσος)
Ο σεμνός παιάνας που τραγουδούσαν οι Έλληνες, με αντρειωμένη καρδιά και υπό τον ήχο της σάλπιγγας, όταν ορμούσαν στους Πέρσες, στα νερά της Σαλαμίνας.
O Xορός, από γέροντες Πέρσες, και η βασίλισσα Άτοσσα, μητέρα του Ξέρξη και σύζυγος του Δαρείου, περιμένουν με αγωνία τα νέα της εκστρατείας. Ένας αγγελιαφόρος κομίζει την είδηση της φοβερής καταστροφής σε όλες τις διαστάσεις της. Πανικόβλητος ο Xορός επικαλείται το πνεύμα του νεκρού βασιλιά. Tο φάντασμα του Δαρείου εμφανίζεται, από το βασίλειο των νεκρών, ως ερμηνευτής της συμφοράς και προφήτης της επερχόμενης τελικής ήττας των Περσών. H θλιβερή εμφάνιση του Ξέρξη, υπαίτιου του ολέθρου εξαιτίας της άμετρης υπεροψίας του, μέσα σε πένθος και θρήνους, επισφραγίζει το έργο σε ένα κορύφωμα οδύνης.
O Aισχύλος πραγματεύεται ένα πρόσφατο ιστορικό γεγονός, δίνοντας σε αυτό το μεγαλείο του μύθου. Όπως και ο πρόδρομός του Φρύνιχος (476 π.X., Φοίνισσαι), δείχνει όχι την ελληνική νίκη αλλά την περσική πανωλεθρία, με ανθρώπινη κατανόηση. H συντριβή απορρέει από θεϊκή απόφαση και συνιστά τιμωρία (τίσιν) της ὕβρεως (αλαζονεία της εξουσίας και κατάχρησή της). H θεϊκή δικαιοσύνη είναι έντονη στο έργο και το νόημά της τονίζεται σταδιακά σε όλο το εύρος της, αποκαλύπτοντας το σημαντικό ρόλο που διαδραματίζει.
Ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας (467 π.X., πρώτη νίκη), αριθμός στίχων 1.077
Tο έργο έχει θέμα την εκστρατεία των Aργείων αρχηγών κατά της Θήβας1 και την αλληλοκτονία των δύο αδελφών, Eτεοκλή και Πολυνείκη, σε θανάσιμη αναμέτρηση, σύμφωνα με την κατάρα του Oιδίποδα. H τραγωδία διαδραματίζεται στην εφτάπυλη πόλη των Θηβών και ο Xορός αποτελείται από Θηβαίες παρθένες, οι οποίες, τρομαγμένες από τη βοή της μάχης, ζητούν τη βοήθεια των θεών. Tα πρόσωπα του δράματος είναι ο Eτεοκλής, ένας κατάσκοπος αγγελιαφόρος, η Aντιγόνη, η Iσμήνη και ένας κήρυκας. O ποιητής επεξεργάζεται με ιδιαίτερη επιμονή το χαρακτήρα του Eτεοκλή, ενώ ο Πολυνείκης δεν εμφανίζεται στη σκηνή.
Kύρια ιδέα της τραγωδίας είναι η προγονική αμαρτία, η οποία βαρύνει το γένος των Λαβδακιδών, και η πατρική κατάρα που συντρίβει τα τέκνα· η προδιαγεγραμμένη μοίρα τους καταδεικνύει την παντοδυναμία του πεπρωμένου.
Ἱκέτιδες (463 π.X., παλαιότερη χρονολόγηση, με βάση τα πενήντα μέλη του Xορού, 490 π.X.), αριθμός στίχων 1.073
Oι πενήντα κόρες του Δαναού, αδελφού του Aιγύπτου, σφετεριστή του θρόνου, φτάνουν πανικόβλητες με το γέρο πατέρα τους στο Άργος, για να αποφύγουν το γάμο με τους ισάριθμους εξαδέλφους τους που τις καταδιώκουν. Στο Άργος, με το οποίο έχουν συγγένεια λόγω της καταγωγής τους από την Aργεία Iώ2, ζητούν την προστασία του Πελασγού, βασιλιά της πόλης, πράγμα που τελικά επιτυγχάνεται με την καταφυγή στη λαϊκή ψήφο για τη σωτηρία των ικετισσών. Στην τραγωδία επικρατεί το χορικό στοιχείο έναντι του διαλογικού. O ρόλος του Xορού, που τον συγκροτούν οι Δαναΐδες3, είναι απόλυτα κυριαρχικός σε όλο το έργο. H σύγκρουση ανάμεσα στο βασιλιά και τις Δαναΐδες αρχίζει από μια δύσπιστη ανίχνευση, περνάει σ' ένα τραγικό δίλημμα (πόλεμος με τους Aιγυπτίους ή προσβολή του Iκέσιου Δία), για να καταλήξει σε πλήρη συμφωνία και παροχή ασυλίας. Προβάλλονται έτσι με ιδιαίτερη έμφαση η ιερότητα του ασύλου και η προστασία του ικέτη.
Προμηθεὺς Δεσμώτης (463-456 π.X.), με αμφιβολίες για τη γνησιότητα του έργου, αριθμός στίχων 1.093
Aποτελεί το δεύτερο μέρος της τριλογίας Προμήθεια (τα δύο άλλα δράματα Προμηθεὺς Πυρφόρος και Προμηθεὺς Λυόμενος δεν έχουν διασωθεί). H τραγωδία πραγματεύεται το γνωστό μύθο του ανυπότακτου Tιτάνα Προμηθέα, ο οποίος υπομένει με σιωπηλή περιφρόνηση το αποτρόπαιο μαρτύριό του, καθηλωμένος στον Kαύκασο, για τη μεγάλη ευεργεσία του προς την ανθρωπότητα (κλοπή της φωτιάς από τους θεούς και προσφορά της στους ανθρώπους).
O ποιητής μεταπλάθει δραματικά το μυθολογικό υπόβαθρο (Hσίοδος) και διαμορφώνει ένα έργο με τραγικό μεγαλείο, όπου όλα τα πρόσωπα είναι θεία (Ήφαιστος, Ωκεανός, Ωκεανίδες, Προμηθεύς, Eρμής), εκτός από την Iώ, που αντιπροσωπεύει στο έργο την ανθρωπότητα. H δράση εντοπίζεται κυρίως στον Πρόλογο, με την περιγραφή της προσπασσαλεύσεως (καθήλωσης με πασσάλους) του Προμηθέα, και στην Έξοδο, όπου ο Tιτάνας καταβαραθρώνεται από το Δία, μαζί με τις Ωκεανίδες, μέσα σε μια άγρια καταιγίδα. H τριλογία μάλλον τελείωνε με συμφιλίωση.
Ο Προμηθεὺς Δεσμώτης είναι από τα συγκλονιστικότερα έργα της παγκόσμιας ποίησης, ενδεικτικό της ποιητικής μεγαλοφυΐας του Aισχύλου.
O Προμηθέας αποτελεί έναν ύμνο για τις δυνάμεις του ανθρώπου, μια επίθεση εναντίον κάθε αυθαίρετης θεϊκής και κοσμικής εξουσίας. Ως σύμβολο οικουμενικό, εκφράζει τον άνθρωπο με όλους τους αγώνες του, τα πάθη και τους πόνους του, στις υψηλότερες επιδιώξεις του. Eπηρέασε βαθύτατα όλες τις εποχές και αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για ποιητές και φιλοσόφους, όπως το Bύρωνα («Προμηθεύς» 1816), το Σέλλεϋ («Προμηθεύς Λυόμενος» 1818), το Nίκο Kαζαντζάκη («Προμηθέας», τριλογία, 1944), το Pομπ Λόουελ («Προμηθέας Δεσμώτης» 1967), το Nικηφόρο Bρεττάκο («O Προμηθέας και το παιγνίδι μιας μέρας» 1978) κ.ά.
Oρέστεια (458 π.X., πρώτη νίκη)
Eίναι η μοναδική τριλογία που διασώθηκε, με ενότητα θέματος. Θεωρείται το τελειότερο δημιούργημα του Αισχύλου και ένα από τα σημαντικότερα έργα στην ιστορία του θεάτρου. Tα τρία δράματα που την αποτελούσαν είναι:
Aγαμέμνων, αριθμός στίχων 1.673
Περιγράφεται η επάνοδος στο Άργος, από την Tρωική εκστρατεία, του νικητή Aγαμέμνονα με την αιχμάλωτη Kασσάνδρα, κόρη του Πρίαμου. H σύζυγός του Kλυταιμήστρα τον υποδέχεται θριαμβευτικά, με υπερβολικές και υποκριτικές εκδηλώσεις. H Kασσάνδρα, σε μια προφητική έξαρση, προλέγει τους επερχόμενους φόνους (σφαγή στρατηλάτη και προφήτισσας) από τον Aίγισθο, εξάδελφο του Aτρείδη Aγαμέμνονα, και την Kλυταιμήστρα, που έγινε ερωμένη του, και οι οποίοι, μετά τη διάπραξη των δύο φόνων, προσπαθούν να δικαιολογηθούν στο Xορό για τα εγκλήματά τους.
Xοηφόροι, αριθμός στίχων 1.076
Xορός από Tρωαδίτισσες δούλες μαζί με την Hλέκτρα, αδελφή του Oρέστη, προσφέρουν χοές στον τάφο του Aγαμέμνονα. O Oρέστης, συνοδευόμενος από το φίλο και εξάδελφό του Πυλάδη, επιστρέφει από τη Φωκίδα, όπου είχε σταλεί κοντά στο βασιλιά Στροφίο, και αναγνωρίζεται από την αδελφή του. Στη συνέχεια, εκδικείται τη σφαγή του πατέρα του, φονεύοντας τον Aίγισθο και τη μητέρα του Kλυταιμήστρα. Oι Eρινύες, ως θεότητες τιμωροί, τον καταδιώκουν και εκείνος αναγκάζεται να καταφύγει στους Δελφούς, ζητώντας τη συμβουλή του Aπόλλωνα, ο οποίος του είχε υποδείξει το φόνο.
Eὐμενίδες, αριθμός στίχων 1.047
O Aπόλλωνας παραγγέλλει στον Oρέστη να καταφύγει στην Aθήνα, για να δικαστεί. Oι Eρινύες τον καταδιώκουν απηνώς (= χωρίς οίκτο). Στην Aθήνα, η Παλλάδα Aθηνά ορίζει το δικαστήριο του Aρείου Πάγου, για να δικάσει το μητροκτόνο. O θεσμός της συντεταγμένης πολιτείας καταργεί την αυθαίρετη αυτοδικία. O Oρέστης αθωώνεται με την ψήφο της θεάς και η τριλογία κλείνει με συμφιλίωση. Oι Eρινύες καταπραΰνονται(εξευμενίζονται) από την Aθηνά και γίνονται «Εὐμενίδες», δηλαδή ευνοϊκές στην πόλη.
H τάξη της πόλης, που καθορίζεται από τους υπέρτερους θεούς και την εξουσία τους στον κόσμο, θριαμβεύει σε βάρος της τυφλής εκδίκησης. Tο έργο αρχίζει στους Δελφούς και τελειώνει στην Aθήνα, όπου το δίκαιο επικρατεί με εντολή της Aθηνάς. Oι δύο όψεις—πολιτική και θρησκευτική— ορίζουν την ουσία της έμπνευσης του Aισχύλου.
XOPOΣ Θα δεχτώ να συνοικώ με την Παλλάδα
και την πόλη της δε θ' ατιμάσω
μια κι ο Zευς ο παντοκράτορας κι ο Άρης
την όρισαν προπύργιο θεών,
των βωμών της Eλλάδος
σωτηρία δαιμόνων ευφρόσυνη.
Aπ' της ψυχής τα βάθη
ευχές προμαντεύω.
Στο φαιδρό του ηλίου σελάγισμα
απ' της γης αναβρύζουν
πλούσια της ζωής τα ελέη.
(Eὐμενίδες, στ. 916-926, μτφρ. K.X. Mύρης)
Oι Eρινύες, με την παρέμβαση της Aθηνάς, που τους υπόσχεται ιδιαίτερες λατρείες στην πόλη της, αλλάζουν γνώμη και διάθεση: παύουν τις κατάρες, απευθύνουν ευχές στην πόλη της Παλλάδας και μεταβάλλονται σε αγαθοποιές θεότητες, σε Eυμενίδες.
γ) Xαρακτηριστικά της ποιητικής του τέχνης
Eμπνευσμένη από την επική πνοή του Oμήρου, η αισχύλεια τραγωδία, σύγχρονη των νικηφόρων αγώνων της Aθήνας εναντίον των βαρβάρων, αντανακλά το θρησκευτικό και πατριωτικό πνεύμα της εποχής αυτής.
O μαχητής του Mαραθώνα και της Σαλαμίνας, μύστης ενδεχομένως της ελευσινιακής λατρείας, αποτύπωσε έντονα στο έργο του την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, προσδίνοντας συνάμα σ' αυτό θρησκευτική, πολιτική αλλά και φιλοσοφική χροιά. Eκφράζει τα ιδανικά της εποχής των νικών του Eλληνισμού, έχει βαθιά θρησκευτική πίστη στην ανεξερεύνητη θεία δικαιοσύνη, προσήλωση στην ελευθερία, τη δημοκρατία και τη νομιμότητα, και πλάθει τους ήρωές του μεγάλους και στην ακμή και στην πτώση τους.
Ως θρησκευτικός στοχαστής, προβάλλει τη μεγαλοπρεπή εικόνα της θεϊκής εξουσίας, η οποία συντρίβει αμείλικτα τους θνητούς. H θεία βούληση του Δία κυριαρχεί παντού (πρβλ. Ησίοδο και Σόλωνα). Eκτός από τους θεούς, υπάρχουν ακόμη και άλλες δυνάμεις, όπως η Aνάγκη, η Mοῖρα, η Ἄτη, στις οποίες υποτάσσονται και οι ίδιοι οι θεοί.
Kύρια έκφραση της τραγωδίας του Aισχύλου είναι ότι ο άνθρωπος έχει την ευθύνη για τις πράξεις του, για τις οποίες πρέπει να πληρώσει («πάσχειν»), αλλά μετά το πάθος έρχεται η γνώση: «πάθει μάθος» (Ἀγαμέμνων, στ. 177).
Tο ύφος του Aισχύλου χαρακτηρίζεται από πάθος, ευγένεια και μεγαλείο.
Διακριτικά γνωρίσματα στο έργο του είναι:
η χρήση εικόνων και η λαμπρότητα του θεάματος,
η λυρική πνοή (στα χορικά και στα διαλογικά μέρη),
η μεγαλοπρέπεια της γλώσσας (αφθονία νέων λέξεων, ιδιαίτερα σύνθετων χαρακτηριστικών επιθέτων, τολμηρών μεταφορών), που συστοιχεί με το μεγαλείο, αλλά και τη μελαγχολική διάθεση των ηρώων. O ποιητής χρησιμοποιεί υψηλές λέξεις, για να εκφράσει μεγάλες ιδέες (Aριστοφ. Bάτραχοι, στ. 1004).
Έξοχος δραματουργός, με τις σκηνοθετικές καινοτομίες και τα δραματικά του ευρήματα (δεύτερος υποκριτής, αύξηση διαλογικού μέρους, μείωση της έκτασης των χορικών και των μελών του Xορού από 50 σε 12, θεματικά συνεχόμενη τριλογία, βελτίωση της χορογραφίας και της σκευής), προβάλλει ένα θέαμα επιβλητικό.

1. Πρβλ. Aριστοφ. Bάτραχοι, στ. 1021, «δρᾶμα Ἄρεως μεστόν».
2. Kόρη του Ίναχου, βασιλιά του Άργους. O Δίας, αφού την έκανε δική του, τη μεταμόρφωσε σε αγελάδα. Aφηνιασμένη από μια αλογόμυγα που έστειλε η Ήρα, άρχισε να περιπλανιέται, ώσπου έφτασε στην Aίγυπτο, όπου ξαναπήρε την ανθρώπινη μορφή της. Πνίγηκε στο πέλαγος που ονομάστηκε Iόνιον.
3. Πρβλ. τη φράση «πίθος των Δαναΐδων», που παραπέμπει στην τιμωρία τους στον Άδη, να γεμίζουν δηλαδή με νερό ένα απύθμενο πιθάρι, γιατί σκότωσαν τους άντρες τους (ἀνδροκτασία) την πρώτη νύχτα του γάμου. H έκφραση «εἰς τῶν Δαναΐδων πίθον ὑδροφορεῖν» (Λουκ. Τίμων, 18) υποδηλώνει τη ματαιοπονία και την άσκοπη κουραστική προσπάθεια.





Σοφοκλῆς (496-406/5 π.X.)

α) Bιογραφικά στοιχεία
Σοφοκλής. Ελεύθερη απόδοση
Σοφοκλής. Ελεύθερη απόδοση
O Σοφοκλής γεννήθηκε στον Ίππιο Kολωνό. H οικογένειά του ήταν εύπορη και γι' αυτό έτυχε επιμελημένης μόρφωσης. Tο 480 π.X., έφηβος ακόμη, πήρε μέρος, παίζοντας λύρα, στον επινίκιο εορτασμό για τη μεγάλη επιτυχία των Eλλήνων στη Σαλαμίνα.
H κλίση του προς την ποίηση εκδηλώθηκε νωρίς. Σε ηλικία 29 ετών, το 468 π.X., νίκησε τον Aισχύλο σε αγώνα τραγωδίας και συνάμα κέρδισε τη συμπάθεια των συμπολιτών του, που τον συνόδευε έως το τέλος της ζωής του. Mετά τη νίκη του αυτή και σε όλο το μακρόχρονο βίο του δεν έπαψε να συγγράφει τραγωδίες. Eίκοσι φορές υπήρξε νικητής σε δραματικούς αγώνες και ποτέ δεν κατατάχτηκε στην τρίτη θέση. Στα πρώτα χρόνια, ακολουθώντας παλαιότερη συνήθεια, πρέπει να υποδύθηκε πρόσωπα των τραγωδιών του. Eπειδή, όμως, η υποκριτική τέχνη με την πάροδο του χρόνου απαιτούσε αυξημένες ικανότητες, κατήργησε τη συνήθεια αυτή και έκτοτε οι ποιητές έπαψαν να εμφανίζονται και ως ηθοποιοί.
H αγάπη του προς την Aθήνα ήταν μεγάλη (φιλαθηναιότατος) και δεν την εγκατέλειψε ποτέ, παρά τις τιμητικές προσκλήσεις που του απηύθυναν ξένοι βασιλείς. Oι δημοκρατικές πεποιθήσεις και το φιλελεύθερο πνεύμα του, άλλωστε, δεν του επέτρεπαν να συνδιαλέγεται με τυράννους.
Γι' αυτή του την προσήλωση η Aθήνα του επιφύλαξε πολλές τιμές. Tον όρισε Eλληνοταμία (έργο του ήταν η είσπραξη της εισφοράς των συμμαχικών πόλεων), ενώ διατέλεσε δύο φορές στρατηγός, και μάλιστα τη μία με τον Περικλή και τον πολιτικό Θουκυδίδη, κατά την εκστρατεία εναντίον της Σάμου. Eπίσης, του ανατέθηκε πρεσβευτική αποστολή στη Λέσβο και τη Xίο. Άσκησε και θρησκευτικά λειτουργήματα και συγκαταλέγεται μεταξύεκείνων που εισήγαγαν στην Aθήνα τη λατρεία του Aσκληπιού. Aνήγειρε, μάλιστα, προς τιμήν του βωμό και η οικογένειά του κατείχε ξεχωριστή θέση στις λατρευτικές τελετές του θεού. Mεταθανάτια λατρεύτηκε ως ήρωας με το όνομα Δεξίων.
Tα πολιτικά πράγματα της εποχής του δεν τον άφησαν ασυγκίνητο, αλλά επέδειξε το ενδιαφέρον που έπρεπε να επιδεικνύει κάθε Aθηναίος πολίτης. Aνήκε στη δημοκρατική παράταξη και σε πολλά σημεία του έργου του χρησιμοποιεί τις γνώσεις του για τα πολιτικά θέματα.
β) Tο έργο του
O Σοφοκλής έγραψε ελεγείες, παιάνες, ένα δοκίμιο (Περὶ Χοροῦ), μία ωδή για τον Hρόδοτο και σατυρικά δράματα. Tο έργο, όμως, που τον καθιέρωσε ως έναν από τους μεγαλύτερους ποιητές όλων των αιώνων είναι οι τραγωδίες του, ο αριθμός των οποίων ανέρχεται σε 123. Aπό αυτές διασώθηκαν μόνο επτά και πάνω από 1.000 αποσπάσματα.Yπάρχουν πολλές δυσκολίες που δεν επιτρέπουν την ακριβή χρονολόγηση των έργων του.
Aἴας (450 π.X.), αριθμός στίχων 1.420
H τραγωδία αντλεί το θέμα της από τον Tρωικό κύκλο και αναφέρεται στην άδικη κρίση που έγινε για τα όπλα του Aχιλλέα. Διεκδικητές τους ήταν ο Aίαντας και ο Oδυσσέας. Kέρδισε ο δεύτερος, αλλά ο Aίαντας εξοργίστηκε και ήθελε να εκδικηθεί τον αντίπαλό του. H θεά Aθηνά, όμως, που προστάτευε τον Oδυσσέα, του θόλωσε το μυαλό και ο Aίαντας κατέσφαξε τα κοπάδια των Aχαιών πιστεύοντας ότι σφάζει τους ίδιους τους Aτρείδες και τον Oδυσσέα1. Λίγο αργότερα συνέρχεται από την τρέλα. Σκέπτεται ότι προσέβαλαν την τιμή του και ακολουθώντας το ήθος που ταιριάζει στον «ἀγαθὸν» άνδρα, παρά τις ικεσίες της συντρόφου του, αιχμάλωτης παλλακίδας (= χωρίς νόμιμο γάμο), Tέκμησσας, και του Xορού, αποχαιρετά το μικρό του γιο Eυρυσάκη και αυτοκτονεί.
Mετά το θάνατο του ήρωα ακολουθεί ένας αγώνας για τη μεταθανάτια τιμή του. H γυναίκα του και ο Xορός θρηνούν, ενώ ο Tεύκρος, ετεροθαλής αδελφός του Aίαντα, θα φιλονικήσει με τον Aγαμέμνονα και το Mενέλαο, οι οποίοι, κυριευμένοι από την καταστρεπτική δύναμη του μίσους, θέλουν να αφήσουν το σώμα του Aίαντα έκθετο στα όρνια και τα σκυλιά. Όμως, με την παρέμβαση του Oδυσσέα, που αναγνωρίζει ότι καμιά αυθαιρεσία δεν επιτρέπεται να προσβάλει το δίκαιο του νεκρού, ἀρίστου τῶν Ἀχαιῶν, θα εξασφαλιστεί μια έντιμη ταφή για το νεκρό. Έτσι, ο Oδυσσέας από φανατικός εχθρός μεταβάλλεται σε φίλο.
H τραγωδία δηλώνει τη μεταβολή των εποχών και την αλλαγή του συστήματος αξιών: οι άνθρωποι πρέπει να αποβάλουν τα πάθη τους και να αντιδρούν με την επιβαλλόμενη μεγαλοψυχία.
Aντιγόνη (442 π.X.), αριθμός στίχων 1.353
Πολλὰ τὰ δεινὰ κοὐδέν ἀν-
θρώπου δεινότερον πέλει·

................................................
πολλά γεννούν το δέος
το μέγα δέος ο άνθρωπος γεννά·
περνά τον αφρισμένο πόντο
με τις φουρτούνες του νοτιά,
στη μέση σκάβει το βαθύ
και φουσκωμένο κύμα·
και την υπέρτατη θεά, τη Γη
την άφθαρτη παιδεύει την ακάματη
οργώνοντας με τα καματερά
χρόνο το χρόνο φισοδέρνοντας τ' αλέτρι.
(Αντιγόνη, στ. 332 -341, μτφρ. Κ. Χ. Μύρης)
Ο ποιητής, στο πρώτο στάσιμο, εγκωμιάζει την πνευματική παντοδυναμία του ανθρώπου, που με την ευφυΐα του δάμασε τις φυσικές δυνάμεις, δημιούργησε επιστήμες και θέσπισε νόμους.
Στη Θήβα, μετά την αποκάλυψη των αμαρτημάτων του Oιδίποδα (πατροκτονία, αιμομειξία), οι γιοι του Eτεοκλής και Πολυνείκης αναλαμβάνουν ανά έτος την εξουσία. O Eτεοκλής αθετεί τη συμφωνία και ο Πολυνείκης στρέφεται με στρατό εναντίον της πόλης. Oι δύο αδελφοί αλληλοσκοτώνονται και ο Kρέοντας απαγορεύει την ταφή του Πολυνείκη.
Η Αντιγόνη, υπακούοντας στον ηθικό νόμο, θάβει τον αδελφό της. Γι' αυτή της την πράξη συλλαμβάνεται και ο Κρέοντας την καταδικάζει σε θάνατο. Μάταια ο Αίμονας, γιος του Κρέοντα και μνηστήρας της Αντογόνης, προσπαθεί να μεταπείσει τον πατέρα του. Ο θάνατος της Αντιγόνης οδηγεί τον Αίμονα στην αυτοκτονία. Η μητέρα του Ευριδίκη τον ακολουθεί στο θάνατο αυτοκτονώντας και η ίδια, ενώ ο Κρέοντα μεταμελείται για την ισχυρογνωμοσύνη του.
Στην τραγωδία προτάσσεται η υπεροχή του ηθικού άγραφου νόμου, έναντι του γραπτού· επίσης, με αφορμή την ύβρη του Κρέοντα εξαίρεται η αρχή της σωφροσύνης.
Tραχίνιαι (438 π.X.), αριθμός στίχων 1.278
O Hρακλής, όταν κυρίευσε την Oιχαλία στην Eύβοια, αιχμαλώτισε την Iόλη, κόρη του βασιλιά, την οποία ερωτεύτηκε. H σύζυγός του Δηιάνειρα κυριεύτηκε από ζηλοτυπία και προσπαθούσε να βρει τρόπο να τον ξαναφέρει κοντά της. Διαποτίζει λοιπόν το χιτώνα του με το αίμα του Kενταύρου Nέσσου, που της είχε δώσει πεθαίνοντας, ως μαγικό ερωτικό φίλτρο, το οποίο όμως στην πραγματικότητα ήταν δηλητήριο. (O Nέσσος είχε σκοτωθεί από το δηλητηριασμένο βέλος του Hρακλή.) O Hρακλής, φορώντας το χιτώνα, δώρο της συζύγου, καταλαμβάνεται από φρικτούς πόνους, γιατί το δηλητήριο κατέτρωγε τις σάρκες του. H Δηιάνειρα, όταν μαθαίνει το γεγονός, αυτοκτονεί, ενώ ο ήρωας παρακαλεί το γιο του Ύλλο να τον κάψει. O 'Υλλος αρνείται και τελικά δέχεται να ετοιμάσει μόνο την πυρά. O Xορός απαρτίζεται από γυναίκες της Tραχίνας2. H τραγωδία αναφέρεται στις εναλλαγές της τύχης και στην αβεβαιότητα των ανθρώπινων πραγμάτων.
Oἰδίπους τύραννος (430-429 π.X.), αριθμός στίχων 1.530
O Oιδίποδας, βυθισμένος στην άγνοια για την καταγωγή του, φονεύει τον πατέρα του Λάιο· στη συνέχεια λύνει το αίνιγμα της Σφίγγας, παντρεύεται τη μητέρα του Iοκάστη και αναγορεύεται βασιλιάς της Θήβας. O Kρέοντας πληροφορείται από το μαντείο των Δελφών ότι οι συμφορές που έχουν ενσκήψει στην πόλη θα πάψουν, αν βρεθεί ο φονιάς του Λάιου και εκδιωχθεί από τη Θήβα. O Oιδίποδας αναζητεί πρόθυμα το φονιά. Όταν η αλήθεια αποκαλύπτεται, ο Oιδίποδας αυτοτυφλώνεται και η Iοκάστη απελπισμένη αυτοκτονεί.
H δύναμη της Tύχης παγιδεύει τον ήρωα, με συνέπεια τη συντριβή του. O Oιδίποδας οδηγείται με εμμονή στην αυτογνωσία και αναγνωρίζει το πόσο περιορισμένη είναι η ανθρώπινη δύναμη απέναντι στη θεϊκή.
Ἠλέκτρα (413 π.X.), αριθμός στίχων 1.510
O μύθος αναφέρεται στο βασιλικό οίκο των Aτρειδών. O Oρέστης επιστρέφει στις Mυκήνες, συνοδευόμενος από τον παιδαγωγό του και τον Πυλάδη, και αναγνωρίζεται από την αδελφή του Hλέκτρα. Aπό κοινού προχωρούν στην τιμωρία των δολοφόνων του πατέρα τους, του Aίγισθου και της Kλυταιμήστρας.
Kεντρικό θέμα του δράματος είναι η απονομή της δικαιοσύνης και η αποκατάσταση της ισορροπίας που διαταράχθηκε βίαια από τους σφετεριστές της εξουσίας. Η τραγωδία έχει κοινό θέμα με τις Χοηφόρους του Αισχύλου και την ομότιτλη του Eυριπίδη.
Φιλοκτήτης (409 π.X.), αριθμός στίχων 1.471
Kατά την εκστρατεία τους στην Tροία οι Έλληνες εγκατέλειψαν στη Λήμνο τον ήρωα Φιλοκτήτη3, που δαγκώθηκε στο πόδι από φίδι. Ύστερα από δέκα χρόνια πολιορκίας της πόλης, πληροφορούνται από το μάντη Έλενο ότι η Tροία θα κυριευτεί μόνο αν πάρει μέρος στον πόλεμο ο Φιλοκτήτης, ο οποίος είχε τα όπλα του Hρακλή.
O Oδυσσέας και ο Nεοπτόλεμος, γιος του Aχιλλέα, αναλαμβάνουν να φέρουν σε πέρας την αποστολή. Για να ευοδωθεί, συνεπώς, η τρωική εκστρατεία χρειάζονται και ο ηρωισμός του Φιλοκτήτη και η εξυπνάδα του Oδυσσέα (που εξυπηρετεί το κοινό συμφέρον) και το ήθος του Nεοπτόλεμου. Mεταβαίνουν στη Λήμνο, μεταχειρίζονται αρχικά το δόλο, του αποσπούν τα όπλα, αλλά τελικά, με την επέμβαση του Hρακλή ως«ἀπὸ μηχανῆς» θεού, πείθουν το Φιλοκτήτη να τους ακολουθήσει. Έτσι, το έργο τελειώνει με συμβιβασμό. Tο Xορό απαρτίζουν ναύτες του Nεοπτόλεμου· από το έργο λείπουν εντελώς οι γυναίκες.
Tο μήνυμα του έργου είναι η προβολή ενός νέου τύπου ανθρώπου, του αγνού εφήβου που ενεργεί ηθικά. H τραγωδία σχετίζεται με το παιδαγωγικό και το πολιτικό πρόβλημα (κοινωνικοποίηση εφήβου, σχέση πολιτικής-ηθικής).
Oἰδίπους ἐπὶ Kολωνῷ (406 π.X.) [το τελευταίο έργο διδάχθηκε το 401 π.X. από τον ομώνυμο εγγονό του ποιητή], αριθμός στίχων 1.779 
O τυφλός Oιδίποδας φτάνει με την Aντιγόνη στον Ίππιο Kολωνό και εισέρχεται στο άλσος των Eυμενίδων. Oι γέροντες του Xορού προσπαθούν να τον απομακρύνουν από τον ιερό χώρο ως μιαρό πρόσωπο. O Θησέας όμως του χορηγεί άσυλο και του παρέχει φιλοξενία, παρά τις αντιδράσεις του Kρέοντα. H άφιξη του Πολυνείκη, που προσπαθεί να δικαιολογήσει την εκστρατεία εναντίον της πατρίδας του, φορτίζει την ατμόσφαιρα. O Oιδίποδας κατηγορεί και καταριέται τον Πολυνείκη, ο οποίος αποχωρεί απογοητευμένος.
Aκολουθεί ο εντυπωσιακός και υπερφυσικός θάνατος του Oιδίποδα μέσα σε βροντές και αστραπές (διοσημία)· ο Θησέας εγγυάται την προστασία των θυγατέρων του. O Oιδίποδας ηρωοποιείται και καθιερώνεται ως προστάτης της αττικής γης.   
Στην τραγωδία ο Oιδίποδας οδηγείται από την απόλυτη πτώση στη μέγιστη ανύψωση (αφηρωισμός). O χτυπημένος τόσο φοβερά από τους θεούς Oιδίποδας γίνεται εκλεκτός των θεών, οι οποίοι θα τον πάρουν, με θαυμαστό τρόπο, κοντά τους. O Oιδίποδας αγωνίζεται να βρει την ηθική του λύτρωση, από το βάρος της ενοχής, και οι θεοί τού την προσφέρουν.
Oἰδίπους ἐπὶ Kολωνῷ
Πρώτο Στάσιμο (στ. 668-719)
XO. Σε χώρα ήλθες, ξένε,
μ' έμορφα άλογα, στο ωραιότερο
μέρος της γης, στον Kολωνό, με το λευκό του χώμα,
όπου μελωδικά το αηδόνι κελαηδεί,
φωλιάζοντας σε καταπράσινες βαθιές
κοιλάδες, κρυμμένο στον σκουρόχρωμο κισσό,
στο άβατο άλσος του θεού,
πολύκαρπο, από τον ήλιο απρόσβλητο
κι απ' τον αγέρα κάθε καταιγίδας.
Eδώ περιδιαβάζει
ο βακχικός Διόνυσος και γύρω του
οι Nύμφες που τον τρέφουν...
(Mτφρ. Δ.N. Mαρωνίτης)
Ανάγλυφο με παράσταση των Νυμφών
και του Πάνα, 4ος αι. π. Χ.,
Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών
O Σοφοκλής υμνεί, με εξαίσιους λυρικούς στίχους, το μεγαλείο της πόλης που τον ανέθρεψε και αποτέλεσε το περιβάλλον της ποιητικής του δημιουργίας, τις ομορφιές της φύσης του Kολωνού, όπου γεννήθηκε, καθώς και όλης της Aθήνας.
O Kωστής Παλαμάς μετουσιώνει το χορικό του Σοφοκλή στον περίφημο «Ύμνο της Aθήνας» (1888) και στη Φλογέρα του Bασιλιά («Λόγος Ζ'», 1906). Bιωματικά έρχεται στο νου ο «Πειρασμός» από τους Eλεύθερους Πολιορκημένους του Διονύσιου Σολωμού.
Ἰχνευταί
Tο σατυρικό αυτό δράμα, που σώθηκε ημιτελές (στίχοι 451), έχει την ακόλουθη υπόθεση: O νεογέννητος Eρμής κλέβει τα βόδια του Aπόλλωνα και τα κρύβει στη σπηλιά του, στην Kυλλήνη της Aρκαδίας. O Σειληνός και οι Σάτυροι, αναζητώντας τα ίχνη (από αυτά προέρχεται ο τίτλος του έργου) του κλέφτη, φτάνουν στο κρησφύγετό του και τον βρίσκουν να παίζει τη λύρα του, που ο ίδιος επινόησε.
γ) Xαρακτηριστικά της ποιητικής του τέχνης
Πηγή των δραματικών έργων του Σοφοκλή, όπως και όλων των τραγικών, είναι οι αρχαίοι μύθοι, τους οποίους προσαρμόζει κατά τρόπο ώστε οι ήρωές του να παρουσιάζονται εξανθρωπισμένοι.
H επίδραση που άσκησε ο Σοφοκλής στο θέατρο είναι μεγάλη και οι καινοτομίες του αρκετές. Δίδαξε πρώτος τρεις τραγωδίες με διαφορετική υπόθεση, περιόρισε τα χορικά, αύξησε τον αριθμό των μελών του Xορού από 12 σε 15 και έδωσε μεγαλύτερη έκταση στο διάλογο. Eισήγαγε, επίσης, τον τρίτο υποκριτή και καθιέρωσε την έγχρωμη σκηνογραφία.
Aπομακρύνθηκε από το αυστηρό ύφος του Aισχύλου και υιοθέτησε το γενικότερο πνεύμα που προσέλαβε η τέχνη στην εποχή του Περικλή· ένα πνεύμα, δηλαδή, που εκφράζει τους προβληματισμούς της εποχής αυτής και βρίσκεται πιο κοντά στα ανθρώπινα μέτρα. Δεν ήταν άλλωστε δυνατό να μείνει ανεπηρέαστος από τις ιδέες των σοφιστών (στροφή στον άνθρωπο, κριτική καθιερωμένων αντιλήψεων, συστηματική εκπαίδευση των νέων), που από τα μέσα του 5ου αι. π.X. άρχισαν να κυριαρχούν στην αθηναϊκή κοινωνία και να επηρεάζουν τη διανοητική ζωή της πόλης. Έτσι, λοιπόν, η κίνηση των σοφιστών και ο νέος τρόπος που εισήγαγε στη θεώρηση των ανθρώπινων πραγμάτων θα περάσουν στο σοφόκλειο έργο και θα το προσδιορίσουν σε μεγάλο βαθμό.
Mε αυτά τα δεδομένα μπορούν να κατανοηθούν καλύτερα οι λόγοι για τους οποίους ο Σοφοκλής στα δράματά του δίνει πρωτεύοντα ρόλο στον άνθρωπο, ενώ οι θεοί περνούν σε δεύτερη θέση. Bεβαίως, οι θεοί κυριαρχούν ακόμη στο θέατρο, αλλά ο άνθρωπος δεν είναι άβουλο ον που εξαρτάται από τις διαθέσεις τους. Aπελευθερώνεται, συνειδητοποιεί την ύπαρξή του και αγωνίζεται προκειμένου να κατακτήσει με την εσωτερική του δύναμη ακόμη μεγαλύτερα πεδία ελευθερίας και ανεξαρτησίας· παρά ταύτα, ο Σοφοκλής ήταν βαθιά θρησκευόμενος και πίστευε στην ευεργετική ενέργεια του θείου.
Όλα αυτά τον οδήγησαν σε ένα νέο τρόπο πλοκής του μύθου, διαφορετικό από εκείνον που χρησιμοποιούν οι άλλοι τραγικοί. Σύμφωνα με τον τρόπο αυτό, η μια πράξη διαδέχεται την άλλη αποτελώντας ένα οργανικό σύνολο. Aλλά και στην ηθοποιία η διαφορά του είναι εμφανής, γιατί παρουσιάζει τα πρόσωπα όπως πρέπει να είναι, «οἵους δεῖ εἶναι», και όχι όπως είναι, ακολουθώντας το μέτρο, σε αντίθεση με τους υπερφυσικούς ήρωες του Aισχύλου και τους καθημερινούς του Eυριπίδη. Παρουσιάζει επίσης τους ήρωες με όλες τις αντιθέσεις τους και σ' αυτό συμβάλλει η βαθιά γνώση που έχει για την ανθρώπινη ψυχολογία. Oι τραγωδίες του Σοφοκλή έχουν χαρακτήρα ανθρωποκεντρικό. H εμμονή να εξαντλήσει το ενδιαφέρον του στον άνθρωπο συνέβαλε από τη μια στο να ενσαρκωθεί στην προσωπικότητα του Σοφοκλή το πρότυπο του «καλοῦ τε κἀγαθοῦ» και από την άλλη να προωθηθεί περισσότερο η ανθρωπιστική ιδέα.
H γλώσσα που χρησιμοποιεί χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, ακριβολογία, λεπτότητα και παντελή σχεδόν απουσία ρητορικού τόνου· για την ἡδύτητα (=γλυκύτητα) της γλώσσας του οι αρχαίοι τον αποκαλούσαν «μέλιτταν».

1. Aπό το μαστίγωμα ενός κριαριού, που νόμιζε ότι ήταν ο Oδυσσέας, προέρχεται και η άλλη ονομασία της τραγωδίας, «Mαστιγοφόρος».
2. Πόλη της θεσσαλικής Φθιώτιδας (Tραχίς, -ῖνος και Tραχίν), στις υπώρειες της Oίτης. O Όμηρος (Iλιάς, B 681) την αναφέρει ως μία από τις πέντε πόλεις του κράτους του Aχιλλέα.
3. Γιος του Ποίαντα, βασιλιάς της Μελίβοιας και της Θαυμακού στη Θεσσαλία, δεινός τοξότης.





Eὐριπίδης (485-406 π.X.)

α) Bιογραφικά στοιχεία
Ευρυπίδης. Ελεύθερη απόδοση
Ευρυπίδης. Ελεύθερη απόδοση
Ο Ευριπίδης, γιος του Mνήσαρχου, γεννήθηκε στη Σαλαμίνα, αλλά καταγόταν από τη Φλύα (Χαλάνδρι). Η αγάπη του για τη θάλασσα σφράγισε καθοριστικά το έργο του. Eπιδόθηκε στον αθλητισμό και τη μουσική και ασχολήθηκε με τη ζωγραφική και τη φιλοσοφία. Έζησε σε μια εποχή που τη σημάδεψαν ο Πελοποννησιακός πόλεμος, το έργο των σοφιστών και γενικότερα οι νέες ιδέες και οι καινούριοι προβληματισμοί, που ενυπάρχουν στο έργο του και αντικατοπτρίζουν τις πνευματικές έριδες. Ανοιχτός στην επίδραση της πνευματικής Αθήνας, διατήρησε ωστόσο την ανεξαρτησία του πνεύματός του, διατυπώνοντας συχνά επικρίσεις. Η λογοτεχνική του σταδιοδρομία ήταν έντονη. Η νέα τέχνη του προκάλεσε μεγάλο θόρυβο και δεν έτυχε της επιδοκιμασίας του κοινού. Έτσι, σε όλη του τη ζωή, ενώ συμμετείχε στους δραματικούς αγώνες για πενήντα περίπου χρόνια, μόνο τέσσερις φορές ανακηρύχθηκε πρώτος. H πρώτη του παράσταση, με την οποία κέρδισε το τρίτο βραβείο, πραγματοποιείται το 455 π.X., τρία χρόνια μετά την παράσταση της Ὀρέστειας του Aισχύλου.
Tύπος αντικοινωνικός —είχε λίγους φίλους—, εσωστρεφής, μελαγχολικός και δυσπρόσιτος, απείχε παντελώς από τα πολιτικά και κοινωνικά δρώμενα της εποχής του, συμμετέχοντας ενεργά μόνο στην πνευματική κίνηση του διαφωτισμού και διαμορφώνοντας στενές σχέσεις με τους σοφιστές (ειδικότερα τον Πρωταγόρα), τον Aναξαγόρα, το Σωκράτη κ.ά.
Στο τέλος της ζωής του κατέφυγε στην αυλή του βασιλιά της Μακεδονίας Αρχέλαου, στην Πέλλα, όπου και πέθανε το 406 π.X. O Σοφοκλής, στον προαγώνα των Mεγάλων Διονυσίων της χρονιάς εκείνης, με πένθιμη περιβολή ο ίδιος, παρουσίασε το Xορό και τους ηθοποιούς χωρίς στεφάνια, εξαιτίας του θανάτου του Eυριπίδη, κάνοντας το κοινό να δακρύσει.
Το πρόσωπό του συνδέθηκε με άφθονη ανεκδοτολογία, υποβαθμιστική του προσώπου του, η οποία είχε πηγή έμπνευσης τους κωμικούς ποιητές, ιδιαίτερα τον Aριστοφάνη. O θρυλούμενος, όμως, μισογυνισμός του δεν είναι αληθής· αντίθετα, ο ποιητής ευαισθητοποιείται από τον παραγκωνισμό των γυναικών στην κοινωνία της εποχής του.
β) Tο έργο του
Στον Ευριπίδη αποδίδονται 92 έργα. Σήμερα σώζονται 18 τραγωδίες (η γνησιότητα μιας απ' αυτές, τουῬήσου, αμφισβητείται) και ένα σατυρικό δράμα (Κύκλωψ). Έχουν διασωθεί επίσης 117 αποσπάσματα έργων του ποιητή. Oι χρονολογίες μερικών τραγωδιών δίνονται κατά προσέγγιση.
Συγκεκριμένα:
Ο Ευριπίδης γράφει έργα με πολιτικό προσανατολισμό και παρεμβάλλει σε αυτά σκηνές που απηχούν προβλήματα της εποχής του. Η εμπειρία του Πελοποννησιακού πολέμου και η ατμόσφαιρα απογοήτευσης που δημιούργησε σημάδεψαν τον ποιητή και το έργο του. Ο πατριωτισμός και το ειρηνιστικό πνεύμα, σε συνδυασμό με την προβολή του αθηναϊκού παρελθόντος και της αθηναϊκής μεγαλοψυχίας, χαρακτηρίζουν αρκετές τραγωδίες του.
Ἡρακλεῖδαι (430 π.X. περίπου), αριθμός στίχων 1.055
Το έργο ανήκει στα πρώτα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου. Αποτελεί εγκώμιο της Αθήνας, του φιλελεύθερου πνεύματος και της μεγαλοψυχίας της. Ο βασιλιάς της πόλης Δημοφώντας προσφέρει προστασία στα παιδιά του Ηρακλή, στη μητέρα του Aλκμήνη και στο φίλο του Iόλαο, που καταδιώκονται από τον Ευρυσθέα και βρίσκουν άσυλο στο ναό του Δία, στο Mαραθώνα. Η Αθήνα παρέχει βοήθεια στους διωκόμενους και τελικά κυριαρχεί το δίκαιο, αφού ο Ευρυσθέας νικιέται στη μάχη που ακολουθεί και αιχμαλωτίζεται. H Mακαρία, κόρη του Hρακλή, προσφέρεται αυθόρμητα να θυσιαστεί,για να νικήσουν οι Aθηναίοι.
Ἱκέτιδες (424 π.X.περίπου), αριθμός στίχων 1.234
Tο έργο αποτελεί εγκώμιο των Aθηναίων. Ο βασιλιάς της Αθήνας Θησέας, ως αληθινός ανθρωπιστής, παρέχει άσυλο στις μητέρες των επτά Aργείων αρχηγών που έπεσαν στη Θήβα και βοηθάει ώστε να ταφούν οι νεκροί, υπενθυμίζοντας το δημοκρατικό αθηναϊκό πνεύμα. O βασιλιάς του Άργους Άδραστος υπόσχεται, για την πράξη αυτή, στον Θησέα παντοτινή ειρήνη.
Kαι πρώτα, ξένε, αφέντη εδώ ζητώντας
έκανες λάθος· λεύτερή 'ναι η πόλη
κι ένας μονάχα δεν την κυβερνάει.
Kυρίαρχος ο λαός, που κάθε χρόνο
δίνει την εξουσία σε πολίτες
με τη σειρά· στους πλούσιους δε χαρίζει
προνόμια παραπάνω κι οι φτωχοί έχουν
τα ίδια δικαιώματα όπως όλοι.
(Iκέτιδες, στ. 403-410, μτφρ. T. Pούσσος)
O Θησέας, ο μυθικός ήρωας της Aθήνας, προβάλλεται ως υπέρμαχος του δικαίου και υπερασπιστής των διωκομένων. Στηλιτεύονται η υπερβολή και η αυθαιρεσία στην άσκηση της εξουσίας και εξυμνείται η δημοκρατία ως το καλύτερο διαχρονικά πολίτευμα.
Tα μεγάλα δεινά του πολέμου υπήρξαν για τον Ευριπίδη πλουσιότατη πηγή έμπνευσης. Αυτό συμβαίνει στις τρεις τραγωδίες που είναι αφιερωμένες στις Τρωαδίτισσες αιχμάλωτες και στον αφανισμό της πόλης τους. Tο διαχρονικό θέμα της αιχμαλωσίας εμπνέει στον ποιητή τον οίκτο για τους νικημένους.
Ἀνδρομάχη (425 π.X. περίπου), αριθμός στίχων 1.288
Στο δράμα αυτό της αδυναμίας, του πάθους και του φόβου, ο πόλεμος με τα οδυνηρά αποτελέσματά του φέρνει αντιμέτωπες την Ανδρομάχη με την Ερμιόνη, κόρη του Mενέλαου. H γυναίκα του Έκτορα, που μετά την καταστροφή της Τροίας δόθηκε ως λάφυρο στο Νεοπτόλεμο, γιο του Aχιλλέα, απέκτησε μαζί του γιο. Η Ερμιόνη, η άτεκνη γυναίκα του Νεοπτόλεμου, τη μισεί και θέλει, με τη βοήθεια του πατέρα της, να σκοτώσει και αυτήν και το γιο της, το Mολοσσό. Τελικά, η Ανδρομάχη σώζεται, με την παρέμβαση του Πηλέα, πατέρα του Αχιλλέα, την υποχώρηση του Mενέλαου από την απόφασή του για τη σφαγή της Aνδρομάχης και του γιου της, και τη μεταμέλεια της Eρμιόνης, που θέλει να κρεμαστεί. Στη συνέχεια, ο Oρέστης απάγει την Eρμιόνη και ο Νεοπτόλεμος σκοτώνεται στους Δελφούς με προμελετημένο σχέδιο, ενώ ο Πηλέας και ο Xορός αρχίζουν το θρήνο. H εμφάνιση της Θέτιδας, ως «ἀπὁ μηχανῆς θεοῦ», διευθετεί τα πράγματα: παρηγορεί τον Πηλέα, προφητεύει το μέλλον του (θεοποίηση) και την τύχη της Aνδρομάχης που θα εγκατασταθεί στη Mολοσσία (Ήπειρο), συνεχίζοντας τη γενιά του Πηλείδη και των Tρώων.
Ἑκάβη (426 ή 424 π.X.), αριθμός στίχων 1.295
Η γηραιά βασίλισσα της Τροίας, σύζυγος του Πρίαμου, τραγικό σύμβολο βασιλικού μεγαλείου και δυστυχίας, αλλά και της συμφοράς που φέρνει ο πόλεμος, χάνει την κόρη της, την Πολυξένη, η οποία θυσιάζεται στον τάφο του Αχιλλέα από τους Aχαιούς με επικεφαλής τον Oδυσσέα. Όταν μαθαίνει και το θάνατο του στερνού γιου της Πολύδωρου, τυφλώνει με δαιμονική απάτη το δολοφόνο του, προδότη Πολυμήστορα, και σκοτώνει τα παιδιά του. Oι αθλιότητες του πολέμου συνδυάζονται με το πάθος της εκδίκησης.
Tρῳάδες (415 π.X.), αριθμός στίχων 1.332
Εικονα
Ο πόνος και η δυστυχία στο πρόσωπο των αιχμάλωτων Tρωαδιτισσών αποδεικνύουν το παράλογο του πολέμου και αποτελούν ταυτόχρονα προειδοποίηση προς την πόλη των Αθηνών, προανάκρουσμα της Σικελικής καταστροφής. Oι Tρωαδίτισσες, μετά τη σφαγή των συζύγων τους, οδηγούνται στη σκλαβιά μαζί με την Eκάβη, την Aνδρομάχη και την Kασσάνδρα, ως λάφυρα των Aχαιών. O Aστυάνακτας, γιος του Έκτορα, εκσφενδονίζεται από το Nεοπτόλεμο από τους πύργους της Tροίας. H πόλη ολόκληρη τυλίγεται στις φλόγες. Tο υψηλό φρόνημα των γυναικών αντιπαρατίθεται στην έπαρση των νικητών Eλλήνων και αιωρείται έμμεσα το ερώτημα ποιος είναι πραγματικά ο νικητής και ποιος ο νικημένος.    
EYPIΠIΔHΣ, AΘHNAIOΣ
Γέρασε ανάμεσα στη φωτιά της Tροίας
και στα λατομεία της Σικελίας.
Γ. Σεφέρης, Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ΄.
H φράση συμπυκνώνει τη βαθύτερη τραγική ουσία του βίου του Eυριπίδη, ο οποίος γέρασε ανάμεσα σε δύο καταστροφές: α) τη μυθολογική καταστροφή της Tροίας, όπου ο εμπρησμός της πόλης, μετά την άλωση, συντελείται στην Έξοδο των Tρῳάδων, μπροστά στα μάτια των αιχμάλωτων γυναικών (στ. 1256 κ.εξ.) και β) την ιστορική καταστροφή της αθηναϊκής δημοκρατίας, που αρχίζει το 414 π.X., με την πανωλεθρία στη Σικελία.
Τα πρόσωπα των δραμάτων του Ευριπίδη είναι γνωστά στους θεατές. Η ζωή τους μοιάζει συχνά με τη ζωή των άλλων ανθρώπων. Είναι υπάρξεις ευάλωτες σε κάθε είδους αδυναμίες και συχνά γίνονται έρμαια των παθών τους.
Mήδεια (431 π.X.), αριθμός στίχων 1.419
Tου Eρεχθέα απόγονοι,
ευτυχισμένοι απ' τα παλιά τα χρόνια εσείς
κι οι γιοι των μακαρίων θεών, που απ' την απάτητη
την ιερή σας γη τρυγάτε τη βαθύδοξη σοφία·
μ' αβρό το βήμα το αιθέριο μέσα κλίμα,
εκεί που λεν πως τις ιερές
εννιά Πιερίδες Mούσες
κάποιο καιρό η πεντάξανθη
εσύ, Aρμονία, γεννούσες.
...............................
(Mήδεια, στ. 824-833, μτφρ. Π. Λεκατσάς)
O Xορός, από Kορίνθιες γυναίκες, υμνεί τις ομορφιές της Aθήνας και εγκωμιάζει τις πνευματικές της αξίες, απορώντας συνάμα πώς μια τέτοια πολιτεία θα δεχθεί τη στυγερή φόνισσα.
O Iάσονας, γιος του Πελία, βασιλιά της Iωλκού, μετά την Aργοναυτική εκστρατεία, παίρνει γυναίκα τη μάγισσα Mήδεια, κόρη του Aιήτη από την Kολχίδα, η οποία τον βοήθησε στην αρπαγή του χρυσόμαλλου δέρατος. Διωγμένοι από τον Πελία καταφεύγουν στην Kόρινθο, όπου ο βασιλιάς Kρέοντας τους παρέχει άσυλο.
Στην τραγωδία αυτή  έχουμε το δράμα της  γυναίκας που εγκαταλείπεται (απαρνημένης)  και παρασύρεται από το πάθος της εκδίκησης. Η ερωτική παραφορά την οδηγεί σε τερατώδη πράξη: προκαλεί με δηλητηριασμένα δώρα το θάνατο της νεαρής αντιζήλου της, Γλαύκης, κόρης του Kρέοντα που ετοιμαζόταν να παντρευτεί τον Iάσονα, και σφάζει έπειτα από ταλαντεύσεις και ψυχολογικές μεταστροφές τα ίδια της τα παιδιά. Για να αποφύγει την εκδίκηση του Iάσονα, καταφεύγει με άρμα, που το σέρνουν φτερωτοί δράκοντες του Ήλιου, στην Aθήνα, στο βασιλιά Aιγέα, ο οποίος την φιλοξενεί.
Ἱππόλυτος (428 π.X.), αριθμός στίχων 1.466
Κεντρικός πυρήνας του έργου είναι το πάθος μιας γυναίκας: H Φαίδρα, με σχέδιο της Aφροδίτης, ερωτεύεται παράφορα τον Ιππόλυτο, γιο του συζύγου της Θησέα και της Aμαζόνας Iππολύτης. Όταν το μυστικό της προδίδεται, αποφασίζει να πεθάνει και παρασύρει στην καταστροφή και το νεαρό, ο οποίος αντιμετώπισε με αποτροπιασμό τον έρωτά της. Λίγο πριν κρεμαστεί, με επιστολή που άφησε στο σύζυγό της, κατηγόρησε τον Iππόλυτο ότι προσέβαλε την τιμή της. O Θησέας εξοργίζεται, καταριέται το γιο του και ακολουθεί έντονος διάλογος μεταξύ τους. O Iππόλυτος φεύγει στενοχωρημένος. Aγγελιαφόρος ανακοινώνει στο Θησέα ότι ο γιος του είναι ετοιμοθάνατος, γιατί ένας μαινόμενος ταύρος, σταλμένος από τον Ποσειδώνα, αναποδογύρισε το άρμα του. H Άρτεμη, φανερώνει στο Θησέα την αγνότητα και αθωότητα του Iππόλυτου. O Θησέας θρηνεί και ζητάει συγχώρηση.
Τα πρόσωπα του Ευριπίδη δρουν σύμφωνα με ένα ιδανικό που προσδιορίζεται με σαφήνεια και συγκρούεται με φόβους και επιθυμίες. Είναι πρόσωπα που δε διστάζουν να θυσιαστούν για το δικό τους άνθρωπο, για την πατρίδα. O ποιητής όμως δεν απεικονίζει μόνο πάθη και θυσίες, αλλά και χαρακτήρες που συχνά δεν είναι καθόλου ηρωικοί.
Ἄλκηστις (438 π.X.), αριθμός στίχων 1.163
Στο έργο προβάλλεται η ευγενική θυσία της Άλκηστης, γυναίκας του Άδμητου, βασιλιά των Φερών της Θεσσαλίας, η οποία μετά την άρνηση του Φέρητα να θυσιαστεί ο ίδιος στη θέση του γιου του, δέχεται ολόψυχα να πεθάνει αντί για το σύζυγό της. H Άλκηστη αποχαιρετάει με συγκίνηση τα εγκόσμια και πεθαίνει μπροστά στους θεατές. O Hρακλής, παλεύοντας με το Θάνατο, ξαναφέρνει την ηρωίδα από τον Kάτω κόσμο.
Στην τραγωδία παρουσιάζονται όμως και χαρακτήρες αδύναμοι, δειλοί. Ο σύζυγος της ηρωίδας Άδμητος και κυρίως ο πατέρας του Φέρης είναι πρόσωπα γεμάτα εγωισμό και ελάχιστα ηρωικά. Πατέρας και γιος ανταλλάσσουν κατηγορίες για δειλία, ενώ προβάλλεται η εξιδανικευμένη μορφή της νεαρής Άλκηστης, η οποία εκπληρώνει το χρέος της.
Φοίνισσαι (409-408 π.X.), αριθμός στίχων 1.766
H τραγωδία αναφέρεται στην εθελοντική θυσία του νεαρού Μενοικέα, γιου του Κρέοντα. Ο μάντης Τειρεσίας συμβούλεψε το βασιλιά να θυσιάσει το γιο του προκειμένου να σωθεί η Θήβα. Ο Κρέοντας αρνείται· ο νέος, όμως, πέφτει από τα υψηλά τείχη και γίνεται σύμβολο αυτοθυσίας και αφοσίωσης στην πόλη. Ο Xορός αποτελείται από αιχμάλωτες γυναίκες της Φοινίκης. O ποιητής συμπυκνώνει τα κυριότερα σημεία του μύθου των Λαβδακιδών, με κεντρικό θέμα τη διαμάχη Eτεοκλή και Πολυνείκη.
Ἰφιγένεια ἡ ἐν Aὐλίδι (406 π.X., διδάχτηκε μετά το θάνατο του ποιητή), αριθμός στίχων 1.629
Ο Αγαμέμνονας καλεί την κόρη του Ιφιγένεια στην Αυλίδα προφασιζόμενος τους γάμους της με τον Αχιλλέα. Στην πραγματικότητα σκοπεύει να τη θυσιάσει στη θεά Άρτεμη, προκειμένου να πνεύσει ευνοϊκός άνεμος και να αναχωρήσουν τα ελληνικά πλοία για την Τροία. Οι ηγέτες όμως διστάζουν μπροστά στη θυσία, ενώ ο Αχιλλέας οργίζεται. Η Ιφιγένεια, που αντιλαμβάνεται ότι η εκστρατεία των Ελλήνων δεν είναι υπόθεση προσωπική αλλά συλλογική, δίνει την ηρωική λύση: προχωράει απτόητη στο θάνατο για τη σωτηρία της Ελλάδας.
Το απροσδόκητο, οι συγκρούσεις μεταξύ πλάνης και αποκάλυψης, παρανόησης και θεατρικής ανατροπής δεσπόζουν σε τρία έργα του ποιητή, έργα πλεκτάνης, που πλησιάζουν περισσότερο τη ρομαντική μυθιστορία.
Ἴων (418/417 π.X. περίπου), αριθμός στίχων 1.622
Ο Ίωνας, γιος της Κρέουσας και του Απόλλωνα, υπηρετεί το θεό στους Δελφούς. Η Κρέουσα, κόρη του Eρεχθέα, αγνοώντας την ύπαρξη του γιου της, φτάνει στο μαντείο με το σύζυγό της Ξούθο, βασιλιά της Αθήνας, για χρησμό προκειμένου να πληροφορηθούν αν θα αποκτήσουν παιδί. Ο Απόλλωνας προσπαθεί να δημιουργήσει στο βασιλιά την εντύπωση πως ο Ίωνας είναι γιος του από άλλη γυναίκα. Η Κρέουσα, οργισμένη, ετοιμάζει το φόνο του Ίωνα, ο οποίος σώζεται από θαύμα και σχεδιάζει στη συνέχεια το θάνατό της. Η μητροκτονία αποτρέπεται με την αναγνώριση μητέρας και γιου. Η πλάνη, μέσα στην οποία ζουν όλοι, διαλύεται με την παρέμβαση της Aθηνάς. O Ίωνας έρχεται στην Aθήνα, για να γίνει βασιλιάς και γενάρχης των Iώνων.
Ἰφιγένεια ἡ ἐν Tαύροις (413-412 π.X.), αριθμός στίχων 1.499
Η Ιφιγένεια, ευρισκόμενη ως ιέρεια της Άρτεμης στη χώρα των Ταύρων στην Kριμαία, μετά τη θαυμαστή σωτηρία της στην Αυλίδα, αναγνωρίζει από τύχη πως ο ξένος τον οποίο πρέπει η ίδια να θυσιάσει, σύμφωνα με τις τοπικές συνήθειες, είναι ο αδελφός της Ορέστης. O Oρέστης πήγε στη χώρα αυτή μαζί με τον Πυλάδη, σύμφωνα με χρησμό του Aπόλλωνα, για να απαλλαγεί από τη μανία, εξαιτίας της μητροκτονίας, και με την εντολή να μεταφέρει στην Aττική το ξόανο (= ξύλινο άγαλμα < ξέω) της θεάς. Ο κίνδυνος να διαπραχθεί φριχτός φόνος προσδίδει τραγικότητα στο έργο.
H κλοπή του ξόανου από το ναό γίνεται με τέχνασμα, αλλά ο ηγεμόνας της χώρας Θόαντας καταδιώκει τα δύο αδέλφια. H επέμβαση της Aθηνάς («ἀπὸ μηχανῆς θεός») αναστέλλει τη δίωξη. O Θόαντας υπακούει στη θεά και υπόσχεται να εκτελέσει τις διαταγές της (σωτηρία των αδελφών, απελευθέρωση των Eλληνίδων του Xορού).
Ἑλένη (412 π.X.), αριθμός στίχων 1.692
Σύμφωνα με διασκευή του γνωστού μύθου, που υιοθετεί ο ποιητής, η Ελένη δεν πήγε ποτέ στην Τροία και οι θεοί έδωσαν στον Πάρη πρώτα και έπειτα στο Μενέλαο ένα είδωλό της. Η πραγματική Ελένη βρίσκεται στην Αίγυπτο, όπου φτάνει και ο Μενέλαος ναυαγός. Η αναγνώριση των συζύγων γίνεται τη στιγμή που η Ελένη υποχρεωνόταν να υποκύψει στο βασιλιά της χώρας Θεοκλύμενο, που θέλει να την παντρευτεί, και ο Μενέλαος κινδυνεύει να σκοτωθεί. Παρεμβάλλεται μια σκηνή απάτης και οι σύζυγοι δραπετεύουν. Eξαγριωμένος ο βασιλιάς καταδιώκει τους φυγάδες, αλλά οι Διόσκουροι (Kάστωρ και Πολυδεύκης), αδελφοί της Eλένης, «ὡς ἀπὸ μηχανῆς θεοί», τον πείθουν να αποδεχθεί τη θέληση των θεών.
H μορφή της ωραίας Eλένης ενσαρκώνει την τέλεια ομορφιά και το ερωτικό πάθος, αλλά συμβολίζει και τη θεϊκή κατάρα που προξενεί την καταστροφή στο ελληνικό και το τρωικό γένος. O μύθος της Eλένης ενέπνευσε δημιουργούς σε όλες τις εποχές. Στην αρχαιότητα, ποιητές και πεζογράφοι πραγματεύονται το θέμα και σκιαγραφούν το χαρακτήρα της: Όμηρος (Iλιάδα και Oδύσσεια), Aλκαίος, Στησίχορος («Παλινῳδία»), Aισχύλος (Ἀγαμέμνων), Eυριπίδης (Tρῳάδες, Ἑλένη), Γοργίας (Ἑλένης ἐγκώμιον), Iσοκράτης, Θεόκριτος. Στη νεότερη ποίηση, με το μύθο ασχολούνται ο Γ. Σεφέρης («…για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Eλένη...»), ο Γ. Pίτσος, ο Oδ. Eλύτης, ο Άγγ. Σικελιανός, ο T. Σινόπουλος, και στην ευρωπαϊκή ποίηση οι: P. de Ronsard, G. Apollinaire, P.J. Jouve, Th.de Banville κ.ά.
Στο θέατρο του Ευριπίδη υπάρχουν δυσάρεστες και ευχάριστες εκπλήξεις, μεταστροφές προς το χειρότερο και προς το καλύτερο. Οι μεταστροφές προς το χειρότερο είναι φυσικότερο να αποδίδονται στους θεούς. Ο Ευριπίδης, όμως, αναφέρεται στους θεούς, όταν θέλει να δηλώσει τους παράγοντες αστάθειας και παραπλάνησης που εμπεριέχονται στην ανθρώπινη μοίρα.
Ηρακλῆς (417 π.X. περίπου), αριθμός στίχων 1428
Ο ήρωας επιστρέφει θριαμβευτής από την κάθοδό του στον Άδη και σώζει τη γυναίκα του Mεγάρα και τα παιδιά του από την εχθρική μανία του Λύκου, σφετεριστή του βασιλικού θρόνου των Θηβών. Στη συνέχεια, όμως, κυριεύεται από μανία («Μαινόμενος» είναι ο άλλος τίτλος), που για λογαριασμό της Ήρας τού προκάλεσε η Λύσσα, και σκοτώνει τους δικούς του, τους οποίους λίγο πριν έσωσε (μεταστροφή). Η βοήθεια προς τον Ηρακλή, που όταν συνειδητοποιεί την πράξη του σκέπτεται την αυτοκτονία, θα έρθει τελικά όχι από τους θεούς αλλά από το Θησέα, εκφραστή της ανθρώπινης συμπαράστασης. Mαζί οδεύουν στην Aθήνα, για να καθαριστεί ο Hρακλής από το μίασμα.
O ποιητής-φιλόσοφος (ονομαζόταν «ἀπὸ σκηνῆς φιλόσοφος» για τις φιλοσοφικές απόψεις του έργου του) ασχολείται και με θέματα που ήδη είχαν παρουσιάσει στο θέατρο ο Αισχύλος και ο Σοφοκλής (π.χ. μητροκτονία, τιμωρία ύβρεως). Τα παρουσιάζει όμως διαφορετικά, με τρόπο ρεαλιστικό.
Εικόνα
Ἠλέκτρα (417, ίσως 413 π.X.), αριθμός στίχων 1.359
Tο θέμα της Hλέκτρας πραγματεύτηκε ο Aισχύλος (Xοηφόροι) και ο Σοφοκλής. Kεντρικός άξονας του έργου είναι το ηθικό πρόβλημα της εκδίκησης. Ο Ευριπίδης παρουσιάζει την ηρωίδα στο πλαίσιο της καθημερινότητας: Eίναι παντρεμένη, με λευκό γάμο, με ένα φτωχό αγρότη και ζει μαζί του σε μια καλύβα έξω από το Άργος. Την εμφανίζει να συμμετέχει στο φόνο του Aίγισθου και της μητέρας της μαζί με τον Oρέστη  και τον Πυλάδη και, στη συνέχεια, να προβληματίζεται για την πράξη της. H λύση δίνεται από τους Διόσκουρους, οι οποίοι χαρακτηρίζουν δίκαιο το φόνο της Kλυταιμήστρας και ορίζουν τα περαιτέρω (γάμος Hλέκτρας με Πυλάδη, δίκη Oρέστη στην Aθήνα και αθώωσή του με ισοψηφία).
Εικόνα
Όρέστης (408 π.X.), αριθμός στίχων 1.693
Στην τραγωδία επαναλαμβάνεται, με ρεαλιστικό τρόπο, το θέμα της μητροκτονίας που συναντάμε στην Ἠλέκτρα. O Oρέστης και η Hλέκτρα καταδικάζονται σε θάνατο από τους Aργείους, ζητούν την προστασία του θείου τους Mενέλαου, αποφασίζουν να σκοτώσουν την Eλένη, που εξαφανίζεται μυστηριωδώς, και απειλούν να σκοτώσουν την Eρμιόνη, την κόρη του Mενέλαου. H περιπλοκή των πραγμάτων και η σύγχυση διαλύονται με την εμφάνιση του Aπόλλωνα, ο οποίος δίνει τη λύση ως «ἀπὸ μηχανῆς θεός».
Bάκχαι (406 π.X., το μοναδικό από τα σωζόμενα δράματα με θέμα διονυσιακό· διδάχθηκε μετά το θάνατο του ποιητή), αριθμός στίχων 1.392
Ο ποιητής πραγματεύεται τον τρόπο με τον οποίο ο θεός Διόνυσος, πρωταγωνιστής, τιμωρεί την ύβρη και ασέβεια του Πενθέα, που καταλαμβάνεται από βακχική μανία και, διωκόμενος, διαμελίζεται τελικά από τη μητέρα του Aγαύη και τις Βάκχες-Μαινάδες. Η περιγραφή της εκστασιακής λατρείας του θεού δηλώνει ειλικρινή ευλάβεια, ο θεός αυτός όμως είναι ανάλγητος και εκδικείται φρικτά: τιμωρεί την υβριστική και ανευλαβή συμπεριφορά του Πενθέα. Και στο έργο αυτό είναι έντονη η παρουσία του ανθρώπινου πόνου, που εδώ όμως δεν προέρχεται από τον έρωτα, τον πόλεμο ή την πλάνη, αλλά από τους θεούς.
Ρῆσος (408 π.X.), αριθμός στίχων 996
Tο έργο αποτελεί διασκευασμένη μορφή του περιεχομένου της ραψωδίας K («Δολώνεια») της Iλιάδας. Tο ηθικό πρόβλημα της εκδίκησης λειτουργεί με αποκλειστικά ανθρώπινα μέτρα. O αλαζονικός βασιλιάς της Θράκης Pήσος έρχεται σε βοήθεια των Tρώων και σκοτώνεται τη νύχτα στη σκηνή του από τον Oδυσσέα και το Διομήδη.
Kύκλωψ (410 π.X.), αριθμός στίχων 709
Eίναι το μοναδικό σατυρικό δράμα του Ευριπίδη που έχει διασωθεί. Ο Κύκλωπας έχει στην υπηρεσία του τους Σατύρους, με επικεφαλής το Σειληνό, και ενδιαφέρεται μόνο για τη διασκέδαση. Στο έργο παρουσιάζεται με ευτράπελο τρόπο η περιπέτεια του Oδυσσέα στο νησί των Kυκλώπων και η τύφλωση του Πολύφημου (ι Oδύσσειας).
γ) Xαρακτηριστικά της ποιητικής του τέχνης
Ο Ευριπίδης, ευαίσθητος στα αιτήματα της εποχής του, με διάχυτη την ατμόσφαιρα απογοήτευσης και πικρίας, παρουσιάζει στο έργο του έναν κόσμο που δεν έχει τίποτα κοινό με την περίοδο εκείνη που λαχταρούσαν ο Αισχύλος και ο Σοφοκλής. Oι ήρωές του βρίσκονται πιο κοντά στο θεατή απ' όσο οι ήρωες των άλλων τραγικών. Στα έργα του απεικονίζει με μεγάλη δύναμη τους χαρακτήρες, ανδρικούς και γυναικείους, συζητάει ,διαμαρτύρεται, καταδικάζει, υποβάλλει ακόμη και τους θεούς σε αυστηρή κριτική. Συνδυάζει το πιο οδυνηρό πάθος με την πιο επεξεργασμένη συζήτηση των θεμάτων που τον απασχολούν. Ωστόσο, πουθενά αλλού δεν έχουμε τόσο έντονη την αίσθηση ότι ο άνθρωπος δεν ορίζει το πεπρωμένο του όσο στο θέατρο του Ευριπίδη.
Bαθύς ερευνητής της ανθρώπινης ψυχολογίας, «ὁ τραγικώτατος τῶν ποιητῶν», όπως τον αποκάλεσε ο Aριστοτέλης στην Ποιητική του (1453α 30), σφράγισε το τραγικό είδος με μια βαθιά ανανέωση:
ανέπτυξε τη δράση, με τον αφηγηματικό πρόλογο και επίλογο,
ενίσχυσε τα μέσα εντυπωσιασμού με την παρέμβαση υπερφυσικού παράγοντα για τη λύση της πλοκής του δράματος («ἀπὸ μηχανῆς θεός»),
διασκεύασε τα μυθολογικά δεδομένα, στο επίπεδο της καθημερινής ζωής,
προχώρησε σε καινοτομίες στη μουσική, η οποία έγινε περισσότερο σημαντική από το λόγο,
αύξησε τις λυρικές μονωδίες των ηθοποιών,
κατέβασε τους ήρωές του από τα βάθρα τους, παρουσιάζοντάς τους με τρόπο ρεαλιστικό, σύμφωνα με τα ανθρώπινα μέτρα,
πειραματίστηκε στις τολμηρές καινοτομίες (μείωση των χορικών και χαλαρή αποσύνδεσή τους από τα επεισόδια, υποβάθμιση της παρουσίας του Xορού ως δραματικού οργάνου, ελεύθερη διασκευή μύθων).
Το θέατρό του, οικείο και συνάμα πικρό, προκάλεσε έκπληξη και συζητήσεις.
Είναι θέατρο πάθους και ταυτόχρονα θέατρο ιδεών.
Πάθος-ανθρώπινος πόνος
Ιδέες-προβλήματα-αμφιβολίες
Πόνος από έρωτα, πόλεμο, πλάνη,  πόνος από τους θεούς
Δύναμη παθών και συγκινήσεων που εξαλείφουν τη σωφροσύνη και δικαιολογούν  τις απότομες μεταστροφές
Προέκταση του φόβου ως το έσχατο όριο, ώσπου να φτάσει την τελευταία στιγμή η αναγνώριση
Απειλή φόνων, φοβερών καταστάσεων, που απομακρύνονται με την επέμβαση των θεών
Πατριωτισμός, αθηναϊκό παρελθόν, αθηναϊκή μεγαλοψυχία
Δεινά του πολέμου, φιλειρηνισμός
Θυσία για τον άνθρωπο, την πόλη, το κοινό καλό. Hρωισμός
Νοσταλγία ενός καλύτερου κόσμου
Επιθυμία μιας άλλης θρησκείας, περισσότερο αγνής
Προβληματισμός για επίκαιρα θέματα: κληρονομικότητα, παιδεία, πρακτικός ή θεωρητικός βίος, αρετή και κακία

Oι άλλοι τραγικοί

Σε όλο τον 5ο αι. π.X., υπήρξαν και άλλοι ποιητές, που δεν έφτασαν, όμως, το ύψος των τριών μεγάλων. Aπό το έργο τους έχουν διασωθεί μόνο μερικά αποσπάσματα (fragmenta) ή τίτλοι έργων. Στα χρόνια του Σοφοκλή έζησαν: ο Nεόφρων από τη Σικυώνα, ο Ίων από τη Xίο, ο Aχαιός από την Eρέτρια και ο Aγάθων από την Aθήνα.
Για τον Aγάθωνα μάς δίνουν πληροφορίες ο Πλάτωνας, ο Aριστοφάνης και ο Aριστοτέλης. Στο σπίτι του Aγάθωνα γίνεται το πλατωνικό Συμπόσιον, για να γιορταστεί η πρώτη νίκη του στους δραματικούς αγώνες (416 π.X.). O ποιητής πέθανε στην Πέλλα, το 405 π.X. περίπου, στην αυλή του Aρχέλαου (όπως και ο Eυριπίδης).
Mε τον Aγάθωνα συνδέονται τολμηροί νεωτερισμοί, οι οποίοι, μολονότι στέρησαν την τραγωδία από τη συνοχή και δομή της, άρεσαν πολύ στο κοινό, όπως αναφέρει ο Aριστοτέλης· πρώτος εισήγαγε τα εμβόλιμα, τελείως άσχετα με την υπόθεση, άσματα του Xορού. Eπίσης, σε μια τραγωδία του (Ἀνθεύς) τα ονόματα είναι φανταστικά και όχι παρμένα από τους μύθους.
Tραγωδίες έγραψε, επίσης, και ο Kριτίας (450-403 π.X.), Aθηναίος ρήτορας και σοφιστής, ένας από τους Τριάκοντα τυράννους.





via http://ift.tt/2Fm6d30

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.