Ένας παράσιτος (διήγημα του Γ. Δροσίνη)

Σαν χτες, 9 Δεκεμβρίου, γεννήθηκε το 1859 ο λογοτέχνης Γεώργιος Δροσίνης, που ασχολήθηκε πρώτα με την ποίηση αλλά και με την πεζογραφία και τη δημοσιογραφία και με όλα σχεδόν τα είδη του έντεχνου λόγου, αλλά και πέρασε απο νωρίς και από την απέναντι μεριά αφού διετέλεσε διευθυντής ή εκδότης πολλών και σημαντικών εφημερίδων και περιοδικών, κατέλαβε διάφορες δημόσιες θέσεις και τιμήθηκε όσο λίγοι στον καιρό του, ανάμεσα στ’ άλλα ως ιδρυτικό μέλος της Ακαδημίας, μέχρι που πέθανε πλήρης ημερών στην Κηφισιά το 1951.

Τα απομνημονεύματα του Δροσίνη, με τίτλο Σκόρπια φύλλα της ζωής μου, δημοσιεύτηκαν στο Ελεύθερο Βήμα το 1939 σε συνέχειες. Δεν είναι πλήρη απομνημονεύματα, ούτε ακολουθούν χρονολογική σειρά, περισσότερο φωτίζει ο Δροσίνης τη μια ή την άλλη περίοδο της ζωής του ή περιγράφει σημαντικούς ανθρώπους που γνώρισε. Έχουν εκδοθεί σε δύο τόμους, νομίζω μαζί και με αδημοσίευτο υλικό, σε επιμέλεια του καθηγητή Γιάννη Παπακώστα.

Από τις αναμνήσεις αυτές είχα δημοσιέψει παλιότερα ένα απόσπασμα σχετικά με τα μαθητικά χρόνια στο Βαρβάκειο -στη δεκαετία του 1870. Τώρα δημοσιεύω ένα κεφάλαιο, που μπορεί να σταθεί σαν αυτοτελές αφήγημα, γι’ αυτό και καταχρηστικά ίσως το αποκάλεσα «διήγημα» στον τίτλο.

Ο Δροσίνης περιγράφει τις περιπέτειες του Βασιλάκη, ενός υπάλληλου με λιγοστά προσόντα που παύεται όταν διορίζεται στη θέση του κάποιος με ισχυρότερο μέσο και για να εξασφαλίσει τον πολυπόθητο επαναδιορισμό έρχεται να ζήσει ένα διάστημα στην Αθήνα φιλοξενούμενος και τρώγοντας πότε στο ένα σπίτι και πότε στο άλλο. Κι ενώ είναι αστείες οι περιγραφές, δεν μπορώ να μη σκεφτώ ότι ο Δροσίνης κάνει χιούμορ εκ του ασφαλούς, αρχοντόπουλο εξαρχής όπως ήταν.

Το αφήγημα πάντως έχει ενδιαφέρον σαν μια εικόνα της ζωής στην Αθήνα πριν από σχεδόν εκατόν πενήντα χρόνια, ενώ θα σημειώσω και δυο λέξεις που έχουν ενδιαφέρον. Ο Βασιλάκης όταν απολύεται γυρίζει στο νησί του παυσανίας. Πρόκειται για λογοπαίγνιο με την παύση -μια λέξη πολύ συχνή την εποχή ως το 1911, που δεν ήμασταν σοβιετία και ο καθένας πολιτευτής μπορούσε να ζητήσει την παύση ενός υπαλληλου για να βάλει στη θέση του έναν δικό του, ανεξαρτήτως προσόντων. Επίσης, κάποια στιγμή ξυρίζουν για καψόνι τον Βασιλάκη και του αφήνουν μόνο υπογένειο. Αυτό ο Δροσίνης το λέει μους (από γαλλ mouche) και βεβαίως από εκεί προέρχεται το μούσι (περισσότερα σε παλιότερο άρθρο). Κάνοντας τα πικρά γλυκά, ο Βασιλάκης καμαρώνει «Είμαι ο Ναπολέων ο τρίτος» διότι τέτοιο γενάκι είχε λανσάρει ο Ναπολέων ο 3ος της Γαλλίας -που ηττήθηκε από τον Μπίσμαρκ στον πόλεμο του 1870.

Μονοτονίζω και προσαρμόζω, ίσως όμως έχει μείνει καμιά ορθογραφία του Δροσίνη όπως και κάμποσα ψεγάδια από το οσιάρ.

Ένας παράσιτος

Τον επρωτογνώρισα στα παιδικά χρόνια μου ταμειακόν υπάλληλο στην Ύδρα. Και τον εθυμούμουν, σαν έναν αστείον τύπο, που εξεχώριζεν εκεί με τους τρόπους του. Επιτηδεύουνταν ευγένεια στον χαιρετισμό των κυριών, με υποκλίσεις και λόγια, διαλεγμένα από το τυπικό της «Καλής Συμπεριφοράς»:

– Ταπεινότατος θεράπων σας, σεβαστή δέσποινα.

– Υποκλινέστατος της ευγενείας σας, κυρία μου.

– Εις τας υμετέρας διαταγάς, δεσποσύνη.

Ήτον κοντός, αλλά καλοδεμένος και δυνατός στα χέρια. Ένα κεφάλι ολοστρόγγυλο κοντοκουρεμένο. Γένια ψαλιδι­σμένα και μεγάλο μουστάκι, αρειμάνια στριμμένο. Πίσω από τα γυαλιά, που φορούσε πάντα, δυο μάτια μικρά κουτοπό­νηρα εθαμπόφεγγαν, σαν ψαριού όχι πολύ φρέσκου. Βλεφα­ρίδες σχεδόν δεν είχε.

Έλεγε πως ήτον καταγωγής μανιάτικης και πως τον είχε βαφτίσει ο Θοδωράκης Γρίβας. Γι’ αυτό και είχε την προστα­σία τού Δημητράκη Γρίβα και σ’ αυτόν εχρεωστούσε τον διορισμό του σε ταμειακή υπηρεσία. Θα ήτον τότε ως σαρά­ντα ετών και το μουστάκι και τα γένια του αλατίζουνταν κάπου κάπου με τις πρώτες άσπρες τρίχες. Ντυμένος με φτηνά και διορθωμένα ρούχα, με ξεφτισμένο μαύρο λαιμοδέτη και τσαλακωμένο κολάρο, ήτον όμως καθαρός. Κι αυτό βέβαια το χρεωστούσε στη γυναίκα του, μια Υδραία με τσεμπέρι, προκομμένη νοικοκυρά, καθώς όλες οι γυναίκες του βραχοθεμέλιωτου νησιού. Ιδιαίτερη προσοχή έδινε στα παπούτσια του: παλιά, ξηλωμένα, μπαλωμένα, τα είχε πάντοτε λουστρισμένα της ώρας.

Όπως στον προφορικόν λόγο του, και στα γράμματά του προς ανωτέρους του στην υπηρεσία ή στην κοινωνία είχε δικές του εκφράσεις, που πολλές φορές δεν ήταν και στον τόπον τους. Στον προϊστάμενο ταμίαν κάποτε, που έλειψε με άδεια μια βδομάδα, έγραφε στην αρχή του γράμματός του: «Περινούστατε, Κύριε Ταμία», και υπέγραφε: «Των υμετέρων δια­ταγών πειθήνιος εκτελεστής». Όλους τούς βουλευτάς, που ζητούσε να συστήσουν τον προβιβασμόν του από τον Υπουρ­γόν των Οικονομικών τους επροσφωνούσε: «Εκλαμπρότατε» και όλους τους Στρατιωτικούς «Ενδοξότατε» ή «Γενναιότα­τε» κι ετελείωνε με το: «Ευλαβής ικέτης» ή «Ύπερευγνωμονέστατος».

Την υπογραφή του την είχε φιλοτεχνήσει μεγαλόπρεπη, σαν να ήτον τουλάχιστον υπουργός ή πρέσβυς, με ολόγραφο το όνομα και το επίθετό του. Κάτω από την υπογραφή εκρέμουνταν ένα σύμπλεγμα, σαν περσικό ή αραβικό κέντημα.

Ή γραμματική και το συντακτικό του είχαν πολλές τρύ­πες. Δε θα είχε τελειώσει ούτε το Ελληνικόν Σχολείον. Και στην ταμειακή υπηρεσία, που είχε κολλήσει με την προστα­σία του Γρίβα, ήτον ανίκανος για κάθε άλλο έξω από την τυπική αντιγραφή, κι αυτή κάποτε λανθασμένη και ξαναγραμ­μένη. Εκαμάρωνε για τις επιγραφές των φακέλων του Τα­μείου, στρογγυλογραμμένες και ισοχαρακωμένες, και για τη χρήση της ταμειακής σφραγίδος, που την ήθελεν αποκλειστικά δική του και την ετύπωνε μαθηματικά ισοσταθμισμένη, ώστε ο θυρεός με το Βασιλικόν Στέμμα να μη γέρνει ούτε μια τρίχα δεξιά ή αριστερά. Και αιτιολογούσε την προσοχή του αυτή: «Πρέπει να υψούται υπερηφάνως το Ελληνικόν Στέμμα εις τους αιώνας των αιώνων, ευθυτενές και ακλόνητον».

Το αξίωμα του ανδρός το μεταβίβαζε και στη γυναίκα του απαράβατα: «Η Κυρία Τελώνου, η Κυρία Υπομοιράρχου, η Κυρία Επιθεωρητού, η Κυρία Εισπράκτορος». και στα κορί­τσια του, αν ήταν μεγάλα: «Η Δεσποσύνη Τελώνου» κλπ. Στους φακέλους των γραμμάτων του, όταν ήθελε να δείξει μεγαλύτερον σεβασμόν, έγραφε δυο φορές: «Κύριον, Κύριον». Αν τον ήξερε παρασημοφορημένον, επρόσθετε: «Ιππότην του Τάγματος του Σωτήρος». Αν ήτον χωρίς κανένα τίτλο και επάγγελμα, έγραφε μετά το όνομά του «κτλ. κτλ.».

Σέ κάθε ομιλία του ήθελε να δείχνει πολυμάθεια και ενη­μερότητα στη δική μας και στην ξένη πολιτική κίνηση. Γι’ αυτό

αναμασούσε ονόματα μεγάλων ξένων, ηγεμόνων, πολιτευόμε­νων και στρατιωτικών, ανακατωμένα χωρίς λόγο και χωρίς να είναι σωστά. Επειδή επερνούσε για Μανιάτης, με ξεχω­ριστή λατρεία μιλούσε για τον Ναπολέοντα, που τον θεωρούσε συμπατριώτη του. Τον περίφημο στίχο του Αλεξάνδρου Σούτσου:

 

Ο Κορσικανός ο έχων τον Ταΰγετον πατρίδα

 

τον είχε κάθε λίγο στο στόμα του χωρίς καμιάν ανάγκη. Για τους τότε αυτοκράτορας της Ρωσίας, της Αυστρίας και της Γαλλίας, μιλούσε με τόσην οικειότητα, σαν να ήτον προσω­πικός φίλος τους. Τον Αλέξανδρον της Ρωσίας μάλιστα δεν τον ονομάτιζε καν. Έλεγεν: «Ο συμπέθερός μας», εξ αιτίας του γάμου του Βασιλέως Γεωργίου με την Μεγάλη Δούκισσα Όλγα. Αυτός ήτον ο Βασιλάκης, ο ταμειακός υπάλληλος της Ύδρας, στην πρώτη γνωριμία, που είχα μαζί του το καλο­καίρι του 1872.

Ούτε μού εδόθηκεν αφορμή να τον ξανασυλλογισθώ για πέντ’ έξι χρόνια, ως την ημέρα που παρουσιάσθηκε στο σπίτι μας, στην Αθήνα. Μάς τον έφερεν ο Στάθης, εξάδελφός μου τριτοετής φοιτητής της Ιατρικής. Τον είχε γνωρίσει στας Καλάμας, που τον μετέθεσαν από την Ύδρα για να δώσουν τη θέση του σέ κάποιον Υδραίον. Ο έξάδελφός μου ήτον εκεί μαθητής του Γυμνασίου και κατοικούσε στο σπίτι του θείου του ταμία. Έβλεπε λοιπόν τον Βασιλάκη στο ταμείον ν’ αντιγράφει δυο και τρεις φορές το ίδιο έγγραφον, ως που να το καταφέρει χωρίς λάθος, να επιγράφει τους φακέλους καλλιγραφικά και να τους σφραγίζει προσεκτικά με όρθια τη σφραγίδα του ταμείου. Ο Βασιλάκης επροσκολλήθηκε στον ανιψιόν του ταμία, που τον ευρήκε πρόθυμον να τον κερνά στο καφενείον και να τον καλεί στο ξενοδοχείον, όποτε δεν έτρωγε στου θείου του. Δεν επέρασεν όμως ένα εξάμηνο και ο Βασιλάκης εμετατέθηκε σέ άλλο ταμείον. Καμιάν υποστήριξη δεν είχε από την υπηρεσία, γιατί ήτον ανίκανος και άχρηστος, και μόνον από φιλανθρωπία και με την προστα­σία του Γρίβα τον εδιατηροΰσαν, ως που να πάρει τη σύντα­ξή του. Τελευταία όμως ένας βουλευτής την εζήτησε τη θέση του για κάποιον δικόν του και, πριν προφτάσει ο Βασιλάκης να προσφυγή στην παρέμβαση του πνευματικού του αδελφού, έλαβε την απόλυση. Αναγκάσθηκε λοιπόν να γυρίσει παυσανίας στην Ύδρα, που είχε τουλάχιστον στέγη, το σπιτάκι της Χριστίνας, της γυναίκας του. Προκομμένη, όπως όλες οι Υδραίισσες, δεν εκάθουνταν στιγμή με σταυρωμένα χέρια. Το σπίτι της λαμποκοπούσε από πάστρα, μ’ όλη τη φτώχεια της. Το ασβεστόχρισμά του το σαββατιάτικο έφθανεν ως το κα­τώφλι στο ανηφορικό βραχοσκάλιστο δρομάκι. Και όταν ετελείωνεν από το νοικοκυριό της και άναβε τη φουφού της για μαγείρεμα, έπαιρνε την κάλτσα στα γόνατά της κι εκάθουνταν κοντά στη φωτιά ή έραβε κι εμπάλωνε ασπρόρουχα υπαλλήλων, που δεν είχαν οικογένεια δική τους στην ‘Ύδρα. Με τα λίγα, που εκέρδιζεν από το πλέξιμο των καλτσών και από το ράψιμο, εζούσε χωρίς να στερείται το καθημερινό της. Ο άνδρας της όσον καιρόν επεριόδευε στα διάφορα επαρ­χιακά ταμεία δεν της έστελνε χρήματα και μόνον, αν ετύχαινεν ευκαιρία με κανένα επιβάτη, της επρομήθευε λίγα προϊόντα του τόπου της διαμονής του.

Τον εδέχθηκε λοιπόν παυμένον, ελπίζοντας πως γλήγορα θα ξαναδιορισθεί, προ πάντων με την ενέργεια του Γρίβα. Ο Βασιλάκης καταξοδεύουνταν σέ ταχυδρομικά, γράφοντας στον πνευματικόν αδελφό του συστημένα γράμματα. Μ’ όλες όμως τις προσφωνήσεις «Γενναιότατε Προστάτα» και τις υπογραφές, «ό ευτελέστατος της ένδοξότητός Σου πνευματικός αδελφός», καμιά απάντηση δεν ήρχουνταν. Απελπισμένος τότε, απεφάσισε να πάει ο ίδιος στην Αθήνα και να προσπέσει στον Γρί­βα και να ζητήσει και από άλλους πολιτευομένους υποστήριξη για να ξαναδιορισθεί. Ο μεγάλος πόθος του ήτον να εύρει θέση στην «Κεντρική Υπηρεσία», δηλαδή στο Υπουργείον των Οι­κονομικών, για να γνωρίσει και αυτός την «Κλεινήν πόλιν του Περικλέους» που μόνον περαστικά την είχε θαυμάσει ως τότε.

Με λίγα ρούχα λοιπόν σε μια κουβέρτα στρατιωτική τυ­λιγμένα και το μπαστουνάκι του, εμπαρκαρίσθηκε στο βαπόρι της γραμμής του Σαρωνικού, σαν να επήγαινε σε καμιά θαλασσινή εκδρομή για δυο τρεις μέρες το πολύ. Ναύλο δεν επλήρωσεν, ούτε βαρκαδιάτικα, γιατί είχε φίλους όλους τους Υδραίους θαλασσινούς. Για να φάει, είχε κάτι πρόχειρο, που του ετοίμασε ή γυναίκα του δεμένο σ’ ένα παρδαλό μαντήλι: ψωμί, τυρί και κρύα τηγανητά ψάρια. Χρήματα, από τη γυναίκα του, κι αυτά, καμιά εικοσαριά δραχμές. Ήτον όμως ξένοιαστος για το μέλλον. Άμα θα έφτανε στην Αθήνα, θα επήγαινε ολόϊσα στον φίλον των Καλαμών, τον «αγαπητόν Ευστάθιον», όπως τον έλεγε, και ήτον βέβαιος ότι θα εξασφάλιζε μια γωνιά για ύπνο και κανένα πιάτο φαΐ καθημε­ρινό – κι έχει ο Θεός για παραπέρα, «ο μεριμνών περί των πετεινών του ουρανού», καθώς έγραφε σ’ ένα γράμμα του, που του επρομηνούσε τον ερχομόν του στην Αθήνα.

Την κατοικία του Στάθη, κοντά στο Πανεπιστήμιο, την είχε μάθει στην Ύδρα από έναν συμφοιτητή του στην Ιατρι­κή. Εβγήκε δωρεάν και στον Πειραιά με μια βάρκα του βαποριού και με την κουβέρτα στον ώμο επήγε στον Σιδη­ροδρομικό Σταθμό, εμπήκε σ’ ένα βαγόνι τρίτης θέσεως, εξεκίνησε πάλι πεζός, με την κουβέρτα, από τον μόνον τότε Σταθμόν του Θησείου, κι έφθασε στου Στάθη το σπίτι με μεγάλον γύρο, γιατί δεν ήξερε τα συντομότερα λοξοδρομήματα.

Ό Στάθης, ένας άνθρωπος άφθαστος σέ καλοσύνη και μαθημένος από την πολιτική -ο πατέρας του ήτον δήμαρχος ’Αγρίνιου- να βοηθεί πρόθυμα όσους είχαν ανάγκη, τον εδέχθηκε στη μοναδική του κάμαρα και του έδωσε μια γωνιά για να στρώνει ένα κιλίμι και να κοιμάται τυλιγμένος στην κουβέρτα του. Τον επήρε και στο ξενοδοχείον το μεσημέρι και τον εκαλοτάγισε. Δεν ελογάριαζε, βέβαια, πως αυτή ή κατάσταση θα ήτον για πολύν καιρόν. Ο Βασιλάκης του είπε πως ελπίζει σύντομα να διορισθεί πάλι και θα έφευγε για τη νέα θέση του. Ειδεμή θα επήγαινε στην Ύδρα με τη Χριστί­να του, που επερνούσεν όπως όπως, προσμένοντας εκεί τον

διορισμό του. Οι προσδοκίες του Βασιλάκη από την προστα­σία του Γρίβα εχάθηκαν, όταν έμαθε πως δεν ήτον στην ’Αθήνα και ούτε θα εγύριζε γλήγορα από την Βόνιτσα. Άλλες πόρ­τες βουλευτών, που επήγε να χτυπήσει, ευρέθηκαν κλειστές, γιατί ήταν αντιπολιτευόμενοι.

Εν τούτοις η Πρωτεύουσα «τον εσαγήνευσε» και δεν εννοούσε να φύγει για την Ύδρα. Εκαταλάβαινε πως δεν ήτον δυνατόν να τον τρέφει ο Στάθης με το μηνιαίον, που του έστελνεν ο πατέρας του, και εκατάστρωσε με τον νου του το παρασιτικόν πρόγραμμα, που έβαλε σ’ εφαρμογή: Άρχισεν από το σπίτι μας. Εζήτησε του Στάθη να τον φέρει να επισκεφθεί την «Κυρίαν Τμηματάρχου, που είχε την τιμήν να γνωρίσει εν Ύδρα». Εννοούσε την μητέρα μου, γιατί ο πατέρας μου ήτον τμηματάρχης στο Υπουργείον των Οικονομικών. Έριξε την πρώτη άγκυρα. Ή μητέρα μου τον εσυμπόνεσε και τον εκράτησε μαζί με τον Στάθη να φάνε το μεσημέρι.

Στο πρώτο αυτό τραπέζι, που ευρέθηκα καθισμένος αντίκρυ, επαρατήρησα τη μέθοδο του Βασιλάκη, για να προφθαίνει να τρώει όσο μπορούσε περισσότερο. Εφόρτωνε το πιρούνι σαν φορτηγό ζώο και το άδειαζεν ολόκληρο μέσα στο στόμα του, σαν να ήτον αποθήκη. Δεν εχασομερούσε καθόλου στα χείλη. Το ίδιο και το ψωμί. Μια μεγάλη μπουκιά την έκοβε με το μαχαίρι από τη φέτα του, την έσφιγγε με τα δάκτυλα για να την μικράνει, και με μια κίνηση του ενός δακτύλου από τα χείλη την έσπρωχνε στα βάθη του στόματος, απαράλλακτα, όπως κάνουν όσοι μπουκώνουν με καρύδια τους διάνους. Το τί έφαγε με τη μέθοδό του αυτή είναι αφάνταστο. Ή μητέρα μου δεν τον επρόφθαινε ψωμί και το μισό πιλάφι με κρέας από τη μεγάλη πιατέλα επέρασε στο στομάχι του. Κάθε φορά που του ελέγαμε να ξαναπάρει φαΐ, έκανε πως δεν θέλει άλλο, πως εχόρτασεν. Από φόβον όμως μήπως δεν επιμείνουν μετά την άρνησή του, επρόσθετε άμέσως.

– Προς χάριν σας όμως και διά να μη σάς δυσαρεστήσω, ας πάρω ολίγον ακόμη.

Και το ολίγον ήτον περισσότερο από την προηγούμενη δόση.

Στο σπίτι μας έτυχε να κάνει τη γνωριμία ενός εξαδέλφου της μητέρας μου γιατρού, του Λιμπρίτη. Δεύτερη άγκυρα αμέσως. Όταν έφευγε, του είπε:

– Θα μου επιτρέψετε να υποβάλω τα ταπεινότατα σέβη μου και εις την Κυρίαν ιατρού, διότι το θεωρώ ιερόν καθήκον.

Φυσικά ο γιατρός δεν ημπορούσε να του δώσει αρνητικήν απάντηση. Και μετά δυο τρεις ήμερες ο Βασιλάκης υπέβαλε τα ταπεινότατα σέβη του στην γυναίκα του γιατρού ένα τέταρτο πριν της ώρας του μεσημεριανού τραπεζιού. Ο για­τρός είχε μάθει από το σπίτι μας υπό ποίους όρους ο Βασιλάκης ήτον στην Αθήνα, και όταν εγύρισεν από τις επισκέψεις του και τον ευρήκε στο σπίτι του, τον εκάλεσε να φάει μαζί τους.

– Ευχαριστώ, εξοχότατε, διά την κολακευτικήν πρόσκλησιν, αλλά προ ολίγου επρογευμάτισα.

– Δεν πειράζει γι’ αυτό, του είπεν ο γιατρός γελώντας, θα πήρες τίποτε ελαφρό και δεν θα σου εβάρυνε το στομάχι. Συμπληρωματικά θα φας κι εδώ λίγα μακαρόνια και ψητό αρνάκι.

Ό Βασιλάκης εξεροκατάπιε στο άκουσμα:

– Αδυνατώ ν’ αρνηθώ αποδοχήν εις πρόσκλησιν όχι μό­νον τιμητικήν διά το ταπεινόν μου υποκείμενον, αλλά έχουσαν και το κύρος μιας ιατρικής προσωπικότητας.

Το αποτέλεσμα ήτον ότι ο καλεσμένος, για να μη δυσαρεστήσει την Κυρίαν ιατρού, που δεν επρόφθαινε να του γεμίζει το πιάτο, άφησε την υπηρεσία νηστική και η Κυρία ιατρού είπε να τηγανίσουν αυγά για να φάνε στην κουζίνα.

Ο Λιμπρίτης ήτον ιδανικός γιατρός και τον ελάτρευεν ο φτωχόκοσμος της γειτονιάς του στην Νεάπολη. Τ’ όνομα αυτό είχε τότε όλη η συνοικία από τον δρόμον του Πανεπιστημίου και απάνω, γιατί ήτον νεότερος συνοικισμός. Γι’ αυτό και το όνομα οδός Προαστείου στον δρόμον που μετονομάσθηκε οδός Μπενάκη. Στη γωνία της οδού Προαστείου και της οδού Σόλωνος εκατοικοϋσεν ο γιατρός Λιμπρίτης. Είχε πελάτες του όλην τη Νεάπολη και στις εκλογές ήτον σημαντικός κομμα­τάρχης. Και πώς να μην είναι; Όχι μόνον έβλεπε δωρεάν τούς φτωχούς, όχι μόνον επλήρωνεν ο ίδιος τα φάρμακα, που τους διόριζεν, αλλά κάποτε, στους φτωχότερους έλεγε:

– Το παιδί έχει ανάγκη από τροφή δυναμωτική, λίγο ζουμί. Πάρε αυτή τη σημείωση και πήγαινε στο πλαγινό χασάπικο. θα σού δίνει λίγο κρέας για λογαριασμό μου τρεις ήμερες.

Αδελφός του γιατρού Λιμπρίτη ήτον ο Λουδοβίκος Λιμπρίτης, δικηγόρος αποκαταστημένος στην Αίγυπτο. Σ’ αυτόν χρεωστούμε του Αβέρωφ τις μεγάλες δωρεές. Ήτον δικηγό­ρος του και σύμβουλός του και είχε τόσην επιβολή, ώστε τον έπεισε να μαρμαρώσει το Στάδιον και να προικίσει το πολεμικόν ναυτικόν με το μεγαλύτερον σκάφος του, το φερώνυμόν του «Άβέρωφ».

Τον Βασιλάκη εσυμπαθούσε ιδιαιτέρως «ο Εξοχότατος Κύριος Ιατρός». Όχι μόνον πολύ συχνά τον εκαλούσε στο τραπέζι του, αλλά κι εφρόντιζε για την τουαλέτα του. Του εχάρισε το νέον έτος δυο πουκάμισά του, ένα καπέλο σκληρό μεταχειρισμένο και μια ρεδιγκότα σκωροφαγωμένη, αλλά παρουσιάσιμη. Και το βράδυ της εορτής του γιατρού, του Αγίου Ιωάννου, παρουσιάσθηκε με την πρωτοφόρετη ρεδιγκότα, αλλά και με αλλαγμένο πρόσωπο. Ο Στάθης τον είχε πάει στον κουρέα του να τον κουρέψει, που ήτον σαν πρόβα­το από τα δασωμένα μαλλιά, κι έδωσε κρυφά παραγγελία να του ξουρίσει τα γένια από τα μάγουλα και να του αφήσει μόνον μους στενό και μυτερό. Ο Βασιλάκης προ του τετε­λεσμένου δεν έφερεν αντίρρηση. Μόλις μπήκε στου γιατρού καμαρωτός διαλάλησε:

– Ναπολέων ο τρίτος!

Από το σπίτι της Κυρίας ιατρού επέρασε κατά όμοιον τρόπο στο σπίτι της «Ευγενεστάτης Κυρίας αδελφής της» την ώρα του τραπεζιού. Και μ’ όλον ότι, καθώς έδήλωσεν, είχε φάει πριν, προς χάριν της εδέχθηκε την πρόσκληση. Η καλή του τύχη τον έφερε σε μια γαλοπούλα παραγεμιστή.

Ο κύκλος εμεγάλωνε. Τον εκάλεσε και ή αδελφή της μητέρας μου μια μέρα που τον εγνώρισε στο σπίτι μας. Ευρήκε στον δρόμο και μια οικογένεια πλούσια υδραίικη, εγκατεστημένη στην Αθήνα. Εκαλέσθηκε μόνος του με τον ευγενικόν τρόπο που ήξερε: για να μην τους δυσαρεστήσει. Φέρ­νοντας γύρω στα τέοοερα πέντε σπίτια και τον Στάθη πλη­ρωτή στο ξενοδοχείον, ο κουτοπόνηρος Βασιλάκης εξασφάλισε και το ζήτημα του στομαχιού κι εκαλοστρώθηκε εις την «περίδοξον πόλιν των ποιητών και των φιλοσόφων».

Εμείς τα παιδιά, ήμουν τότε στη δευτέρα τάξη του Γυ­μνασίου και σε μια τάξη κατώτερη δυο εξάδελφοί μου, εγίναμε γλήγορα φίλοι του Βασιλάκη με του Στάθη την πρωτο­βουλία, πού, αν και τρία τέσσερα χρόνια μεγαλύτερος μας, ήτον πολύ συχνά στη συντροφιά μας. Και οι τρεις είχαμε γεννηθεί στην Πλάκα, στο ίδιο σπίτι και στην ίδια αυλή είχαμε μεγαλώσει. Εχωρισθήκαμε από τότε, που εκτίσθηκε το και­νούργιο σπίτι μας αντικρύ στο Αρσάκειον. Εξανασμίξαμε όμως πάλι, όταν ήλθαν κι εκείνοι στη γειτονιά μας κι ενοίκιασαν σπίτι στην οδόν Πανεπιστημίου, που συνόρευεν ο κήπος του με τον δικόν μας. Δεν επερνούσε ημέρα που να μην πάω εγώ σ’ εκείνους ή εκείνοι σ’ εμένα τις βραδινές ώρες. Και η πιο συνηθισμένη απασχόλησή μας ήταν το σκάκι.

Τις ώρες που επαίζαμε σκάκι, ο Βασιλάκης εκάθουνταν κοντά μας σέ μια καρέκλα κι εδιάβαζε την πρώτη εφημερίδα που ετύχαινε πρόχειρη, και ας μην ήτον της ίδιας ημέρας. Την εδιάβαζεν από την αρχή ως το τέλος σαν να την εμελετούσε και μας υποχρέωνε ν’ ακούμε το μεγαλόφωνο διάβασμα κάποιου πολιτικού άρθρου, που τον εσύμφερε, γιατί θα ευκόλυνε το διορισμό του η αλλαγή Κυβερνήσεως. Στο διάβασμά του συνήθιζεν όχι μόνον να σταματά στις τελείες, αλλά και να λέει «τελεία» ή και «άλλη παράγραφος», και στις ερωτηματικές φράσεις αντί να δίνει τον ερωτηματικόν τόνο, τις εδιάβαζε θετικές και ύστερα ελεγεν: «ερωτηματικόν». Αν δεν τον ευχαριστούσαν όσα εδιάβαζε, εξεσπούσε σέ διαμαρ­τυρίες και φοβέρες πως θα εκδώσει αυτός εφημερίδα δική του και θα τους δείξει πώς γράφουν. Κάποτε αποκοιμιούνταν με το διάβασμα. Η εφημερίδα εγλιστρούσεν από τα χέρια του και το κεφάλι του έπεφτε βαρύ προς το στήθος του. Τρομαγ­μένος σαν να φοβήθηκε πως του κόπηκε και θα κυλιστεί στο πάτωμα, το αναστύλωνεν κι άνοιγε τα μάτια πίσω από τα γυαλιά και, για να δείξει πως είναι ξυπνητός, κουνούσε το πόδι του, που είχε σταυρωμένο απάνω στο άλλο γόνατο σιγαλομουρμουρίζοντας.

Την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς το βράδυ εγίναμε μασκαράδες κατά την τότε συνήθεια με ντόμινα και επήγαμε σε μερικά σπίτια. Ο Βασιλάκης δεν μπορούσε να λείψει. Τον επήρε ο Στάθης να του νοικιάσει ένα ντόμινο μαζί μ’ ένα δικό του. Αλλά δεν του άρεσεν. Εδιάλεξε μια παλιά φορεσιά Ριγολέτου, ξεπούλημα κάποιου ιμπρεσάριου. Είχε ιδεί την όπερα του Βέρδη στας Πάτρας και ήθελε να μιμηθεί στα σαλόνια, που θα επηγαίναμε, τον Ιταλό βαρύτονο γελωτο­ποιό! Αλλά στο πρώτο σπίτι που μάς εδέχθηκαν κι εμπήκε πρώτος με πηδήματα και αστεία, εξέχασε να φορέσει τη μάσκα του, ζαλισμένος από κρασί, και όταν είδαν έναν Ριγολέτο μεσόκοπον, με στριμμένο μουστάκι και γυαλιά στη μύτη, όλοι οι προσκαλεσμένοι κι οι άλλοι μασκαράδες τον απόδιωξαν με φωνές, γιατί τον επήραν για μεθυσμένο του δρόμου. Κι εμείς εφύγαμε από τη μέση της σκάλας ντροπιασμένοι, πριν φανε­ρωθούμε στο σαλόνι. Ύστερα απ’ αυτό δεν τον αφήσαμε να μάς ακολουθεί στα άλλα σπίτια. Έμενε στο δρόμο και μάς επρόσμενε περιπατώντας πηδηχτά, όποτε έβλεπεν άλλους μασκαράδες, πάντα χωρίς μάσκα, γιατί δεν εννοούσε να βγάλει τα γυαλιά του, και η μάσκα δεν έμπαινεν απάνω από γυα­λιά. Λίγο έλειψεν όμως να του βγουν ξινά τα αστεία, γιατί παρεξηγήθηκαν από κάποιο γυναικείο ντόμινο, που τον έβρισε:

– Να χαθείς πρόστυχε, μεθύστακα.

Κι ένα ντόμινο ανδρικό εσήκωσε το χέρι στα μούτρα του. Κατά καλή τύχη εβγαίναμε εμείς από το σπίτι, που είχαμε πάει, και τον εγλιτώσαμε από ξυλοκόπημα.

Πώς επερνούσε τις ώρες, που δεν ήτον μ’ εμάς ή δεν έτρωγε σε κάποιο σπίτι; Όταν εσυνεδρίαζεν η Βουλή, παρακολου­θούσε τις συνεδριάσεις από τα λαϊκά θεωρεία κι ετριγύριζεν απ’ έξω, για να ζητήσει την υποστήριξη κανενός βουλευτού Ύδρας, χάριν της γυναίκας του, ή Σπάρτης, χάριν των Σπαρ­τιατών προγόνων του. Συχνά επήγαινε τις πρωινές ώρες σ’ έναν υδραίικο καφενέ του Ψυρή κι εύρισκε γνωστούς από την Ύδρα, που τον εκερνούσαν. Εκεί του εδίνουνταν ευκαιρία να μιλεί κι αρβανίτικα. Ήτον η δεύτερη γλώσσα του ύστερα από τα ελληνικά και το θεωρούσε σημαντικό. Όταν κάποτε τον ερώτησεν ο Γάλλος καθηγητής Εμάρ, αν ξέρει γαλλικά, αποκρίθηκε με υπερηφάνεια:

– Την γλώσσαν του Γαμβέτα δυστυχώς την αγνοώ, ομιλώ όμως απταίστως την αλβανικήν.

Έκανε και περιπάτους στα αρχαία μνημεία και τα εξηγούσεν όπως αυτός τα ήθελε, ανακατεύοντας πρόσωπα και πράματα, που τα εχώριζαν αιώνες ή και δεν είχαν καμιά σχέση με την «κλεινήν πόλιν της Παλλάδος», όπως την έλε­γε. Μια ημέρα μας αποκάλυψε πως ευρήκε τρόπο να κάνει και περιπάτους με άμαξα δωρεάν και μας εξήγησε τον τρό­πο του:

Όποτε έβλεπε νεκρώσιμο τοιχοκολλημένο και καταλάβαινε πως ήτον πλούσια κηδεία από την Μητρόπολη, επήγαινεν έκεί με λυπημένο πρόσωπο, σαν να ήτον φίλος του μακαρίτη. Όταν εξεκινούσε η κηδεία για το Νεκροταφείο, σαν να είχαν κοπεί τα πόδια του από τη λύπη, έμπαινε σε μια από τις άμαξες που ακολουθούσαν. Το ίδιο έκανε και στον γυρισμό, αφού εσυλλυπούνταν με συγκίνηση τους συγγενείς του πεθαμένου κι εκείνοι τον ευχαριστούσαν μ’ όλη τους την καρδιά. Και το θεωρούσε σαν καθήκον ιερό αυτό που έκαμε.

– Μα τι σ’ έμελε γι’ άγνώστους ανθρώπους; του είπαμε κάποτε.

– Γνωστοί και άγνωστοι δεν υπάρχουν. Όλοι είμεθα εν Χριστώ αδελφοί, μάς αποκρίθηκε. Και προσέθεσεν αμέσως:

– Και την ωραία αμαξάδα δωρεάν δεν την λογαριάζετε;

Πώς έκανε και ήτον καθαρά ντυμένος πάντα; Κάθε δεύ­τερη εβδομάδα κατέβαινε πρωί πρωί στον Πειραιά κι έμπαι­νε στο βαπόρι του Σαρωνικού. Έβγαινε στην Ύδρα κατά τις δέκα και το άλλο πρωινό πάλι στο ίδιο το βαπόρι εμπαρκάρουνταν κι εγύριζε. Στο διάστημα αυτό η Χριστίνα του έπλενε, εσιδέρωνε και εδιόρθωνε τα ρούχα του. Δεν του κόστιζε το ταξίδι αυτό παρά μόνον το εισιτήριο του Σιδηροδρόμου.

Δεν εξόδευε στην Αθήνα σχεδόν τίποτε. Αλλά και τις λίγες δεκάρες, που του χρειάζουνταν για να λουστράρει τα παπού­τσια και να πάρει καμιά κουλούρα, πού τις εύρισκε; Μυστήριο. Δανεικά δεν εζητούσε ποτέ από κανένα μας κι όταν κάποτε ο αγαθότατος γιατρός τον ερώτησεν αν έχει ανάγκη να τον βοηθήσει, αποκρίθηκε με μεγάλη αξιοπρέπεια:

– Ευχαριστώ, εξοχότατε! Ζώ επαρκέστατα χάρις εις την πολύτιμον προστασίαν σας και των άλλων φίλων. Ουδενός στερούμαι.

Το πιθανότερο είναι πως η γυναίκα του, όποτε επήγαινε στην Ύδρα, θα του έδινε λίγα χρήματα από τα δικά της, με την έλπίδα πάντα πως μένοντας στην Αθήνα θα κατόρθωνεν ευκολότερα να ξαναδιορισθεί, όπως την εβεβαίωνεν.

Κάποτε επαίζαμε τόμπολα το βράδυ στο σπίτι μας και ήρχουνταν και άλλοι συγγενείς μας και πελάται του Βασιλάκη. Εσυμφωνούσαμε μεταξύ μας να κάνομε καλπονόθευση στις κληρώσεις των αριθμών για να κερδίσει η καρτέλα του κι έτσι να του δώσομε με τρόπο τρεις τέσσερες δραχμές. Χαρίσματα όμως εδέχουνταν «ευχαρίστως κι εύγνωμόνως», καθώς έλεγεν. Η μητέρα μου του είχε δώσει ένα μεταχειρι­σμένο παλτό του πατέρα μου κι ένα ζευγάρι παπούτσια, άλλα συγγενικά σπίτια του εχάρισαν μαντήλια, λαιμοδέτες, ένα μαξιλάρι, μια κουβέρτα και από το υδραίικο σπίτι ένα αχυρένιο στρώμα.

Ναπολέων τρίτος δεν έμεινε για πολύν καιρό. Τα γένια του μεγάλωσαν και εξαναπήρε την παλιά του αμελημένην όψη μετά τις Αποκριές. Το Πάσχα όμως ο Στάθης τον έπεισε πως αφού ο Ναπολέων είχε νικηθεί από τον αυτοκράτορα Γουλιέλμο, σωστό ήτον να παρουσιασθεί και αυτός σαν τον νι­κητή, με ξουρισμένο το σαγόνι και λίγα γένια μόνον στα μάγουλα. Και μάς τον έφερε στο σπίτι μας με τη νέα του όψη τη μέρα του Πάσχα, καλεσμένο στο μεσημεριανό τραπέζι, κι εγύρισε τις άλλες πασχαλινές μέρες όλα τα σπίτια της πελα­τείας του για να ευχηθεί το Χριστός Ανέστη, σαν Γουλιέλμος ο νικητής.

Αλλά δεν έμεινε και στη δεύτερη φιγούρα για πολύ. Ήτον

τότε πρέσβειρα της Αυστρίας η κόμησσα Ντούμπστεκ κι όλος ο κόσμος την εθαύμαζε για την ομορφιά και για την εξυπνάδα της. Επρωτοστατούσε στις κοσμικές συγκεντρώσεις και -κατά την κοινή γνώμη- είχε ξετρελάνει και πρωθυπουργούς και υπουργούς τόσο, που έκανε και ρουσφέτια σαν παντοδύνα­μος βουλευτής. Του Βασιλάκη λοιπόν του ήλθεν η ιδέα να προσφύγει στην προστασία της για να ξαναδιορισθεί. Και ο Στάθης τον έπεισε, πως για να γίνει πιο καλόδεκτη η αίτησή του, καλό θα ήτον από Γουλιέλμος να γίνει Φραγκίσκος Ιω­σήφ, δηλαδή ν’ αφήσει φαβορίτες στα μάγουλα. Επήρε δα­νεικό το ψηλό καπέλο του γιατρού, εφόρεσε τη ρεδιγκότα του και τ’ άσπρα γάντια του Στάθη, εγυάλισε τα παπούτσια του, κι ένα ωραίο πρωί εκτύπησε το κουδούνι της Πρεσβείας. Ο θυρωρός του άνοιξε και τον ερώτησε τί θέλει. Αποκρίθηκε πως ήθελε να υποβάλει μιαν αίτηση στην «ευγενεστάτην Κυρίαν Κόμησσαν». Θα τον ενόμισε τρελό και του έκλεισε την πόρ­τα χωρίς απάντηση.

Τελευταία σκηνή: Βλέπω ακόμα μπροστά μου το αποχαιρετιστήριο δείπνο της Πρωτομαγιάς σ’ ένα περιβόλι συγγε­νικό στα Πατήσια. Σε λίγες ημέρες θα ’φευγεν ο Στάθης για το Αγρίνιο και ο Βασιλάκης, άστεγος, θ’ αναγκάζουνταν να πάει στην Ύδρα. Τους εκαλέσαμε λοιπόν οι τέσσερες άλλοι της συντροφιάς στο περιβόλι των δυο εξαδέλφων μου. Από τα σπίτια μας μάς ετοίμασαν πλούσια και χορταστικά όσα μπορούσαμε να σηκώνομε σε καλάθια και δέματα, γιατί επηγαίναμε με τα πόδια. Στο σπίτι το εξοχικό, που ήτον κτισμέ­νο στη μια την άκρη του μεγάλου περιβολιού, θα βρίσκαμε κρασί παλιό σαντορινιό. Από κει θα παίρναμε μαχαιροπίρουνα, πιάτα και ποτήρια, όσα θα μάς εχρειάζουνταν.

Εδιαλέξαμε έναν καλόν ήσκιο στην άλλη άκρη του περι­βολιού, κάτω από μεγάλες ελιές, εστρώσαμε ένα χαλί φερμέ­νο από το εξοχικό σπίτι και αρχίσαμε πολύ πριν το μεσημέρι το φαγοπότι, γιατί δεν εκρατιούνταν ο Βασιλάκης και ήτον άξιος να μάς τα φάει όλα από την πείνα του. Αλλά το κρασί το σαντορινιό δεν άργησε να μάς ζαλίσει κι ο Βασιλάκης που το έπινε σαν νερό, μέθυσε στα καλά. Πώς εξύπνησε μέσα του από το πιοτό όλη ή φιλοπατρία και η έχθρα κατά των Τούρ­κων! Ετινάχθηκε απάνω εξαγριωμένος και πριν προφθάσομε να τον κρατήσομε, όρμησε σε μια ανθισμένη αχλαδιά και την εκαταμάδησε και της έσπαζε τα κλαδιά φωνάζοντας:

– Κάτω, προδότα Φωτιάδη μπέη, δούλε πληρωμένε του Σουλτάνου!

Ό Φωτιάδης ήτον πρέσβυς της Τουρκίας στην Αθήνα από χρόνια και σ’ αυτόν εξεσπούσε, σαν να ήτον μεταμορφωμέ­νος στην καημένη την αχλαδιά.

Αφού ξεθύμανε, ξαπλώθηκε παρέκει, στη ρίζα μιας ελιάς, κι αποκοιμήθηκε. Ύστερα από το φαγοπότι ενιώθαμε την ανάγκη να πάμε στο σπίτι να πλυθούμε με κρύο νερό και να δώσομε τα πιατικά στην περιβολαριά να τα καθαρίσει και να τα βάλομε στη θέση τους. Αλλά πού να σαλέψει ο Βασιλάκης! Τον εσηκώναμε κι εγλιστρούσε πάλι κάτω στο χώμα κούτσουρο. Μόνος τρόπος λοιπόν να τον μεταφέρομε ως το σπίτι ήτον να τον βάλομε άπάνω στο χαλί και να τον πάμε, σηκώνοντας τις τέσσερες άκριές του, τυλιγμένον μέσα. Μάς είχε μείνει και κρασί, μια χιλιάρικη μποτίλια μισογεμάτη. Σφίξαμε το φελλό της και του τη δώσαμε στην άγκαλιά του να την κρατά. Έτσι έξεκινήσαμε και ο δρόμος ήτον αρκετός. Ο Βασιλάκης εμυρίσθηκε φαίνεται το κρασί και με τα δόντια ετράβηξε το φελλό για να πιει. Το αποτέλεσμα ήτον: να περιχυθεί ολόσωμος και να ποτίσομε με κρασί που στράγγιζεν από το χαλί τα όσα λουλούδια βρέθηκαν στο πέρασμά μας. Όταν εφθάσαμε μπροστά στο σπίτι, τον αφήσαμε κάτω από μια κρεβατίνα. Ανεβήκαμε να ξεκουρασθούμε στους καναπέδες και στις πολυθρόνες. Συλλογιζόμασταν τί θα τον κάνομε, αν δεν μπορεί να μας ακολουθήσει στο δρόμο του γυρισμού και πώς θα στεγνώσει και θα ξεμυρίσει από το κρασόλουτρό του. Ελέγαμε να τον αφήσομε στην περιβολαριά -δεν ήτον άλλο— ως που να έρθει στα συγκαλά του. Κι έξαφνα ακούμε ξεφωνητά και γέλια γυναικών κάτω και από το παράθυρο βλέπομε τον Βασιλάκη ολόγυμνο μ’ ένα στεφά­νι από πασχαλιά ανθισμένη να τραυλίζει:

– Είμαι ο Μάιος! Είμαι ο Μάιος!

Οι γυναίκες, η περιβολαριά και δυο τρεις άλλες, ντροπια­σμένες από το θέαμα, έφευγαν σαν κυνηγημένες. Κατεβήκαμε και τον επεριμαζέψαμε απάνω. Κι επαρακαλέσαμε την περιβολαριά να του ξεπλύνει τα ρούχα του για να ξεμυρίσουν από το κρασί και να τ’ απλώσει στον ήλιο να στεγνώσουν, ως που να φύγομε με το ηλιοβασίλεμα. Έτσι ετελείωσε το πέρασμα του Βασιλάκη από την Αθήνα και μαζί μ’ αυτό κι οι εύθυμες μέρες μας… γιατί άρχιζεν η μελέτη για τις εξετάσεις.

Ύστερα από είκοσι χρόνια:

Ένα μεσημέρι καλοκαιρινό, που εγύριζα καθυστερημένος και βιαστικός στο σπίτι μου από το Γραφείον της Εστίας, τον ευρήκα στην πόρτα του σπιτιού μου. Ήτον ο ίδιος κι απαράλλακτος σαν να μην είχε περάσει χρόνος απάνω του. Ζαλισμένος και κουρασμένος από την πολύωρη δουλειά δεν είχα διάθεση να σταθώ και να μιλήσω μαζί του και ούτε τον εκάλεσα στο τραπέζι, καθώς θα επρόσμενε. Μού είπε πως έρχεται από την Ύδρα να εύρει καμιά θέση επιστάτου σχο­λείου κι εζητούσε να τον βοηθήσω με τη δημοσιογραφική δύναμη που έχω. Του είπα να περάσει από το Γραφείο το άλλο πρωί να μου πει ό,τι θέλει με ησυχία και τον εχαιρέτησα. Τράβηξε προς το δρόμο του Πανεπιστημίου, ενώ μού εξανάλεγε:

– Τίποτε άλλο! Επιστάτης Ελληνικού Σχολείου ή Γυμνα­σίου…

Κι έξαφνα σαν να τον εφώτισεν η θέα του αντικρινοΰ Αρσακείου, μού εφώναξεν από μακριά:

– Έστω και Παρθεναγωγείου!

Γιατί αυτή η συγκατάβαση; αυτός ο συμβιβασμός; Δεν εκατάλαβα ούτε τότε ούτε και ως τώρα. Δεν εφάνηκε στην Εστία την άλλη μέρα κι από το σπίτι μου δεν επέρασε. Για­τί; Ένιωθα κάτι σαν μετάνιωμα, που τον άφησα έτσι σαν να τον απόδιωχνα. Και το μετάνιωμά μου έγινε δυνατότερο, όταν έμαθα ύστερα από κανένα μήνα από μια συγγένισσά μου Υδραίισσα, πως ο Βασιλάκης εγύρισε τότε κρυολογημένος στην Ύδρα και μέσα σε μιαν εβδομάδα επέθανεν από πνευ­μονία.

Τα τελευταία του λόγια, που μου είχε ειπεί, μας έμειναν αλησμόνητα, και ξαναλέμε και τώρα ακόμα σε κάθε περίσταση που θέλομε να φανούμε συγκαταβατικοί:

– Έστω και Παρθεναγωγείου!

 




via http://ift.tt/2ApAhfj

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.