Πέντε επιστολές του Μότσαρτ

Την Τρίτη έχουμε την επέτειο του θανάτου του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ, οπότε σήμερα θα παρουσιάσω μερικές επιστολές του παρμένες από το βιβλίο Β.Α.Μότσαρτ -Αλληλογραφία, που κυκλοφόρησε το 1991 σε δική μου επιλογή, μετάφραση και επιμέλεια από τις εκδόσεις Ερατώ (β’ έκδοση το 2001).

Μου αρέσει πολύ ο Μότσαρτ, ιδίως οι μεγάλες του όπερες, και στα νιάτα μου είχα ασχοληθεί αρκετά με τη ζωή και το έργο του. Το 1991 δημοσίευα στην εφημ. Τα Νέα καθημερινή στήλη με τίτλο «Η σημερινή μέρα στη ζωή του Μότσαρτ» (εδώ ένα δείγμα) και στο τέλος της χρονιάς έβγαλα και το βιβλίο με την αλληλογραφία (εδώ ένα μικρό δείγμα).

Σήμερα που είναι Κυριακή και υπάρχει περιθώριο, παρουσιάζω τέσσερις ακόμα επιστολές του Μότσαρτ. Πρόσφατα επίσης έμαθα ότι από το ραδιόφωνο της ΕΡΤ έγιναν φέτος δύο εκπομπές αφιερωμένες στην αλληλογραφία του Μότσαρτ, στην εκπομπή Μικρές δεξαμενές μελάνης της Αφροδίτης Κοσμά, στις οποίες χρησιμοποιήθηκε υλικό από το βιβλίο που παρουσιάζω σήμερα και από άλλα βιβλία. Μπορείτε να τις ακούσετε εδώ (Πρώτη εκπομπή και Δεύτερη εκπομπή).

Ξεκινάμε λοιπόν τις επιστολές του Μότσαρτ.

Η πρώτη επιστολή γράφτηκε το 1777, από το Μανχάιμ. Ο Μότσαρτ έχει παραιτηθεί από την υπηρεσία του στην αυλή του Σάλτσμπουργκ και έχει φύγει με τη μητέρα του ταξίδι με τελικό προορισμό το Παρίσι. Στο Μανχάιμ θα περάσουν τον χειμώνα του 1777.

[Μανχάιμ, 8 Νοεμβρίου 1777]

Αγαπημένε μου μπαμπά!

Δεν μπορώ να γράψω ποιητικά, δεν είμαι ποιητής. Δεν ξέρω να χειρίζομαι τις φράσεις με τέτοια τέχνη που να τις κάνω να δίνουν σκιές και φως, δεν είμαι ζωγράφος. Ούτε μπορώ να εκφράσω τα αισθήματα και τις σκέψεις μου με χειρονομίες και παν­τομίμα, δεν είμαι χορευτής. Το μπορώ όμως με τους ήχους, είμαι μουσικός. Αύριο θα παίξω, στου Καννάμπιχ, προς τιμήν σας, τις ευχές μου για τη γιορτή σας στο πιάνο. Για σήμερα, αρκούμαι στο να σας ευχηθώ, απ’ όλη μου την καρδιά, πολυαγαπημενε μου πατέρα, όλα όσα σας εύχομαι κάθε μέρα, πρωί και βράδυ: υγεία, μακροζωία και καλή διάθεση. Ελπίζω επίσης ότι τώρα θα έχετε λιγότερες σκοτούρες απ’ όσες όταν ήμουν στο Σάλτσμπουργκ, διότι πρέπει να ομολογήσω ότι η μοναδική αιτία ήμουν εγώ. Με κακομεταχειρίζονταν και δεν το άξιζα — σεις φυσικά με συμπονούσατε, αλλά το παίρνατε πολύ κατάκαρδα. Βλέπετε, αυτός είναι ο βασικός λόγος για τον οποίο άφησα τόσο γρήγορα το Σάλτσμπουργκ. Ελπίζω έτσι η ευχή μου να εκπλη­ρωθεί. Θα κλείσω τώρα με μια μουσική φιλοφρόνηση. Σας εύ­χομαι να ζήσετε τόσα πολλά χρόνια που να φτάσετε να μην μπο­ρείτε πλέον να συνθέσετε τίποτα καινούργιο. Να είστε καλα. Με όλο μου το σεβασμό σας παρακαλώ να συνεχίσετε να μ’ αγα­πάτε λίγο και να αρκεστείτε σ’ αυτή τη θλιβερή φιλοφρόνηση, ώσπου στη μικρούτσικη και στενή ντουλάπα του μυαλου μου να φτιάξω καινούργια συρτάρια για να βάλω μέσα τη σοφία που σκοπεύω στο μέλλον να αποκτήσω. Φιλώ χίλιες φορές τα χέρια του μπαμπά και παραμένω έως τον θάνατο,

πολυαγαπημένε μου πατέρα,
ο ευπειθέστατος γιος σας
Βόλφγκανγκ Αμαντέ Μοτσαρτ
Μανχάιμ, 8 Νοεμβρίου 1777

Ο Καννάμπιχ που αναφέρεται ήταν ο Κρίστιαν Κανάμπιχ (1731-1798), αρχιμουσικός της αυλής του Μανχάιμ, συνθέτης με σημαντικό έργο, που συνδέθηκε φιλικά με τον Μότσαρτ και τον βοήθησε.

Και το δεύτερο γράμμα που θα παρουσιάσω είναι γραμμένο από το Μανχάιμ έξι μέρες μετά το προηγούμενο.

[Μανχάιμ, 14 Νοεμβρίου 1777]

Εγώ, ο Γιοχάνες Κρισόστομους Αμαντέους Βολφγκάνγκους Σιγκισμούντους Μότσαρτ, ομολογώ ότι χτες και προχτές (αλλά και άλλες φορές) δεν γύρισα στο σπίτι παρά τα μεσάνυχτα και ότι από τις 10 το βράδυ έως την εν λόγω ώρα βρισκόμουν στου Καννάμπιχ, τη παρουσία και τη συντροφία του εν λόγω Καννάμπιχ, της συζύγου του, της κόρης του, του κυρίου θησαυροφύλακα, του Ραμ και του Λανγκ, όπου συχνά, χωρίς τύψεις και πολύ ανέμελα, παίζουμε φτιάχνοντας ρίμες. Και μάλιστα, αποκλειστικά και μόνο με βρωμόλογα, σκατά, χέζω, γλείψε μου τον κώλο, στη σκέψη και στα λόγια… αλλά όχι με πράξεις.

Δεν θα συμπεριφερομουν με τέτοια αποχαλίνωση χωρίς την παρώθηση και την υποκίνηση της αρχισυνωμότισσας — της λεγόμενης Λίζελ (Ελιζαμπέτα Καννάμπιχ)· οφείλω όμως να ομολο­γήσω ότι πολύ το διασκέδασα. Αναγνωρίζω από τα βάθη της καρδιάς μου όλα αυτά τα αμαρτήματα και τα πλημμελήματα, ελπίζοντας να μπορώ να τα εξομολογούμαι αρκετά συχνά, και παίρνω την ακλόνητη απόφαση να βελτιώνω όλο και περισσότε­ρο την έκλυτη ζωή που άρχισα να διάγω. Για το λόγο αυτό ζητώ τη θεία συγχώρεση, αν είναι εύκολο να μου δοθεί· αν όχι, το ίδιο μου κάνει, γιατί το παιχνίδι θα συνεχιστεί. Lusus enim suum habet abitum, όπως λέει και ο μακάριος ψάλτης Μάισνερ, Κεφ. 9, σελ. 24. Επιπλέον, ο άγιος Ασέντιτορ, προστάτης της σούπας από καφέ, της μουχλιασμένης λεμονάδας, του ζωμού από αμύγδαλα χωρίς αμύγδαλα και κυρίως του παγωτού φράου­λα με παγάκια, μια και είναι μεγάλος γνώστης και καλλιτέ­χνης σχετικά με τα παγωμένα πράγματα. Θα αντιγράψω όσο πιο σύντομα γίνεται σ’ ένα χαρτί μικρού σχήματος τη σονάτα που έγραψα για τη δεσποινίδα Καννάμπιχ [Σονάτα για πιάνο σε ντο μείζονα, Κ. 309] και θα τη στείλω στην αδερφή μου. Άρχισα να διδάσκω εδώ και τρεις μέρες τη σονάτα μου στη δεσποινίδα Ρόζα· σήμερα τελειώσαμε το Αλέγκρο. Περισσότερο θα δυσκολευτούμε στο Αντάντε, γιατί είναι πο­λύ εκφραστικό και πρέπει να παιχτεί ακριβώς με το γούστο, τα πιάνο και τα φόρτε που υποδεικνύω. Η κοπέλα είναι πολύ επιδέ­ξια και μαθαίνει πολύ εύκολα. Το δεξί της χέρι είναι πολύ καλό, αλλά δυστυχώς δεν τα πάει καθόλου καλά με το αριστερό. Συχνά τη λυπάμαι, μπορώ να πω, όταν τη βλέπω πόσο κοπιάζει. Αγκομαχάει, και όχι από αδεξιότητα, αλλά επειδή δεν έχει μάθει, επειδή δεν της έδειξε κάποιος πώς είναι το σωστό. Της μίλησα, το ίδιο και στη μητέρα της, και είπα πως αν ήμουν ο επίσημος δάσκαλός της θα κλείδωνα όλες τις παρτιτούρες που έχει, θα σκέπαζα το πιάνο με ένα μαντίλι και θα την έβαζα να κάνει ασκήσεις με το δεξί και το αριστερό χέρι, απαλά-απαλά στην αρχή, γυρίσματα, τρίλιες, ποικίλματα και τα λοιπά, όλο ασκή­σεις, ώσπου τα χέρια της να μάθουν να παίρνουν σωστές θέσεις, και στη συνέχεια θα ήμουν βέβαιος ότι θα την έκανα καλή πια­νίστρια.

Η λατινικούρα του Μότσαρτ σημαίνει περίπου «το παιχνίδι θα συνεχιστεί», ενω η εκκλησιαστική παραπομπή είναι ανύπαρκτη. Το Ascenditor είναι περιπαιχτική λατινική μετάφραση του επωνύμου του Άντον Στάιγκερ (αυτός που ανεβαίνει), που είχε ανοίξει το πρώτο καφενείο στο Σάλτσμπουργκ.

Στο ταξίδι αυτό, ο Μότσαρτ γνώρισε στο Άουγκσμπουργκ (γενέθλια πόλη του πατέρα του) την ξαδέρφη του Μαρία Άννα Θέκλα Μότσαρτ, την επονομαζόμενη Μπέσλε (ξαδερφούλα). Οι δυο νέοι αισθάνθηκαν αμοιβαία έλξη και στην αλληλογραφία τους βρίσκουμε αρκετά υπονοούμενα. Το επόμενο γράμμα που θα δούμε απευθύνεται ακριβώς στη Μπέσλε και είναι γραμμένο το 1780 από το Σάλτσμπουργκ όπου έχει επιστρέψει ο Μότσαρτ.

Στην προσφώνηση ο Μότσαρτ παίζει με την ομοιότητα ανάμεσα στις λέξεις Bäschen (ξαδερφούλα) και Bässchen (μικρό μπάσο)

Σάλτσμπουργκ 10 Μαΐου 1780

Πολυαγαπημένη, εξαίρετη,
πανέμορφη, αξιαγάπητη,
γοητευτική,                                                                                                  Φύσα με στον πισινό
με έναν ανάξιο ξάδερφο
αγανακτισμένη                                                                                            Είναι ωραίο
μπασοξαδερφούλα                                                                                      κάνει καλό!
ή
βιολοντσελάκι

Το αν εγώ, ο Γιοχάνες Κρυσόστομους Σιγκισμούντους Αμαντέους Βολφγκάνγκους Μοτσάρτους, μπορέσω να ηρεμήσω, να καταπραΰνω ή να μετριάσω έστω και κατά ένα τακούνι παντούφλας το θυμό που διακατέχει τη χαριεστάτη ομορφιά σας (ορατών τε πάντων και αοράτων) είναι ένα ερώτημα στο οποίο θα ήθελα πολύ να απαντήσω.

[…]

Ναι, αγαπητό μου βιολοντσελάκι! Έτσι είναι ο κόσμος, άλλος έχει το πορτοφόλι κι άλλος τα λεφτά, κι εκείνος που δεν έχει ούτε το ένα ούτε το άλλο δεν έχει τίποτα, και το τίποτα είναι ίδιο με το πολύ λίγο, ενώ το λίγο δεν είναι πολύ, κατά συνέπεια το τίποτα είναι πάντοτε λιγότερο από το λίγο και το λίγο πάντοτε περισσότερο από το όχι πολύ και το πολύ πάντοτε περισσότερο από το λίγο, και… έτσι είναι, έτσι ήταν κι έτσι θα είναι. [ . . . ]

Ο ταπεινότατος και ευπειθέστατος δούλος σας
Ο κώλος μου δεν είναι Βιεννέζος                       [Στα γερμανικά αυτό ομοιοκαταληκτεί: diener-Wiener]
Γυρίστε από την άλλη μεριά.

Υ.Γ.: Ο θίασος του Μπεμ έφυγε κιόλας; Πείτε μου, καλή μου, σας παρακαλώ για τ’ όνομα του Θεού! Ω! Θα πήγαν στο Ουλμ, έτσι; Ω, βεβαιώστε με επ’ αυτού, σας εξορκίζω σε ό,τι έχετε ιερό. Oι θεοί γνωρίζουν ότι είμαι ειλικρινής.

Τι κάνει του Πύργου ο Μιχαλάκης;                 [άγαλμα στην εκκλησία του Άουγκσμπουργκ]
Φυσήξτε μου τον πισινό λιγάκι
Ο Φογκτ και η συμβία πώς τα πάνε;
Δεν χώρισαν ακόμα; Πώς περνάνε;

[ · · · ]

Χαιρετισμούς από μένα και όλους μας στον κύριο δημιουργό σας και την κυρία δημιουργό σας, δηλαδή σε αυτόν που μόχθη­σε να σας κάνει και σε αυτήν που τον άφησε να της το κάνει. Αντίο, αντίο, άγγελέ μου. Ο πατέρας μου σας στέλνει την πατραδελφική του ευλογία και η αδερφή μου σας δίνει χίλια ξαδερφικά φιλιά. Και ο ξάδερφός σας σας δίνει αυτό που δεν έχει δικαίωμα να σας δώσει.

Αντίο, αντίο άγγελέ μου.

Το 1781 ο Μότσαρτ έρχεται σε σύγκρουση με τον αρχιεπίσκοπο Κολορέντο και απολύεται. Εγκαθίσταται στη Βιέννη και προσπαθεί να βιοποριστεί με τη μουσική του χωρίς να έχει σταθερό μισθό. Το επόμενο γράμμα είναι σταλμένο στον πατέρα του στις 26.9.1781 και αποτελεί την εκτενέστερη ανάλυση του Μότσαρτ για ένα έργο του -πρόκειται για την όπερα Απαγωγή απ’ το σεράι (και «Αρπαγή» θα το ακούσετε) σε γερμανικό λιμπρέτο του Στεφανί. Βλέπουμε πόσες επεμβάσεις κάνει ο Μότσαρτ στο λιμπρέτο και πώς μετατρέπει ένα ζίνγκσπιλ σε όπερα.

Βιέννη, 26 Σεπτεμβρίου 1781

Πολυαγαπημένε μου πατέρα!

Συγχωρήστε με που την τελευταία φορά σας έκανα να πληρώσετε περισσότερα ταχυδρομικά για το γράμμα μου! [του είχε στείλει το λιμπρέτο της όπερας -την εποχή εκείνη τα ταχυδρομικά τα πλήρωνε συνήθως ο παραλήπτης] Αλλά, μια και δεν είχα τίποτα σημαντικό να σας γράψω, σκέφτηκα να σας κάνω να χαρείτε, δίνοντάς σας μια μικρή ιδέα της όπεράς μου.

Στην αρχή, η όπερα άρχιζε με έναν μονόλογο, αλλά παρακάλεσα τον κ. Στεφανί να τον μετατρέψει σε μικρή αριέτα [Hier soll ich dich denn sehen, άρια του Μπελμόντε] και, αντί να έχει τα δυο πρόσωπα να φλυαρούν στη σκηνή μετά το τραγουδάκι του Οσμίν, να τους γράψει ένα ντουέτο [Ντουέτο Μπελμόντε-Οσμίν, Verwünscht seist du…]. Μια και τον ρόλο του Οσμίν τον προορίζουμε για τον κύριο Φίσερ, ο οποίος έχει οπωσδήποτε εξαιρετική φωνή μπάσου (αν και ο αρχιεπίσκοπος μου είχε πει ότι η φωνή του είναι πολύ βαθιά για μπάσο και τον διαβεβαίωσα ότι την άλλη φορά θα τραγουδούσε πιο ψηλά), πρέπει να αξιοποιήσουμε έναν τέτοιον άνθρωπο, πολύ περισσότερο που έχει εδώ το δικό του κοινό. Γιατί στην αρχική μορφή του λιμπρέτου ο Οσμίν δεν έχει παρά αυτό το τραγουδάκι και τίποτ’ άλλο, παρα μονο στο τρίο και στο φινάλε. Λοιπόν, του δώσαμε μιαν άρια στην πρώτη πράξη [Solche hergelaufne Laffen] και μιαν άλλη στη δεύτερη. Την άρια την έδω­σα εγώ στον Στεφανί και η μουσική ήταν στο μεγαλύτερο μέ­ρος της έτοιμη πριν ο Στεφανί ακούσει μια λέξη της άριας. Σε σας έστειλα μονάχα την αρχή και το τέλος της, το οποίο θα πρέπει να αρέσει, έτσι όπους η οργή του Οσμίν γυρνάει στο κωμικό επειδή χρησιμοποιώ τούρκικη μουσική. Στην ανάπτυξη της άριας, αφήνω να λάμψουν οι όμορφοι βαθιοί τόνοι της φωνής του τραγουδιστή (ό,τι κι αν λέει ο Μίδας του Σάλτσμπουργκ [ο άξεστος μουσικά αρχιεπίσκοπος]). Το κομμάτι που λέει «Drum beim Barte des Propheten» [«Μα τα γένια του προφήτη», το τελευταίο μέρος της άριας] εί­ναι βέβαια στο ίδιο τέμπο, αλλά με γρήγορες νότες· η οργή του μεγαλώνει συνεχώς, ενώ θα πίστευε κανείς πως η άρια τελειώνει· το αλέγκρο ασάι, σε εντελώς διαφορετικό μέτρο και τόνο όπως είναι, θα κάνει, φαντάζομαι, πολύ καλό εφέ. Γιατί όταν κάποιος είναι τόσο βίαια θυμωμένος ξεπερνάει κάθε κα­νόνα, κάθε μέτρο και κάθε όριο, δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του· πρέπει λοιπόν και η μουσική να μην αναγνωρίζει τον εαυ­τό της. Επειδή όμως τα πάθη, βίαια ή όχι, δεν πρέπει ποτέ να παρουσιάζονται μέχρι σημείου που να προκαλούν απέχθεια, αλλά και η μουσική, ακόμα και στην πιο ανυπόφορη κατάστα­ση, δεν πρέπει ποτέ να ενοχλεί το αυτί αλλά πάντα να προκαλεί ευχαρίστηση, επειδή λοιπόν η μουσική οφείλει πάντα να παραμένει μουσική, δεν διάλεξα την ξένη τονικότητα του φα (όπως στην άρια) αλλά μιαν οικεία· όχι όμως την πιο γειτο­νική, τη ρε μείζονα, αλλά την πιο μακρινή, τη λα ελάσσονα.

Ας περάσουμε τώρα στην άρια του Μπελμόντε, σε λα μείζονα, «Ω με πόση αγωνία, ω, με πόση φλόγα» [O wie ängstlich o wie feurig]. Ξέρετε πώς το εξέφρασα αυτό; Και πώς έδειξα την ερωτευμένη καρδιά του που πάλλεται; Με τα δυο βιολιά που παίζουν σε οκτάβα. Είναι η αγαπημένη άρια όλων όσων την άκουσαν — και η δική μου άλλωστε. Είναι γραμμένη απ’ την αρχή ως το τέλος για τη φωνή του Ανταμπέργκερ. Βλέπεις το τρέμουλο, το δισταγμό, βλέπεις παλλόμενο το στήθος να φουσκώνει — αυτό το εκφράζω με ένα κρεσέντο. Ακούς τους ψιθύρους και τους αναστεναγμούς, που τους δίνω βάζοντας τα πρώτα βιολιά με σουρντίνα και ένα φλάουτο να παίζουν ταυτοφωνία.

Το χορωδιακό των γενιτσάρων [Singt dem grossen Bassa Lieder] έχει όλα όσα μπορεί να ζη­τήσει κανείς από μια χορωδία γενιτσάρων: σύντομο και εύθυ­μο, γραμμένο ειδικά για ν’ αρέσει στους Βιεννέζους. Στην άρια της Κονστάντσε [Ach ich liebte] έκανα μια μικρή παραχώρηση στο επι­δέξιο λαρύγγι της μαμζέλ Καβαλιέρι. «Ο χωρισμός ήταν η σκληρή μου μοίρα και τώρα τα μάτια μου πνίγονται στα δά­κρυα»: προσπάθησα να το εκφράσω όσο περισσότερο μου το επι­τρέπει μια άρια ντι μπραβούρα αλά ιταλικά. Το hui που λέει το άλλαξα σε schnell. «Doch wie schnell schwand meine Freude», κτλ. Δεν ξέρω πώς σκέφτονται οι Γερμανοί ποιη­τές μας. Ακόμα όμως κι αν δεν καταλαβαίνουν τίποτα από θέατρο, απ’ όσα ζητάει η όπερα, δεν θα έπρεπε και πάλι να βάζουν τους ανθρώπους να μιλούν σαν να φωνάζουν στα γου­ρούνια. Hui Sau. [To hui ήταν μεν συνώνυμο με το schnell, αλλά το χρησιμοποιούσαν επίσης για να φωνάζουν τα γουρούνια]

Τώρα το τρίο, το φινάλε δηλαδή της πρώτης πράξης [Marsch! Marsch! Marsch!]. Ο Πεντρίλιο έκανε τον κύριό του να περάσει για αρχιτέκτονας, ώστε να μπορέσει να συναντήσει την Κονστάντσε του στον κήπο. Ο Πασάς τον προσέλαβε στην υπηρεσία του. Ο Οσμίν, ο επιστάτης, που δεν ξέρει τίποτα για την υπόθεση, ένας άξε­στος και βάναυσος τύπος, ορκισμένος εχθρός όλων των ξένων, δεν θέλει να τους αφήσει να μπουν στον κήπο. Η αρχή είναι πολύ σύντομη και, μια και το κείμενο προσφέρεται, έκανα μια αρκετά πετυχημένη σύνθεση για τρεις φωνές. Ύστερα αρχίζει αμέσως η μείζων, σε πιανίσιμο — πρέπει να πάει πολύ γρή­γορα — και ακολουθεί το τέλος, που θα κάνει πολύ θορυβο. Άλλωστε, έτσι πρέπει να είναι το φινάλε μιας πράξης: όσο πιο θορυβώδες, τόσο το καλύτερο. Και όσο συντομότερο, πάλι τόσο το καλύτερο, για να μην κρυώσει το κοινο πριν ερθει το χειροκρότημα.

| … | Για να τα πετύχω όλα αυτά, θα πρέπει να κάνω μεγάλες αλλαγές στο λιμπρέτο και να βάλω νέα στοιχεία στην πλοκή. Και καθώς ο Στεφανί είναι πνιγμένος στη δου­λειά, θα πρέπει να κάνω λίγη υπομονή. Όλοι καταφέρονται εναντίον του Στεφανί και δεν αποκλείεται να μην είναι τόσο φιλικός μαζί μου όταν εγώ δεν είμαι μπροστά, αλλά δια­σκευάζει το λιμπρέτο όπως θέλω εγώ, ούτε μια τρίχα διαφο­ρετικά, και μα το Θεό δεν του ζητώ περισσότερα! [ . . . ]

Αντίο, να είστε καλά, σας φιλώ 1.000 φορές τα χέρια, αγκαλιάζω την αδελφή μου (που ελπίζω να είναι καλύτερα στην υγεία της) εκ βάθους καρδίας και παραμένω ο ευπειθέ­στατος γιος σας

Β.Α. Μότσαρτ

Το τελευταίο γράμμα που θα δούμε είναι ένα από τα τελευταία που έγραψε ο Μότσαρτ, δυο μήνες πριν πεθάνει. Απευθύνεται στη γυναίκα του την Κονστάνς που έκανε λουτροθεραπεία στο Μπάντεν, μια λουτρόπολη κοντά στη Βιέννη. Ο Μότσαρτ ήταν δοσμενος στις παραστάσεις της όπερας Μαγεμένος αυλός, που παιζόταν σε ένα απόκεντρο θεατράκι αλλά σιγά σιγά κατακτούσε το κοινό. Παρά τα μεγάλα χρέη του, πάντως, ο Μότσαρτ διατηρούσε κάποια στοιχεία ευμάρειας, όπως ιδιόκτητο μπιλιάρδο ή άλογο. Κάποια ονόματα είναι σβησμένα στο γράμμα από τον Νίσσεν, τον δεύτερο σύζυγο της Κονστάνς. Ο Μότσαρτ ειρωνεύεται τον Σουσμάγιερ, συνεργάτη του, ο οποίος συνόδευε την Κονστάνς στα λουτρά -και όχι μόνο, λένε κάποιοι. Ο Σουσμάγιερ ολοκλήρωσε το Ρέκβιεμ μετά τον θάνατο του Μότσαρτ.

Βιέννη, 7 Οκτωβρίου 1791

Παρασκευή, ώρα δέκα και μισή
τη νύχτα

Πολυαγαπημένη μου, καλή μου γυναικούλα!

Μόλις γύρισα από την όπερα. Ήταν όπως πάντα γεμάτη. Το ντουέτο Άντρας και γυναίκα [Bei Männern, welche Liebe fühlen] και το γκλόκενσπιλ [Das klingt so herrlich, φινάλε της πρώτης πράξης] της πρώτης πράξης μπιζαρίστηκαν, όπως συνήθως, και επιπλέον το τρίο των αγοριών στη δεύτερη πράξη [Seid uns zum zweitenmal willkommen]. Αλλά αυτό που μ’ αρέσει περισσότερο είναι η σιωπηρή επιδοκιμασία! Φαίνεται ολοκάθαρα ότι η όπερα ανεβαίνει γρήγορα και συνεχώς.

Τώρα, για το πώς τα περνάω: αμέσως μόλις έφυγες έπαιξα δυο παρτίδες μπιλιάρδο με τον κ. φον Μότσαρτ (αυτόν που έγραψε την όπερα που παίζεται στο θέατρο του Σικανέντερ). Μετά πούλησα το παλιάλογό μου για 14 δουκάτα. Μετά είπα στον Γιόζεφ τον Πρίμους [ταβερνιάρης εκεί κοντά] να μου φέρει ένα φλιτζάνι μαύρο καφέ, ενώ κάπνιζα ένα υπέροχο τσιμπούκι. ‘Υστερα ενορχή­στρωσα σχεδόν ολόκληρο το Ρόντο του Στάντλερ [Το τρίτο μέρος του Κοντσέρτου για κλαρινέτο, Κ. 622]. Στο μετα­ξύ, ήρθε γράμμα του Στάντλερ από την Πράγα. Οι Ντούσεκ είναι όλοι τους καλά. Απ’ ό,τι φαίνεται δεν πήραν το γράμμα σου, αν και δυσκολεύομαι να το πιστέψω! Αρκεί. Ξέρουν ήδη όλοι τους την καταπληκτική επιτυχία της γερμανικής μου όπερας. Το πιο περίεργο όμως είναι ότι το βράδυ που ανέβαινε για πρώτη φορά η γερμανική μου όπερα, το ίδιο βράδυ στην Πράγα παιζόταν για τελευταία φορά ο Τίτος [Η μεγαλοψυχία του Τίτου, όπερα σέρια του Μότσαρτ], επίσης με κα­ταπληκτική επιτυχία. [ . . . ]

Μου γράφει επίσης ο Στάντλερ ότι ο […] και τώρα βλέπω κι εγώ ότι είναι γάιδαρος. Ο […] εννοείται, όχι ο Στάντλερ. Δηλαδή κι αυτός είναι λιγάκι γάιδαρος, όχι πολύ όμως. Αλλά ο […], ε αυτός είναι γάιδαρος με πατέντα.

Στις πεντέμισι διάβηκα την Στούμπεντορ και έκανα τον αγαπημένο μου περίπατο, μέσα απ’ το πάρκο, ως το θέατρο. Αλλά τι βλέπω; Τι μυρίζω; Κατέφθασε ο Δον Πρίμους με τις κοτολέτες μου! Che gusto! Τώρα τις τρώω στην υγειά σου. Το ρολόι χτυπάει έντεκα. Μήπως κοιμάσαι κιόλας; Σς! Σς! Σς! Έννοια σου, δεν θα σε ξυπνήσω!

Σάββατο, 8 του μηνός. Χτες βράδυ έπρεπε να μ’ έβλεπες που έτρωγα! Δεν έβρισκα το παλιό τραπεζομάντιλο και έβγαλα ένα άλλο, άσπρο σαν το παρθένο χιόνι — και το διπλό μου κηροπήγιο! […] Σήμερα ο κομμωτής ήρθε ακριβώς στις έξι το πρωί· ο Πρίμους είχε ήδη ανάψει τη φωτιά απ’ τις πεντέμισι και με ξύπνησε στις έξι παρά τέταρτο. Αχ, γιατί στο καλό να βρέχει σήμερα; Εγώ έλπιζα ότι θα έβρισκες καλό καιρό! Τυλίξου ζεστά-ζεστά μην κρυώσεις. Ελπίζω τα λουτρά να σε ωφελήσουν και να περάσεις εύκολο χειμώνα, γιατί η μόνη αιτία που σε πήγα στο Μπάντεν ήταν η ελπίδα ότι θα σου κάνει καλό στην υγεία σου. Χωρίς εσένα, η ώρα εδώ δεν περνάει, το ήξερα άλλωστε πως έτσι θα ’ταν. Αν δεν είχα τίποτα να κάνω, θα πέρναγα όλη τη βδομάδα εκεί μαζί σου, αλλά εκεί δεν υπάρχει βολικό μέρος για να δουλέψω και θα ’θελα, όσο μπορώ, να μη βρεθούμε ξανά σε οικονομικές δυσκο­λίες. Δεν υπάρχει καλύτερο πράγμα απ’ το να μπορείς να ζεις λιγάκι ήσυχος, αλλά γι’ αυτό χρειάζεται δουλειά σκληρή και με χαρά μου την κάνω.

Δώσε από μένα στον Σουσμάγερ μερικά γερά χαστούκια και πες σε παρακαλώ στη Σοφία (σ’ αυτή, χίλια φιλιά) να του δώσει κι εκείνη κάμποσα. Για όνομα του Θεού, φρόντισε μην του λείψουν και παραπονεθεί! Για τίποτα στον κόσμο δεν θα ’θελα να με κατηγορήσουν, τώρα ή αργότερα, ότι δεν τον περιποιήθηκα και δεν τον φρόντισα καταπώς του ταιριάζει, γι’ αυτό μη λυπηθείτε τις σφαλιάρες -το πολύ ποτέ δεν έβλαψε.

Καλό θα ήταν επίσης να του μαγκώσετε τη μύτη μ’ ένα καβούρι, να του βγάλετε κάνα μάτι ή να του κάνετε κάποια άλλη πληγή που να φαίνεται, ώστε να μη μπορεί ο μάγκας να αρνηθεί αυτό που έλαβε απο σας. Αντίο, αγαπημένη μου γυναικούλα! Το αμάξι ετοιμάζεται να φύγει. Ελπίζω οπωσδήποτε να λάβω κάτι από σένα και με τούτη τη γλυκιά ελπίδα σε φιλώ 1.000 φορές και μένω για πάντα ο
άντρας σου που σ’ αγαπάει
Β.Α.Μότσαρτ

 

 




via http://ift.tt/2ieL805

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.