Λεξιλογικά της πλημμύρας

Το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, στα Ενθέματα της κυριακάτικης Αυγής στη στήλη «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία». Βέβαια, το θέμα των πλημμυρών ήταν επίκαιρο πριν από δυο βδομάδες περίπου, αλλά η στήλη είναι μηνιαία. Επειδή είχα κατά νου ότι θα έγραφα για την εφημερίδα, δεν μπήκε νωρίτερα σχετικό άρθρο στο ιστολόγιο.

Ο μήνας που μας πέρασε σημαδεύτηκε από τις φονικές πλημμύρες της Δυτικής Αττικής, στη Μάνδρα, τη Μαγούλα και τη Νέα Πέραμο. Αναλύσεις για τις περιστάσεις και τις αιτίες της τραγωδίας θα έχετε διαβάσει σε προηγούμενα φύλλα της Αυγής· όμως εμείς εδώ λεξιλογούμε κι έτσι η στήλη θα περιοριστεί στο κατεξοχήν αντικείμενό της, στα λεξιλογικά της πλημμύρας.

Και ξεκινάμε από την ίδια τη λέξη «πλημμύρα». Είναι αρχαία, και μάλιστα ο τύπος πλημ(μ)υρίς είναι ήδη ομηρικός και σήμαινε αρχικά την άνοδο των νερών της θάλασσας, από την παλίρροια ή άλλες αιτίες. Στην Οδύσσεια, ο τυφλωμένος πια Πολύφημος πετάει έναν θεόρατο βράχο προς το πλοίο του Οδυσσέα, χωρίς να βρει τον στόχο, αλλά από το κύμα που σηκώνεται προκαλείται «πλημυρίς εκ πόντοιο» (ι486), «φουσκονεριά απ’ το πέλαγο» στη μετάφραση του Εφταλιώτη.

Ο τύπος πλη(μ)μύρα είναι λιγάκι νεότερος, μάλιστα αρχικά ήταν προπαροξύτονος, πλήμ(μ)υρα και χρησιμοποιείται τόσο με την κυριολεκτική, σημερινή, σημασία όσο και μεταφορικά, π.χ. πλήμμυρα λόγων ή κακών πλήμμυρα. Από το κατέβασμα του τόνου στη γενική, μεταπλάστηκε η ονομαστική, πλη(μ)μύρα, τύπος που επικράτησε στα νεότερα χρόνια ως σήμερα.

Βάζω το ένα μι σε παρένθεση επειδή ήδη από τα αρχαία χρόνια η λέξη διττογραφείται. Οι αρχαίοι θεώρησαν πως είναι σύνθετη από το πλην + μύρομαι (θρηνώ, δακρύζω) κι έτσι καθιέρωσαν τη γραφή με δυο μ, ήδη από την κλασική αρχαιότητα. Ωστόσο, πρόκειται για παρετυμολογία: η λέξη ανήκει στην οικογένεια του ρήματος πίμπλημι (γεμίζω) και συγγενεύει με την πλησμονή ή το πλήθος. Αυτό βέβαια δεν είναι λόγος για να ανατραπεί μια γραφή κατοχυρωμένη από τη χρήση επί εικοσιπέντε αιώνες.

Τη λέξη τη χρησιμοποιούμε και μεταφορικά. Κι ενώ η κυριολεξία είναι πάντα καταστροφική, η μεταφορική χρήση μπορεί να πάρει και θετική χροιά, όπως όταν λέμε ότι η πλατεία πλημμύρισε από το συγκεντρωμένο πλήθος ή το δωμάτιο πλημμύρισε από φως ή ότι κάποιος αισθάνθηκε να τον πλημμυρίζει η χαρά. Θετική χροιά έχει συνήθως και η κοσμοπλημμύρα.

Για τις πλημμύρες θεωρούνται υπεύθυνα τα μπαζωμένα ρέματα. Μπαζώνω σημαίνει ότι γεμίζω μια κοιλότητα του εδάφους με μπάζα, δηλαδή με άχρηστα υλικά (ιδίως χώμα, πέτρες και τούβλα) που προέρχονται από κατεδάφιση οικοδομών. Η λέξη μέχρι πρόσφατα είχε μόνο πληθυντικό, και είναι δάνειο ή μάλλον αντιδάνειο, αφού προέρχεται από το παλαιό ιταλικό basa (ενικός που θεωρήθηκε πληθυντικός) που σημαίνει τη βάση, το θεμέλιο ενός κτιρίου και βέβαια ανάγεται, μέσω λατινικών, στο αρχαίο ελληνικό βάσις. Τα μπάζα δεν έχουν ετυμολογική σχέση με τις μπάζες του χαρτοπαιγνίου ή τη γερή μπάζα του αεριτζή, άσχετο κάποιος που μπαζώνει το ρέμα κάνει γερή μπάζα πουλώντας τα οικόπεδα.

Στη νεότερη αργκό, έχει αναδυθεί η έκφραση «για τα μπάζα» που χρησιμοποιείται για κάποιον ή κάτι άχρηστο, ανόητο, άσχημο, για πέταμα. Παράλληλα έχει εμφανιστεί και ο ενικός «μπάζο». Στην αργκό των τηλεοπτικών καναλιών, μπαζώνει όποιος γεμίζει ώρες προγράμματος με πρόχειρο και φτηνό τηλεοπτικό υλικό.

Τα ρέματα, πάλι, προέκυψαν από το αρχαίο ρεύμα, λέξη που ήδη από την αρχαιότητα είχε πολλές μεταφορικές σημασίες και σήμερα έχει ακόμα περισσότερες, από το ηλεκτρικό ρεύμα και το αντίθετο ρεύμα της κυκλοφορίας έως τα ρεύματα των ιδεών και τα πολιτικά ή καλλιτεχνικά ρεύματα· όταν κάτι «έχει ρεύμα» σημαίνει ότι προσελκύει πολλούς οπαδούς, είναι της μόδας. Το ρέμα έχει μονάχα την κυριολεκτική σημασία του μικρού χειμάρρου, που συνήθως στις μέρες μας έχει λιγοστό νερό –εκτός όταν πλημμυρίζει. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα λέμε για μιαν αδιέξοδη κατάσταση, όταν κάποιος βρίσκεται αντιμέτωπος με δυο εξίσου κακές επιλογές.

Ρέματα είχε εκατοντάδες η Αττική στα τέλη του 19ου αιώνα, ή ακόμα και στον μεσοπόλεμο –Ποδονίφτης, Βουρλοπόταμος, Χελιδονού, Κοκκιναράς, Χαϊδαρόρεμα, Καναπίτσα κι άλλα αμέτρητα. Ο πιο ωραίος δρόμος της Αθήνας κατά Βάρναλη, η Φωκίωνος Νέγρη, είναι μπαζωμένο ρέμα, το ρέμα Λεβίδη (έτσι λέγονταν οι μεγαλοκτηματίες της περιοχής).

Μπορεί ο Ιωάννης Μεταξάς να είχε δηλώσει το 1939, με την αυταρέσκεια του ανεξέλεγκτου δικτάτορα, «Σήμερον θάπτομεν τον Ιλισσόν» -και πράγματι, απ’ τον ιερό ποταμό έχει μείνει ακάλυπτο μόνο ένα ελάχιστο τμήμα της άνυδρης κοίτης του πλάι στ’ Ολυμπιείο- αλλά το νερό θυμάται τους δρόμους του και κάθε τόσο ξεσπάει: και συνήθως ξεσπάει Νοέμβρη μήνα ή τέλη Οκτωβρίου, όπως το 1934, φονική πλημμύρα που την έκανε τραγούδι ο Μάρκος Βαμβακάρης, όπως το 1961, όπως το 1977, όπως το 1994, που την απαθανάτισε ο Ρασούλης, όπως προχτές στη Μάνδρα. Το 1994, κατ’ εξαίρεση, το ρέμα είχε παρασύρει κι έναν εφοπλιστή –συνήθως όμως την πληρώνει ο φτωχόκοσμος. Και η πλημμύρα ταξική είναι.

 




via http://ift.tt/2jaUr28

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.