Μνήμη Δημήτρη Σαραντάκου: Επίλογος στα Εφτά καλοκαίρια

Συμπληρώνονται σήμερα έξι χρόνια από τον αδόκητο θάνατο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Παρόλο που, όλα αυτά τα χρόνια, εξακολουθώ να τον μνημονεύω στο ιστολόγιο δημοσιεύοντας κάθε δεύτερη Τρίτη αποσπάσματα από τα βιβλία του (το ίδιο θα γίνει και μεθαύριο), σήμερα που είναι η θλιβερή επέτειος έκρινα πως του ταιριάζει ένα πιο προσωπικό μνημόσυνο, κι έτσι διάλεξα ένα κείμενό του που έχει σαφώς προσωπικό χαρακτήρα: τον επίλογο από το αυτοβιογραφικό του αφήγημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια».

Από το αφήγημα αυτό είχα δημοσιεύσει εκτενή αποσπάσματα το 2012 και το 2013 (τα βρίσκετε εδώ), αλλά όχι ολόκληρο το (ανέκδοτο) κείμενο. Έτσι, ο σημερινός επίλογος είναι αδημοσίευτος. Γράφτηκε το 2011, λίγους μήνες πριν από τον αιφνίδιο θάνατο του πατέρα μου και έχει έντονο το στοιχείο του απολογισμού. (Ένα απόσπασμα του κειμένου είχε δημοσιεύσει πρόπερσι η αδελφή μου στο ιστολόγιό της μαζί με φωτογραφίες).

– ΤΑ ΣΤΕΡΝΑ –

Έχουν συμπληρωθεί τριανταπέντε ολόκληρα χρόνια από τότε που ξεκίνησα να γράφω το κείμενο που διαβάσατε (όσοι είχατε την υπομονή να φτάσετε ως το σημείο αυτό) και μολονότι ολοκλήρωσα την καταγραφή και των εφτά ευτυχισμένων καλοκαιριών, που από την αρχή είχα χαρακτηρίσει έτσι, δεν αποφάσιζα να το εκδώσω κι ας πέρασαν κιόλας εικοσιπέντε από το τελευταίο ευτυχισμένο καλοκαίρι που κατέγραψα.

Αυτό δεν σημαίνει πως τα χρόνια που κύλησαν από τότε ως σήμερα ήταν δυστυχισμένα. Κάθε άλλο. Μολονότι τυπικά είμαι συνταξιούχος, καθόλου δεν αποτραβήχτηκα από την ενεργό ζωή και δράση. Ούτε και η Κική άλλωστε. Μπορώ να πω μάλιστα, πως στην εικοσιπενταετία που ακολούθησε το τελευταίο ευτυχισμένο καλοκαίρι [1985], έχουμε πολύ περισσότερες δραστηριότητες, μόνο που αυτές δεν έχουν υποχρεωτικό χαρακτήρα, ούτε αποβλέπουν σε οικονομικό όφελος και αυτό μας χαρίζει ένα μοναδικό αίσθημα ελευθερίας. Τι μεγαλύτερο κέρδος θα μπορούσαμε να φανταστούμε;

Όπως προαναφέρω, μπορώ να πω πως, προσωπικά, δεν τα πήγα άσκημα. Ίσως γιατί η αφετηρία της ζωής μου ήταν καλή. Είχα την τύχη να έχω καλούς γονείς, που μου εξασφάλισαν ευτυχισμένη παιδική ζωή, όπως και καλούς δασκάλους και καλούς φίλους, που συντέλεσαν πολύ στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς μου. Αλλά και μεγαλώνοντας, η καλοτυχία μου συνεχίστηκε. Θεωρώ εξαιρετική τύχη μου, το ότι πήρα μέρος στην Εθνική Αντίσταση και οργανώθηκα στην ΕΠΟΝ, όχι μόνο γιατί εκεί συνάντησα εξαιρετικούς ανθρώπους, αλλά κυρίως γιατί ενστερνίστηκα ιδανικά και οράματα, με ανεκτίμητη αξία και διαχρονική ισχύ.

Η καλοτυχία μου πιστεύω πως ολοκληρώθηκε όταν συνάντησα τη γυναίκα μου, με την οποία έχουμε μοιραστεί τα τελευταία πενηνταεννιά χρόνια, μονιασμένα και δημιουργικά. Δεν αποχτήσαμε ποτέ μας πολλά λεφτά, αλλά αυτό ποτέ δεν μας απασχόλησε. Αποχτήσαμε όμως, μεγαλώσαμε και σπουδάσαμε τρία παιδιά, που τα βοηθήσαμε να γίνουν υπεύθυνοι άνθρωποι και για τα οποία καμαρώνουμε. Χτίσαμε δύο σπίτια, φυτέψαμε κάπου τριακόσια δέντρα, και γράψαμε, εκείνη μεν τρεις συλλογές ποιημάτων και καμιά εκατοντάδα επιστημονικών εργασιών, εγώ δε ένδεκα βιβλία.

Τα εικοσιπέντε σχεδόν χρόνια που πέρασαν από το τελευταίο ευτυχισμένο καλοκαίρι, σημαδεύτηκαν από τους γάμους των παιδιών μας, τον ερχομό των εγγονιών μας, και το μεγάλωμα του σπιτιού μας, ώστε να χωρέσει και τις τρεις καινούργιες οικογένειες που δημιουργήθηκαν.

Ο ερχομός των εγγονιών έγινε σε δυο φάσεις. Στην πρώτη, από το 1995 ως το 1997 γεννήθηκαν η Μυρτώ, η Εύη, η Αγγελική και η Άννα, τέσσερα όμορφα, έξυπνα και χαριτωμένα κορίτσια, που τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές είναι κοτζάμ κοπέλες, σε σημείο που μου φαίνεται απίστευτο πως μόλις πριν λίγα χρόνια τις κανάκευα και τις χόρευα στα γόνατά μου. Με καθυστέρηση λίγων χρόνων γεννήθηκε ο Δημήτρης, το μόνο αρσενικό εγγόνι μας, που κυριολεκτικά μας ξανάνιωσε.

Παράλληλα με τις τρεις αυτές, καθοριστικής σημασίας, εξελίξεις είχαμε και άλλες.

Η Κική στα χρόνια που μεσολάβησαν από το τελευταίο ευτυχισμένο καλοκαίρι, από επίκουρος έγινε αναπληρώτρια καθηγήτρια Κλινικής Χημείας, αλλά και μετά τη συνταξιοδότησή της συνεχίζει να υπηρετεί την επιστήμη της, με εκατοντάδα πραγματειών που δημοσιεύονται σε έγκυρα περιοδικά του εξωτερικού (Lancet, American Journal of Biochemistry) και με την ενεργό συμμετοχή της σε σεμινάρια μετεκπαίδευσης γιατρών. Μετά από μιαν οδυνηρή περιπέτεια της υγείας της, που την αντιμετώπισε με ευψυχία και αξιοπρέπεια, έγινε δραστήριο μέλος και εθελόντρια του Συλλόγου Γυναικών με καρκίνο μαστού, που έχει την ευρηματική ονομασία «Άλμα Ζωής».

Από τη μεριά μου, μετά τη συνταξιοδότησή μου, δεν είχα παρόμοια εξέλιξη. Αποσύρθηκα από κάθε επαγγελματική ή άλλη δραστηριότητα, με εξαίρεση τη συμμετοχή μου στην Εταιρεία Διάσωσης Ιστορικών Αρχείων, όπου όμως απασχολούμαι μάλλον ευκαιριακά και χωρίς δεσμεύσεις. Ουσιαστικά, η κύρια δραστηριότητά μου στα χρόνια αυτά είναι το γράψιμο.

Από μαθητής Γυμνασίου είχα έφεση στο γράψιμο. Ο καλός μου δάσκαλος, ο Μίλτης ο Παρασκευαϊδης, είχε επισημάνει αυτή μου την κλίση. Μια φορά φώναξε τους φίλους του, τον Χαράλαμπο τον Κανόνη, τον Χρήστο τον Καλδή και τον Μήτσο τον Λεοντή και τους διάβασε μιαν έκθεση μου με θέμα “H βιβλιοφιλία” που μας είχε βάλει, προφητεύοντας πως αυτός που έγραψε αυτή την έκθεση θα γινόταν ίσως καλός συγγραφέας.

Εντούτοις, για τα επόμενα σαρανταπέντε χρόνια η προφητεία του δεν φαινόταν να επαληθεύεται. Σ΄ όλο αυτό το χρονικό διάστημα ήμουν απλώς επιμελής, όσο και αδηφάγος, αναγνώστης. Στον τομέα αυτόν, πραγματικά έχω διαπρέψει. Έχω διαβάσει άπειρο πλήθος βιβλίων κάθε είδους και κάθε ποιότητας, χωρίς μ΄ αυτό να έχω γίνει σοφότερος. Άλλωστε ο Δημόκριτος λέει “πολυνοΐην ου πολυμαθίην ασκέειν χρη” και “πολλοί πολυμαθέες νουν ουκ έχουσι”.

Περισσότερο όμως από αναγνώστης, ήμουν καλός ακροατής και πρόθυμα καθόμουν ν΄ ακούσω όσα θέλανε να μου πουν οι άλλοι, αρχικά η μάνα μου κι ο πατέρας μου (θαυμάσιοι αφηγητές), οι γιαγιάδες μου και οι παππούδες μου, ο θείος μου ο Γιώργος (δεινός παραμυθάς και τερατολόγος), ο ξάδερφος μου ο Γιωργάκης, οι θείοι μου κι αργότερα οι φίλοι και οι συνάδελφοί. Με τον καιρό, και χωρίς να το επιδιώξω, μεταβλήθηκα σε ένα είδος λαϊκού εξομολόγου, ή μη αμειβομένου ψυχαναλυτή. Φυσικά ποτέ δεν επέβαλα “κάνονα” ούτε ευλογούσα ή συγχωρούσα, όπως θα έκανε κάθε πραγματικός εξομολόγος, ούτε έδινα ποτέ συμβουλές, όπως θα έκανε ο ψυχαναλυτής. Απλώς τους άκουγα με προσοχή  και αυτό φαίνεται πως ανακούφιζε τους φίλους μου.

Αυτό το κατάλαβα ένα βράδυ (πάνε πολλά χρόνια από τότε – ήμασταν  ακόμα κι οι δυο ανύπαντροι), που ο κολλητός μου, τότε, φίλος, ο Γιώργος ο Μαυρονικόλας, μου εξομολογήθηκε δια μακρών τα περιστατικά ενός άτυχου έρωτά του. Η κουβέντα μας ξεκίνησε όταν τον ξεπροβόδισα  από το σπίτι μου, πηγαίνοντας τον ως τη στάση των λεωφορείων, αλλά η εξομολόγηση κράτησε σχεδόν τρεις ώρες και έγινε στο στυλ της Περιπατητικής Σχολής, καθώς κουβεντιάζαμε (δηλαδή αυτός μιλούσε κι εγώ άκουγα), περπατώντας από την 5η στάση Αμφιθέας ως την πλατεία Νέας Σμύρνης και πίσω πάλι. Μόλις που πρόλαβε το τελευταίο λεωφορείο, περασμένα μεσάνυχτα.

Το ίδιο συνέβη με τον ξάδερφό μου τον Γιωργάκη, που για καιρό τον είχα υπόδειγμα, για τις μοναδικές ικανότητες και προτερήματά του, παρά τα οποία όμως, δεν μπόρεσε να σπουδάσει και ενδόμυχα, το έφερε βαρέως. Μου μιλούσε με τις ώρες, στο εξοχικό καλυβάκι στη Σαμαρίνα της Νέας Πεντέλης, όπου παραθερίζαμε οικογενειακώς επί χρόνια και για ένα μικρό διάστημα δύο μηνών, ήταν το ερωτικό καταφύγιο των δυο μας με δυο κοπέλες.

Ο παμπόνηρος ο Σπύρος ο Καρατζαφέρης, συναγωνιστής και συμφοιτητής στο Πολυτεχνείο, που μας έφυγε πολύ νωρίς, με αποκαλούσε “κουμπαρά” και ισχυριζόταν πως όσα άκουγα τα αποθήκευα στο μυαλό μου ή σε κάποιο κρυφό σημειωματάριο και θα τα χρησιμοποιούσα αργότερα σαν υλικό σε μυθιστορήματα και διηγήματα που θα έγραφα. Κι αυτός προφήτεψε πως θα γινόμουν συγγραφέας. Δεν έζησε ο καημένος για να δει την κατά κάποιον τρόπο επαλήθευση της πρόβλεψής του. Πέθανε πριν ακόμα εκδώσω το πρώτο μου λογοτεχνικό βιβλίο, ένα χρονικό για τη ζωή και το θάνατο του Χαράλαμπου – γιατί  τα βιβλία μου «Στοιχεία Χημείας» και «Στεγανώσεις και στεγανωτικά υλικά» δεν τα συμπεριλαμβάνω στα λογοτεχνικά μου επιτεύγματα.

Ολόκληρο το συγγραφικό μου έργο, δηλαδή τα  δέκα βιβλία που έχω γράψει και έχουν εκδοθεί, τα δύο βιβλία που έχω γράψει και που περιμένουν εκδότη, και τα εννιά βιβλία που γράφω, ή σχεδιάζω να γράψω, δεν γεννήθηκε από κάποια τάση προβολής, αλλά από άλλες αιτίες, πέντε τον αριθμό:

1) την  εκπλήρωση κάποιου χρέους, (προς τον πατέρα μου – ο  άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης, προς το Χαράλαμπο – η ζωή και ο θάνατος ενός Ανθρώπου, προς τους δασκάλους και τους συμμαθητές μου – Μαθητές και  Δάσκαλοι – προς αυτούς που χάθηκαν στον Εμφύλιο Ο βενετσιάνικος καθρέφτης και άλλες ιστορίες).             

2) την απόπειρα να ξεκαθαρίσω μέσα μου ορισμένα προβλήματα (ιδεολογικά – Απάντηση σε πέντε ερωτήματα, θρησκειολογικά – Οι εσταυρωμένοι Σωτήρες, ή ιστορικά – Η συνάντηση του Παλιού με τον Νέο Κόσμο, φιλολογικά – Οι Αρχαίοι είχαν την πλάκα τους, Τι μας είπαν επί τέλους οι Αρχαίοι  Έλληνες)

3) τον σχολιασμό και την κριτική επίκαιρων και μη γεγονότων, με μορφή χρονογραφήματος (Η αποκρουστέα Μυθολογία- καθώς και υπερδιακόσια παρόμοια κείμενα δημοσιευμένα σε εφημερίδες και περιοδικά)

4) την αποτίμηση  της επαγγελματικής μου πείρας (Στεγανώσεις και στεγανωτικά υλικά, Η επίπεδη στέγη και τα προβλήματά της)

και τέλος

5) από την ανάγκη που νοιώθω να αφηγούμαι ιστορίες, ιδίως όταν βρίσκομαι υπό πίεσιν  (Τα Έπη των Αριμασπών, Οικογενειακές ιστορίες, Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια, Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια, Κείμενα γραμμένα σε παλιές δισκέτες,  Παραμύθια για τα εγγόνια μου, Ιστορίες με ζώα).

*  *  *

Καθώς βρίσκομαι πλέον “εις τας δυσμάς του βίου μου” και, όπως είναι φυσικό, μετά από κάποια χρόνια θα αποχαιρετήσω τη ζωή,  αναπολώντας και αξιολογώντας τα χρόνια που έζησα ως τώρα, και όχι μόνο αυτά στα οποία περιλαμβάνονται τα εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια της ζωής μου, θα έπρεπε να νοιώθω γαλήνιος και ικανοποιημένος και να είμαι έτοιμος, όταν έρθει η ώρα, να αποχαιρετήσω τη ζωή με ένα χαρούμενο παιάνα και όχι με ένα θλιβερό ελεγείο.

Θα έπρεπε – αλλά  δεν είμαι.

Πώς να το κάνουμε, μετά το 1989 όλα είναι διαφορετικά (για μένα τουλάχιστον). Πιο σκοτεινά, πιο αβέβαια. Σημεία αναφοράς χάθηκαν, ιδεολογίες-βασίλισσες κακογέρασαν. Κάτι το απειλητικό πλανιέται στην ατμόσφαιρα.

Θέλοντας και μη, συμμερίζομαι τη διάχυτη αγωνία και ανησυχία των άλλων ανθρώπων για το κοντινό μέλλον. Με θλίψη και κάποια έκπληξη παρατηρώ πως πολλοί άνθρωποι, μεταξύ των οποίων αρκετοί φίλοι και γνωστοί μου, με τους οποίους στο παρελθόν είχαμε συμπορευτεί σε κοινούς δρόμους αγώνων, αναζητήσεων και προσδοκιών, σήμερα είτε ιδιωτεύουν, αδιαφορώντας για κάθε τι που δεν τους αφορά προσωπικά, είτε έχουν απογοητευτεί τελείως και έχουν χάσει το κουράγιο τους, είτε ακόμα, έχουν στραφεί σε κάποιον ανορθολογικό μυστικισμό.

Αισθάνομαι πως δεν μου επιτρέπεται να αδιαφορήσω για όσα γίνονται και στον τόπο μου και σ΄ ολόκληρον τον πλανήτη, για τις αβυσσαλέες ανισότητες των ανθρώπων στο βιοτικό επίπεδο, τη μόρφωση ή την περίθαλψη. Δεν μπορώ να ανέχομαι την ανυπόφορη δυστυχία εκατομμυρίων ανθρώπων και την τρομακτική βία, που υφίστανται, χωρίς να φταίνε σε τίποτα. Αποστρέφομαι και αποκρούω αυτόν τον αφόρητα ισοπεδωτικό, φοβερά απάν­θρωπο και παρανοϊκά αυτοκαταστροφικό, τρόπο ζωής, που πάνε να μας επιβάλουν.

Αυτά δεν είναι πράγματα για τα οποία μπορεί κανείς να αδιαφορήσει, έστω κι αν ο ίδιος δεν ευθύνεται στο παραμικρό γι΄ αυτά. Από την άλλη μεριά θα θεωρούσα πολύ μειωτικό για την ηλικία μου και για τη ζωή που έζησα ως τα σήμερα, να καταφύγω, τώρα στα γεράματα, στο μυστικισμό και να αναζητήσω την εξ ύψους παρηγορίαν.

Για όσους διάβασαν ιστορία, η εποχή που ζούμε παρουσιάζει μεγάλες αναλογίες με τους τελευταίους αιώνες της Αρχαιότητας, πριν καταρρεύσει η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Όπως και τότε, έτσι και τώρα αλλάζει ο τρόπος παραγωγής. Τότε, το σύστημα των coloni, προδρομική μορφή της δουλοπαροικίας, αντικαθιστούσε σιγά σιγά τη δουλοκτησία. Σήμερα, ο αυτοματισμός και η πληροφορική υποκαθιστούν τους κλασικούς προλετάριους. Τότε, οι πόλεις-κράτη δίνανε τη θέση τους στο οικουμενικό κράτος. Σήμερα, η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας υποβαθμίζει, και σε ορισμένα σημεία αποσυνθέτει, τα εθνικά κράτη. Τότε, οι παλιές φιλοσοφίες και ιδεολογίες περνούσαν βαθιά κρίση και οι άνθρωποι, για να αντιμετωπίσουν το φόβο, την ανασφάλεια και το άγχος, στρέφονταν προς τη θρησκεία, τη μεταφυσική, τη μοιρολατρία, τον μυστικισμό και την ιδιώτευση. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στις μέρες μας.

Θα κλείσω με μιαν ωραία (και αληθινή) ιστορία.

…………………………………………………………………

Μια φορά κι έναν καιρό, περίπου πριν από χίλια εννιακόσια χρόνια, κάποιος καλός, φιλοσοφημένος  και ευαίσθητος άνθρωπος, ζώντας σε μιαν ανάλογη κατάσταση, θέλησε να αφήσει ένα αισιόδοξο μήνυμα στις επερχόμενες γενεές. Φαίνεται πως ήταν εύπορος ή τουλάχιστον είχε οικονομική άνεση, γιατί έβαλε και χτίσανε, στην πατρίδα του, τα Οινόανδα της Λυκίας, με μεγάλες ορθογώνιες πέτρες, έναν τοίχο, που είχε μήκος περίπου 100 και ύψος κάπου 2 μέτρα, πάνω στην επιφάνειά του οποίου έβαλε να χαράξουν ένα τεράστιο σε έκταση κείμενο.

Πρόκειται για τη μεγαλύτερη επιγραφή της ιστορίας, όπου ο άνθρωπος αυτός, για τον οποίο το μόνο που ξέρουμε είναι πως λεγόταν Διογένης και ήταν οπαδός του μεγάλου Επίκουρου, του Ελευθερωτή, εκθέτει τις φιλοσοφικές του αντιλήψεις. Ο Διογένης φοβόταν πως αν έγραφε και κυκλοφορούσε ένα βιβλίο με το μήνυμα που ήθελε να στείλει στους ανθρώπους, αυτό μπορεί να χανόταν. Ο αδιάλλακτος Χριστιανισμός πρόβαλλε απειλητικός για όσους είχαν διαφορετική άποψη. Είχαν ήδη αρχίσει να καίνε βιβλία. Μέσα σε διακόσια χρόνια από την επικράτηση της νέας θρησκείας, τα εννέα δέκατα της αρχαίας γραμματείας εξαφανίστηκαν και μεταξύ τους όλα τα βιβλία του Πρωταγόρα, του Δημόκριτου, του Ηράκλειτου, του Εμπεδοκλή, του Επίκουρου  και άλλων μεγάλων διανοητών της Αρχαιότητας.

Ο κόσμος του Διογένη χάθηκε. Δεν κάηκαν μόνο τα βιβλία των διανοητών του. Οι αρχαίοι ναοί πυρπολήθηκαν και ισοπεδώθηκαν, τα αγάλματα των θεών κομματιάστηκαν. Τα ίδια τα Οινόανδα καταστράφηκαν και εγκαταλείφθηκαν. Ο τοίχος, που έβαλε να χτίσουν, γκρεμίστηκε, η επιγραφή όμως σώθηκε! Αρχαιολόγοι την ανασυνθέσανε από τις σκόρπιες πέτρες του τοίχου και σήμερα, είναι πάλι κτήμα όλου του κόσμου. Το μήνυμα του Διογένη του Οινοανδέα, η φωνή του αρχαίου ελληνικού κόσμου, έφτασε καθαρή ως εμάς.

Αρχίζει έτσι:

ΕΠΙ ΔΥΣΜΑΙΣ ΓΑΡ ΗΔΗ ΤΟΥ ΒΙΟΥ ΚΑΘΕΣΤΗΚΟΤΕΣ ΔΙΑ ΤΟ ΓΗΡΑΣ
ΚΑΙ ΟΣΟΝ ΟΥΠΩ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ΑΝΑΛΥΕΙΝ ΕΚ ΤΟΥ ΖΗΝ
ΜΕΤΑ ΚΑΛΟΥ ΠΑΙΑΝΟΣ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΤΩΝ ΟΛΩΝ ΗΔΕΩΝ ΠΛΗΡΩΜΑΤΟΣ
ΗΘΕΛΗΣΑΜΕΝ ΙΝΑ ΜΗ ΠΡΟΛΗΜΦΘΩΜΕΝ ΒΟΗΘΕΙΝ ΗΔΗ ΤΟΙΣ ΕΥΣΥΝΚΡΙΤΟΙΣ

“Γερνώντας και περιμένοντας κάθε στιγμή να φύγω από τη ζωή,
 αλλά μ’ έναν  όμορφο παιάνα, για την ευτυχία που έζησα,
 αποφάσισα να βοηθήσω τους σκεπτόμενους ανθρώπους”.

Η Επιγραφή απευθύνεται σε όλους, πρώτα πρώτα στους “ευσύγκριτους” δηλαδή στους πνευματικά συγκροτημένους ανθρώπους, γενικά όμως σε όλους τους πολίτες των Οινοάνδων, αλλά και στους ξένους, αφού:

 “μία είναι η πατρίδα όλων μας, ολόκληρη η γη και ο κόσμος είναι το σπίτι μας”

αλλά και σ’ αυτούς που δεν γεννήθηκαν ακόμα, μια που δεν παύουν να είναι κι αυτοί δικοί μας:

“και είναι δίκαιο να βοηθήσουμε και όσους θα έρθουν μετά από μας, γιατί κι αυτοί δικοί μας είναι κι ας μη γεννήθηκαν ακόμα”

και συνεχίζει

“Σήμερα οι περισσότεροι άνθρωποι είναι άρρωστοι, σα να ’πεσεν επιδημία. Άρρωστοι εξ αιτίας των λανθασμένων αντιλήψεων για τον κόσμο. Και το χειρότερο, μεταδίδουν ο ένας στον άλλο το κακό, σαν τα  πρόβατα”.

Ο άνθρωπος, κατά τον Διογένη, δεν ζητά πολλά για να ευτυχήσει. Η σάρκα του επιθυμεί μόνο να μην πεινά, να μη διψά, να μην κρυώνει. Αν αυτά τα έχει κανείς ή ελπίζει να τα αποχτήσει, αισθάνεται πως για την ευτυχία του μπορεί να τα βάλει και με το Θεό.

Αποκτώντας όμως τα απαραίτητα, ο άνθρωπος πρέπει να επιδιώξει την  “αταραξία”, την “απονία” και τελικά την “ηδονή”, την επικούρεια ηδονή  βεβαίως, που  δεν έχει καμία σχέση με την ακολασία ή την κραιπάλη, αλλά σημαίνει τη γλύκα της ζωής:

“γιατί δεν μπορείς να ζεις με ηδονή αν δεν ζεις με φρόνηση, καλοσύνη και δικαιοσύνη, αλλά ούτε μπορείς να ζεις με φρόνηση, καλοσύνη και δικαιοσύνη, χωρίς την ηδονή”

Ο Διογένης αφού αναπτύξει στην Επιγραφή του τις επικούρειες θεωρίες για τη συγκρότηση της ύλης και των ουρανίων σωμάτων, για την προέλευση των εμβίων όντων και του ανθρώπου, καθώς και την εξέλιξη των ανθρωπίνων κοινωνιών, θεωρίες που σε μας σήμερα, δυο χιλιάδες χρόνια μετά, φαίνονται οικείες και σύγχρονες, καταλήγει στην πρότασή του για να απαλλαγεί ο άνθρωπος από τους παράλογους φόβους.

 “Αν απομακρύνουμε όσα πάθη κατατρύχουν την ψυχή, θα μείνουν μόνο τα ευχάριστα. Και ποια είναι αυτά που μας κατατρύχουν; Είναι οι φόβοι: των θεών, του θανάτου, του πόνου”

Για τον φόβο του θανάτου επαναλαμβάνει περίπου τη θέση του Επίκουρου:

 “Δεν μας αφορά ο θάνατος. Ό,τι αποσυντίθεται δεν αισθάνεται. Και ό,τι δεν αισθάνεται δεν μας ενδιαφέρει”*

Το φάρμακο της σωτηρίας που προτείνει, είναι η ιεράρχηση των επιθυμιών του σώματος και η επιλογή των φυσικών και απαραιτήτων.

Υπάρχουν”, γράφει “επιθυμίες που είναι φυσικές  και αναγκαίες.

Άλλες, πάλι, που είναι μεν φυσικές, όχι όμως αναγκαίες.

Και άλλες, τέλος, που ούτε φυσικές ούτε αναγκαίες είναι αλλά προκαλούνται από την κενοδοξία”

Η Επιγραφή τελειώνει με μιαν αισιόδοξη πρόβλεψη του μέλλοντος:

“Οι άνθρωποι θα ζήσουν κάποτε σαν θεοί.  Με τη γνώση, θα παίρνουν από τη φύση όσα χρειάζονται. Όλα θα είναι γεμάτα δικαιοσύνη και φιλαλληλία  και δεν θα χρειαζόμαστε τότε τείχη ή νόμους. […..]  ούτε θα έχουμε τότε δούλους”

Το φάρμακο που προτείνει ο Διογένης είναι η περίφημος “τετραφάρμακος” του Επικούρου, που την αποτελούν δεκαπέντε λέξεις:

ΑΦΟΒΟΝ Ο ΘΕΟΣ
ΑΝΑΙΣΘΗΤΟΝ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ
ΚΑΙ Τ’ ΑΓΑΘΟΝ ΜΕΝ ΕΥΚΤΗΤΟΝ
ΤΟ ΔΕ ΔΕΙΝΟΝ ΕΥΕΚΚΑΡΤΕΡΗΤΟΝ

(σε ελεύθερη μετάφραση:)

“Είναι παράλογο να φοβόμαστε τον Θεό.
 Είναι παράλογο να φοβόμαστε το θάνατο.
   Μπορούμε να φτάσουμε στην ευτυχία
   Μπορούμε ν’ αντέξουμε τον πόνο”.

Όταν πρωτοδιάβασα για τον Διογένη τον Οινοανδέα (στην “Ιστορία του Ελληνικού Πολιτισμού” του Αντρέ Μπονάρ*) συγκλονίστηκα. Βρήκα μιαν αδελφή ψυχή κι ας με χωρίζουν από αυτήν δεκαεννιά αιώνες περίπου. Η απουσία και της ελάχιστης έστω πληροφορίας σχετικά με τη ζωή του, με αφήνει ελεύθερο να τον φανταστώ, όπως θέλω. Τον φαντάζομαι λοιπόν να γερνάει στα Οινόανδα, γαλήνιος και καλοσυνάτος, τριγυρισμένος από παιδιά και εγγόνια και αγαπητούς φίλους.

Προσυπογράφω με τα δυο μου χέρια το μήνυμα του μακρινού μου προγόνου. Θα ήθελα πολύ να το είχα γράψει εγώ.

Ο κόσμος που ονειρεύτηκε ο Διογένης ο Οινοανδέας, ένας κόσμος γεμάτος φιλαλληλία, χωρίς πολέμους, καταπίεση και δούλους, δεν ήρθε ακόμα. Όμως τα δυο χιλιάδες χρόνια που πέρασαν από τότε δεν πήγαν χαμένα. Η ανθρωπότητα, στο σύνολο της, βγήκε κερδισμένη και καλύτερη. Έχουμε γίνει ανθρωπινότεροι από τους προγόνους μας κι ας μην το συνειδητοποιούν αυτό οι περισσότεροι άνθρωποι.

Τον καιρό του Διογένη του Οινοανδέα υπήρξαν λαμπρές προσωπικότητες, όπως ο Ιησούς ο Ναζωραίος, ο Απολλώνιος ο Τυανέας, ο Επίκτητος, που, παρά τις περί αρετής, καλοσύνης και αγάπης διδασκαλίες τους,  δεν φαίνεται να τους ενοχλούσε και πολύ η ύπαρξη των δούλων. Μεγάλοι φιλόσοφοι, σαν τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, θεωρούσαν τη δουλεία φυσική κατάσταση και ένας Ρωμαίος φιλόσοφος ονόμαζε τον δούλο res vocale (ομιλούν αντικείμενο).

Σήμερα η δουλεία είναι απολύτως αδιανόητη και όπου υφίσταται, είναι στην ουσία εκτός νόμου.

Για να μην ανατρέξω στις ρωμαϊκές μονομαχίες, κατά τις οποίες χιλιάδες άνθρωποι βρίσκανε σκληρό θάνατο με τις επευφημίες των θεατών, υπενθυμίζω πως μόλις πριν από εκατόν πενήντα χρόνια, δηλαδή πριν πέντε γενεές ανθρώπων, η θανάτωση με αποκεφαλισμό, απαγχονισμό, λιθοβολισμό ή άλλους, εξίσου άγριους τρόπους, αποτελούσε δημόσιο και δημοφιλές θέαμα με πλήθη να συρρέουν για να το απολαύσουν. Κι αυτό όχι σε τίποτα βάρβαρες χώρες, αλλά στις πρωτεύουσες πολιτισμένων χωρών, στο Παρίσι, το Λονδίνο ή τη Βιέννη.

Σήμερα η θανατική ποινή έχει καταργηθεί στις περισσότερες χώρες του κόσμου, και όπου επιβιώνει, προκαλεί αποτροπιασμό στην πλειοψηφία των ανθρώπων και φυσικά, εκτελείται εν κρυπτώ και παραβύστω, με εξαίρεση φυσικά ορισμένες Πολιτείες των ΗΠΑ, το Ιράν και τη Σαουδαραβία.

Σε όλες τις λεγόμενες πολιτισμένες χώρες της Δύσης ή της Ανατολής, από την Αρχαιότητα, από τον καιρό του Περικλή που έλεγε πως «το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε με τις γυναίκες είναι να μη μιλάμε γι΄ αυτές», ως τη Γαλλική Επανάσταση, που καρατόμησε την Ολυμπία ντε Γκουζ, γιατί τόλμησε να δημοσιεύσει «Διακήρυξη για τα Δικαιώματα της Γυναίκας και της Πολίτισσας» και ως τον Χίτλερ που διακήρυσσε πως η γυναίκα είναι καλή για τα τρία Κ (Küche, Kindern, Kirche), η γυναίκα εθεωρείτο υποδεέστερο πλάσμα, που η θέση του ήταν στην κουζίνα ή στο κρεβάτι.

Σήμερα, μολονότι εξακολουθεί η οικονομική και εν μέρει κοινωνική ανισότητα σε βάρος της γυναίκας, έχει γίνει συνείδηση σε όλους πως βαδίζουμε σε μια νέα εποχή, κατά την οποία η γυναίκα θα αναλάβει τα ηνία της κοινωνικής ζωής, όπως πριν από δέκα χιλιάδες χρόνια. Ακόμα και σε χώρες επιδεικτικά ανδροκρατούμενες, όπως το Ιράν ή η Σαουδαραβία, υποβόσκει υπόγειο κίνημα χειραφέτησης των γυναικών, που θα αποτελέσει ενδεχομένως την αχίλλεια πτέρνα των καθεστώτων αυτών.

Θυμάμαι πολύ καθαρά, πως όταν ήμουν μικρό παιδί, στον Μακρύ Γιαλό στη Μυτιλήνη υπήρχαν μέσα στη θάλασσα ξύλινες εξέδρες με αποδυτήρια για τους λουόμενους, χωριστά για τους άντρες χωριστά για τις γυναίκες και ανάμεσά τους περιπολούσε βάρκα με ναύτη του λιμενικού!. Βέβαια πολλοί μοντέρνοι και τολμηροί νέοι κολυμπούσαν σε απόμερες ακτές μαζί – νεαροί και κοπέλες. Ήταν τα διαβόητα «μπαιν-μιξτ», στων οποίων η συμμετοχή ισοδυναμούσε για τους συντηρητικούς και υποκριτές με συμμετοχή σε όργιο. Λίγα μόλις χρόνια μετά, τα μικτά μπάνια είχαν καθιερωθεί και οι χωριστές εξέδρες ξηλώθηκαν.

Τον καιρό των παππούδων μας, οι γάμοι γίνονταν κατά κανόνα με προξενιό και με συμφωνία των γονιών, χωρίς να ρωτηθούν οι αμέσως ενδιαφερόμενοι, δηλαδή η νύφη κι ο γαμπρός. Φυσικά, οι προγαμιαίες ερωτικές σχέσεις, ήταν μεν ανεκτές για τους νεαρούς, απολύτως δε αδιανόητες για τις κοπέλες και σε όσες περιπτώσεις συνέβαιναν και δεν καταλήγανε σε γάμο, ήταν δυνατό να προκαλέσουν ακόμη και φονικά. Σήμερα, οι προγαμιαίες ερωτικές σχέσεις αποτελούν τον κανόνα και θεωρούνται αυτονόητο και αναφαίρετο δικαίωμα των νέων, που μόνο κάποιους θρησκόληπτους υποκριτές ενοχλεί.

Για να μη μιλήσω για τις εκπληκτικές προόδους της επιστήμης, που καθημερινά βελτιώνουν τις συνθήκες της ζωής μας, αποκαθιστούν αναπηρίες και φθορές του σώματός μας, και μας αποκαλύπτουν ένα ένα τα μυστικά της φύσης, απελευθερώνοντας το μυαλό μας από τα δεσμά της πίστης σε ανύπαρκτες εξωφυσικές δυνάμεις.

Γι΄ αυτό και δεν χάνω το κουράγιο μου. Έχω βαθιά πεποίθηση πως η ανθρωπότητα θα βρει το δρόμο της. Δεν θα αυτοκτονήσει, καταστρέφοντας ταυτόχρονα τον πλανήτη, για να αφήσει μια χούφτα παράσιτα να κάνουν λεφτά. Υπάρχουν στην οικουμένη εκατομμύρια λογικοί και καλοπροαίρετοι άνθρωποι, που πονάνε γι΄ αυτή την κατάσταση και προβληματίζονται για το πώς η ανθρωπότητα θα βγει από το σημερινό τέλμα.

Διαισθάνομαι πως εκκολάπτεται ένα οικουμενικό, πολύμορφο και πολυδύναμο Κίνημα Αντίστασης, που στους στόχους του δεν έχει μόνο την απαλλαγή των ανθρώπων από την εξάρτηση, την καταπίεση, την εκμετάλλευση, την αμορφωσιά και την ένδεια, αλλά και την υπεράσπιση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, στόχο που τον θεωρώ ανώτερο από όλους τους άλλους. Ένα κίνημα που καταργεί τη διαίρεση των ανθρώπων σε ηγέτες, καθοδηγητές, ποιμένες και ηγούμενους, από τη μια μεριά, και σε μάζες, οπαδούς και ποίμνια, από την άλλη.

Κι αν, λόγω της ηλικίας μου, δεν μπορώ πια να ενταχθώ δραστήρια σ΄ αυτό το κίνημα, θεωρώ χρέος μου, με την πείρα που απόχτησα από τη ζωή και με τις ελάχιστες δυνάμεις μου, να βοηθήσω τουλάχιστον, με όποιον τρόπο μπορώ,  όσους συνανθρώπους μου αναζητούν, με καθαρό μυαλό και συγκροτημένη σκέψη, να βρουν κάποιες λύσεις στα σημερινά περίπλοκα  προβλήματα που μας απασχολούν.

Δεν υπάρχουν έτοιμοι οδηγοί του δρόμου που πρέπει να ακολουθήσουμε. Δεν υπάρχει ίσως ούτε ο δρόμος, αλλά όπως λέει ένας παλιός Ισπανός  ποιητής, ο Αντόνιο Ματσάδο

caminante no hay camino
camino se hace al andar*

………………………………………………………………

Το βιβλίο αυτό το έγραψα αφενός μεν για τα παιδιά και τα εγγόνια μου, για να μάθουν πώς ζούσαμε στον αιώνα που πέρασε (και που δεν ήταν τόσο τρομερός, όσο τον κατηγορούν – ίσως μάλιστα οι ιστορικοί του μέλλοντος να τον ονομάσουν μεγάλον), αφετέρου δε, για τους φίλους μου εκείνους και για όλους τους σκεπτόμενους ανθρώπους, που έχουν χάσει το κουράγιο και την αισιοδοξία τους.

……………………………………………………………………………………………………

ΤΕΛΟΣ

* Ο Επίκουρος το είπε λίγο διαφορετικά: ΤΟ ΦΡΙΚΩΔΕΣΤΑΤΟΝ ΤΩΝ ΚΑΚΩΝ,Ο ΘΑΝΑΤΟΣ, ΟΥΔΕΝ ΠΡΟΣ ΗΜΑΣ – ΕΠΕΙΔΗΠΕΡ ΟΤΑΝ ΗΜΕΙΣ ΩΜΕΝ ΘΑΝΑΤΟΣ ΟΥ ΠΑΡΕΙΣΙ – ΟΤΑΝ Δ΄ΑΥΤΟΣ ΠΑΡΕΙ, ΤΟΘ΄ΗΜΕΙΣ ΟΥΚ ΕΣΜΕΝ, το νόημα όμως είναι το ίδιο.

* Αργότερα από το εκδοτικό «Θύραθεν Επιλογή» της Θεσσαλονίκης κυκλοφόρησε ολόκληρη, με σχόλια και βιβλιογραφία, στο βιβλίο «Η μεγάλη επιγραφή».

* οδοιπόρε, δεν υπάρχει δρόμος,
ο δρόμος φτιάχνεται περπατώντας

 




via http://ift.tt/2AHEQhi

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.