Τσιφτέδες για τσίφτηδες ξανά

Δεν είχα έμπνευση για φρέσκο άρθρο χτες -με είχε κυριέψει η διάθεση της εορταστικής χαλάρωσης, ας πούμε. Κι έτσι καταφεύγω για μιαν ακόμα φορά στη δοκιμασμένη λύση της επανάληψης παλιότερου άρθρου και παρουσιάζω ξανά ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε τέτοιες μέρες πριν από έξι χρόνια, για την ακρίβεια πριν από έξι χρόνια παρά μία μέρα.

Τέτοιες μέρες, αλλά όχι με θέμα εορταστικό. Λέξεις αναζητά και συσχετίζει το σημερινό μας άρθρο. Αλλά πριν προχωρήσω να σας θυμίσω ότι αν δεν έχετε ψηφίσει για τη Λέξη της χρονιάς 2017 πρέπει να βιαστείτε. Μιάμιση μέρα έμεινε, μετά θα είναι πολύ αργά.

Τις προάλλες είχα πάει σ’ έναν φίλο και του χάρισα το βιβλίο μου Λέξεις που χάνονται. Ο φίλος μου, που είναι Κρητικός, άρχισε να το φυλλομετράει, και σε μια στιγμή μου λέει «ναι, αλλά εδώ για τον τσιφτέ έχεις λάθος».

Δαγκώθηκα, διότι ο τσιφτές (το κυνηγετικό όπλο) είναι λέξη (και) της κρητικής διαλέκτου και οι ντόπιοι μπορεί να ξέρουν κάτι που μου ξέφυγε, και τον ρώτησα πού είναι το λάθος -μου λέει «δεν γράφεις ότι προέρχεται από το αγγλικό Chieftain, το όνομα της εταιρείας που έφτιαχνε αυτά τα όπλα!» Ανάσανα ανακουφισμένος, αλλά ο φίλος μου συνέχισε, «όπως η μέγκλα που είναι από το made in England».

Πράγματι, ίδια περίπτωση είναι, αλλά όχι όπως το εννοούσε: ούτε η μέγκλα προέρχεται από το made in England, αν και θα έχετε ακούσει ότι έτσι είναι, ούτε ο τσιφτές από την Chieftain, παρόλο που υπάρχει πράγματι εταιρεία με το όνομα αυτό που φτιάχνει τανκς και άλλα σύνεργα σκοτωμού. Πάντως, όπως μου είπε, η θεωρία δεν ήταν δική του, αλλά ακούγεται ευρύτερα.

Εκ πρώτης όψεως δεν είναι παράλογη η θεωρία· άλλωστε, υπάρχουν ανάλογα προηγούμενα. Ο γκρας, το παλιό όπλο των προπαππούδων μας, ονομάστηκε έτσι από το όνομα του εφευρέτη του, του Γάλλου Gras, αν και για το θρυλικό καριοφίλι, που θεωρούσαμε για πολύν καιρό ότι ονομάστηκε έτσι από τη μανιφατούρα Carlo e figli, Κάρολος και υιοί, που έφτιαχνε τέτοια όπλα, η νεότερη έρευνα έδειξε ότι το όνομα δεν προέρχεται από τον κατασκευαστή του. Κάποια στιγμή θα γράψουμε άρθρο για τα ουσιαστικά που έχουν προκύψει από εμπορικές ονομασίες -από τη ρομβία και την πομόνα ως το σελοτέιπ και τα πάμπερς.

Όμως για τον τσιφτέ δεν ισχύει κάτι τέτοιο, δεν έχει προέλθει από εμπορική ονομασία. Αφενός, η λέξη είναι παλιά, τη βρίσκουμε σε τραγούδια του 19ου αιώνα, ίσως και παλιότερα, οπότε κατά πάσα πιθανότητα δεν υπήρχε η εταιρεία Chieftain τότε, ούτε ήταν τόσο εύκολος ο δανεισμός από τα αγγλικά. (Κατά εμπειρικό κανόνα: Λέξη που εμφανίζεται σε κείμενο του 19ου αιώνα και δεν είναι ναυτική δεν είναι δάνειο από τα αγγλικά).

Αφετέρου, και αυτό είναι το πιο βασικό, η ετυμολογία του τσιφτέ είναι γνωστή: προέρχεται από το τουρκικό çift, που σημαίνει «ζευγάρι» ή «διπλός», επειδή αρχικά ο τσιφτές ήταν όπλο δίκαννο.

Μάλιστα, ο τσιφτές δεν είναι η μοναδική λέξη που έχουμε δανειστεί από την ίδια τουρκική ρίζα. Μια ακόμα, που φαίνεται καθαρά, είναι το τσιφτετέλι -από το διπλό τέλι, που θυμίζει και τη δικιά μας διπλοπενιά.

Μια άλλη λέξη από την ίδια ρίζα, ακόμα πιο βασική, είναι το τσιφλίκι, από το τουρκικό çiftlik (αγρόκτημα). Η ιστορία της λέξης είναι ενδιαφέρουσα, όπως και η σημασιακή της εξέλιξη.

Η λέξη çift (προφέρεται τσιφτ) σημαίνει «ζευγάρι» και ειδικότερα το ζευγάρι τα βόδια τα ζεμένα στο ζυγό για το όργωμα. Ακριβώς ίδια λέξη υπάρχει και στα ελληνικά: ζευγάρι, απ’ όπου και ζευγάς, ζευγολάτης κτλ.  Οι ζευγάδες λέγονταν και τσιφτσήδες. Από το çift = ζευγάρι ονομάστηκε çiftlik αρχικά η έκταση που μπορεί να οργωθεί μέσα σε μια μέρα από ένα ζευγάρι βόδια. Στη συνέχεια η σημασία διευρύνθηκε και çiftlik ονομάστηκε το αγρόκτημα κι έπειτα το μεγάλο αγρόκτημα με τους κολίγους κτλ.

Αλλ’ ας γυρίσουμε στον τσιφτέ. Τσιφτές λοιπόν, στην Κρήτη, είναι το κυνηγετικό όπλο. Ο Κονδυλάκης στην Πρώτη αγάπη γράφει ότι η μητέρα του τού είχε υποσχεθεί έναν «ελαφρό τσιφτέ» για να ξεκινήσει το κυνήγι. Η λέξη συχνή σε μαντινάδες, π.χ. Μα γω ’χω ένα καλό τσιφτέ κι ένα καλό κουλούκι / κι οντέ θα βγω στσι πέρδικες μου πέφτουνε μπουλούκι. (Κουλούκι το σκυλάκι και γενικά το σκυλί). Κοινός τόπος στις αφηγήσεις για τη μάχη της Κρήτης είναι ότι οι Κρητικοί πολέμησαν με τσιφτέδες, δηλαδή παλιά κυνηγετικά, και τσουγκράνες.

Στην Κύπρο όμως, όταν υπήρχε η λίρα, τσιφτές ονομαζόταν το διπλοσέλινο, το κέρμα των δυο σελινιών δηλαδή, και μετά την κατάργηση της υποδιαίρεσης των σελινιών, το αντίστοιχο νόμισμα των 10 μιλς, το ένα δέκατο της λίρας. Αυτό ήταν το βασικό κέρμα που έβαζαν οι έφηβοι στα μηχανάκια με τα ηλεκτρονικά (σαν τα δεκάρικα της δεκαετίας του 1980 στην Ελλάδα). Σήμερα χρειάζονται 50 σέντσια, αλλά η ονομασία παραμένει.

Τέτοιες παρετυμολογίες από τα αγγλικά, όπως στον τσιφτέ και στη μέγκλα, υπάρχουν πολλές στα κυπρέικα, όπου γίνονται πιστευτές λόγω της πρόσφατης αγγλικής κατοχής του νησιού. Λένε, ας πούμε, ότι το αγκρισμένος (θυμωμένος, αλλά και ερεθισμένος γενικότερα) είναι από το αγγλικό angry -ενώ είναι από το αρχαίο «αγρίζω», άλλωστε η λέξη δεν είναι αποκλειστικά κυπριακή, την έχουμε και στη Μυτιλήνη και αλλού. Λένε ακόμα ότι η τσαέρα (καρέκλα) είναι από το αγγλικό chair -ενώ είναι απομεινάρι από την εποχή των Λουζινιάν, από την παλιά γαλλική λέξη chaere απ’ όπου προήλθε και το chair. Αλλά στο θέμα αυτό έχουμε αφιερώσει ειδικό αρθρο πρόσφατα.

Όσο για τους τσίφτηδες, η πιο διαδεδομένη θεωρία τούς θέλει να προέρχονται από το αλβανικό qift «γεράκι». Είναι άλλωστε συχνό να παρομοιάζουμε τους ξύπνιους με αρπαχτικά πουλιά, όπως στο ξεφτέρι και στο σαΐνι. Από την άλλη, η λέξη çift είχε στα παλιά τούρκικα τη σημασία «συνάδελφος, παλιόφιλος», οπότε δεν μπορούμε ν’ αποκλείσουμε και αυτή την προέλευση. Παλιότερα έκλινα προς την αλβανική εκδοχή, τώρα δεν είμαι και τόσο βέβαιος, βρισκω και τις δυο εξίσου πιθανές. Μπορεί ο τσίφτης να είναι εύστροφος σαν γεράκι, μπορεί και ξηγημένος σαν παλιός φίλος. Ιδίως αν βαστάει τσιφτέ.

 




via http://ift.tt/2CkjrMG

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.