Καλιαρντά από το 1904!

Στο σημερινό άρθρο, που το παρουσιάζω μ’ ιδιαίτερη χαρά και συγκίνηση, η δική μου συμβολή είναι ελάχιστη. Το βασικό εύρημα, το οποίο πιστεύω ότι φέρνει επανάσταση στην ιστορία των Καλιαρντών, το οφείλουμε στον φίλο μας το Spatholouro, ο οποίος πρόσθεσε στην πορεία και άλλα πολύ ενδιαφέροντα ευρήματα από τις συνεχείς αναδιφήσεις του σε παλιές εφημερίδες. Πολύ σημαντικός ήταν και ο ρόλος του φίλου μας Nick Nicholas, που έστρεψε τη συζήτηση στα ρομανί και την τροφοδοτούσε σε τακτά διαστήματα με τα άρθρα που έγραφε (στα αγγλικά) στο ιστολόγιό του και με τα σχόλιά του εδώ. Όμως κι άλλοι φίλοι του ιστολογίου είχαν μικρότερη συμβολή -κι επειδή όλη αυτη η συζήτηση έγινε στα σχόλια ενός μάλλον άσχετου άρθρου, πήρα την πρωτοβουλία να παρουσιάσω εδώ τα πιο σημαντικά ευρήματα σε αυτοτελές άρθρο, έτσι που το εύρημα να έχει την προβολή που του αξίζει.

Λοιπόν, πριν από ένα μήνα, στο άρθρο μου όπου παρουσίασα το βιβλίο της Γ. Κατσούδα για το ιδίωμα των Κυθήρων, ο φίλος μας ο Νικ Νίκολας ανέφερε σε σχόλιο ότι η φίλη Γ. Κατσούδα έχει συμβολή στο ετυμολογικό πεδίο της διδακτορικής διατριβής της Κατερίνας Χριστοπούλου «Μια λεξικολογική προσέγγιση στο περιθωριακό λεξιλόγιο της νέας ελληνικής«.

Κι ενώ τα σχόλια συνεχίζονταν, το βράδυ της δεύτερης μέρας ο φίλος μας το Spatholouro έβγαλε τον λαγό από το καπέλο, παρουσιάζοντας το εύρημα που θα δούμε παρακάτω, ένα εκτενές ρεπορτάζ για τα Καλιαρντά και το λεξιλόγιό τους στο περιοδικό «Πετακτό Κόρτε» του 1904!

Λοιπόν, στο τεύχος της 25.11.1904, στη σελίδα 2 και στη στήλη «Της εβδομάδος» δημοσιεύτηκε το εξής άρθρο που μεταφέρω εδώ τα βασικότερα σημεία του μονοτονισμένα. Με πλάγια αποδίδω τα αραιογραμμένα του πρωτοτύπου, διορθώνω μερικά προφανή τυπογραφικά λάθη και σημειώνω ότι όπου ο συντάκτης έχει τελείες (….) αντί για ερμήνευμα  αυτό σημαινει πως πρόκειται για άσεμνη λέξη:

Μίαν δημοσιογραφικήν επιτυχίαν έρχεται να σημειώση σήμερον το φύλλον μας […] Ο συντάκτης μας μόλις έφθασεν εις Κωνσταντινούπολιν έσπευσε να συλλέξη όλας τας σχετικάς πληροφορίας και να μας αποστείλη την εξής ανταπόκρισιν: […] Και η Κωνσταντινούπολις έχει την Δωδεκάδα της όπως και η Αθήνα μας […] Αλλά ό,τι συνδέει την Δωδεκάδα της Πόλεως με την Δωδεκάδα της Ομονοίας των Αθηνών είνε η γλώσσα. Νομίζει κανείς ότι είναι διεθνής εταιρία έχουσα κοινήν γλώσσαν και κοινά τα ήθη και έθιμα. Η γλώσσα της Δωδεκάδος της Ομονοίας μας είνε αναγνωρισμένη παρά του Οθωμανικού Δικαίου και επιτρέπεται ελευθέρως να ομιλείται και να συνεννοείται έκαστος διά κάθε δουλειά του και να την χρησιμοποιεί εις εκάστην πράξιν του.

Ιδού το περίφημον λεξιλόγιόν της κατ’ αλφαβητικήν τάξιν

Λεξιλόγιον    Σημασία των λέξεων

αβέλω: πάω
άβελα: επήγα
άβελε: πήγαινε
άβελες;: επήγες;
άβελε τζας: φεύγα γρήγορα
άβελέ μου δυο παρνιές: δώσε μου δύο δραχμές
αβέλι μπερντέ;: δίδετε λεπτά;
αβέλι μπουτ μπερντέ;: δίδει πολλά λεπτά;
αβέλει μίαν λατσή: έχει μίαν ωραίαν
δικέλι: κυττάει
Ηρακλή: γυναίκα
Ηρακλές: γυναίκες
καλιανδρό: άσχημος
κορδόνι: αστυνόμος
κουλικό: φτιασίδι
κουραβάλτα: (ουσιαστικόν του ενεργητικού ρήματος «κουραβελτώ» και του παθητικού «κουραβελτούμαι») ……
κατέ: αυτός
λαμπουνί:…..
λατσή: ωραία
λατσί: δεκάρα
λατσό: έμμορφο
μάταλο: μεθυσμένος
μόκολο: σώπα
μπάτσος: αστυφύλαξ
μπαλαμό: (όνομα παραγόμενον εκ του ενεργητικού ρήματος «μπαλαμώ»)
μαλαμό και μπουτ μπαλαμό:…..
μου άβελε ένα τουλό: μου έδωκεν ένα πεντόδραχμον
μπαρό: ασθένεια
μπερντέ: λεπτά
νταπ: ξύλο
παγκρό: μουστάκι
παρνιά: δραχμή
παρνιές: δραχμές
παγκρά: γένεια, μαλλιά
πούλι:….
πουρό: γέρος

Εδώ διακόπτεται η δημοσίευση του λεξιλογίου με την επισήμανση ότι το υπόλοιπο λεξιλόγιο μαζί με τα ψευδώνυμα των μελών της Δωδεκάδας των Αθηνών και του Πειραιά θα δημοσιευτούν στο επόμενο τεύχος.

Δυστυχώς το επόμενο τεύχος (της 2.12.1904) δεν υπάρχει στη βιβλιοθήκη του ΕΛΙΑ κι έτσι δεν έχουμε τη συνέχεια του λεξιλογίου. Ίσως βρεθεί στην ΕΒΕ όταν ανοίξει με το καλό.

Στο τεύχος της 9/12/1904 διαβάζουμε τα ονόματα της «εν Πειραιεί Δωδεκάδος»: «Αλεκάκι, Μανωλάκι, Γαλατού, Χαραλαμπάκι, Ρόφα, Σαλεπιντζού, Ροδίτισσα, Αντωνία, Καμπουρίτσα, Καμπερούλα (ναύτης), Οδοντοϊατρός, Παπλωματού, Μπουντούρης (ναύτης), Πετρού […]
Ο είς καλεί τον άλλο αδελφή […] Οι εταίροι της Δωδεκάδος έχουν τελείως απογυναικωθή∙ ομιλούν ως γυναίκες, συμπεριφέρονται ως γυναίκες, περιπατούν ως γυναίκες, εσωτερικώς ενδύονται ως γυναίκες και υβρίζονται ως γυναίκες διά του “μωρή παληοβρώμα”»

Στο τεύχος της 16.12.1904 διαβάζουμε: Η Δωδεκάς ελλείψει χώρου εις το επόμενον φύλλον μας. Επεισόδια από τον βίον των μελών της.

Δυστυχώς ούτε εκείνο το επόμενο φύλλο (23.12.1904) υπάρχει στη βιβλιοθήκη του ΕΛΙΑ -αν και το περιοδικό συνέχισε να εκδίδεται τουλάχιστον ως το 1906, αφού βρίσκουμε το τεύχος 161 με ημερομηνία 27.8.1906.

Αυτοχαρακτηριζόμενο «αρνουβώ σατυρικόν φύλλον», το Πεταχτό (ή Πετακτό) Κόρτε εκδιδόταν από τον Γιάννη Μάγκα, ψευδώνυμο του Γιάννη Μαγκανάρα. Ο Μαγκανάρας, γεννημένος στην Κόρινθο, ήταν μορφή του πρώιμου ελληνικού αναρχισμού (στην Ιστορία του αναρχικού κινήματος του ελλαδικού χώρου τού αφιερώνεται ολόκληρο το 6ο κεφάλαιο). Την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα εξέδιδε στην Πάτρα την εφημερίδα Επί τα πρόσω, ήταν από τα ηγετικά στελέχη των αναρχικών της Πάτρας και μάλιστα φυλακίστηκε και πέρασε από δίκη για τη δολοφονία του μεγαλέμπορου Φραγκόπουλου από τον αναρχικό τσαγκάρη Μάτσαλη το 1896 (ο δράστης είχε αυτοκτονήσει στη φυλακή). Μετά το 1899, εγκαθίσταται στην Αθήνα με το ψευδώνυμο Γιάννης Μάγκας. Το 1903 καλείται να διευθύνει το περιοδικό Φλερτ, από το οποίο αποχωρεί τον Μάρτιο του 1904 για να εκδώσει το Κόρτε, προκαλώντας την οργή του ιδιοκτήτη του Φλερτ, του Γ. Πετρούτσου (Πετεινού). Καταδικάζεται για άσεμνα και αναγκάζεται να αλλάξει τον τίτλο σε «Πεταχτό/Πετακτό Κόρτε». Δεν ξέρω αν υπάρχουν στοιχεία για τη ζωή και τη δράση του μετά το 1906. Πάντως εξέδωσε μετάφραση των Ειδυλλίων του Θεοκρίτου.

Το «Πεταχτό/Πετακτό Κόρτε» (και οι δυο γραφές παραδίδονται) ήταν στην πραγματικότητα, και παρά τις αγωνιστικες περγαμηνές του εκδότη του, ένα από τα πολλά ερωτογραφικά περιοδικά της εποχής, με ημίγυμνες γυναίκες σκιτσαρισμένες στο εξώφυλλο (παράδειγμα), με γελοιογραφίες με πονηρές λεζάντες που έδειχναν κυρίες σε νεγκλιζέ, με ποιηματάκια και ευφυολογήματα γεμάτα υπονοούμενα, συχνά αραιογραμμένα (π.χ. κάθε αναγνώστρια πρέπει να το δίνει στον φίλο της το τεύχος). Μία από τις 8-10 σελίδες είχε τίτλο «Πεταχτό κόρτε» και ήταν αφιερωμένη σε σπόντες του τύπου: «Καλέ μου φίλε Κ.Λ. (Βατραχονήσι) πώς πάνε τα ραντεβού με την μαυροφορα χήρα Δ.Κ. επάνω στο βουνό κάθε βραδάκι;» Όπως βλέπετε στην προμετωπίδα πιο πάνω, το περιοδικό παρουσίαζε δεκάδες ψευδώνυμα συνεργατών αλλά δεν θα μ’ εξέπληττε αν στην πραγματικότητα όλη την ύλη την έγραφε ο Μαγκανάρας με 2-3 συνεργάτες.

Αλλά ας επανέλθω στο κείμενο, το δημοσίευμα για τη Δωδεκάδα και τη γλώσσα της. Πριν το σχολιάσω, πρέπει να κάνω μια τελευταία παρέκβαση για τον όρο Δωδεκάδα. Κατά τη γνώμη μου, η ιστορία της λέξης είναι η εξής: Στα χρόνια της τουρκοκρατίας, κάθε ελληνική πόλη ή μεγάλο χωριό διοικιόταν από ένα συμβούλιο δημογερόντων ή προεστών ή δεπουτάτων ή επιτρόπων. Ο αριθμός αυτων των κοινοτικών συμβούλων δεν ήταν σταθερός και καθορισμένος, πολύ συχνά όμως ήταν 12 (όσοι και οι Απόστολοι) κι έτσι επικράτησε να ονομάζονται παροιμιωδώς «οι Δώδεκα» ή «η Δωδεκάδα» (βλ. μεταξύ άλλων Παροιμίες Πολίτου 2.226). Υπάρχουν παροιμίες πχ «Βάνει τον εαυτό του με τη δωδεκάδα» ή «Καμαρώνει σα να βαστάει από τους Δώδεκα». Ακόμα κι ο Παπαδιαμάντης σε ένα διήγημα βάζει τη χήρα Σειραϊνώ να παρακαλεί τον καπετάν Λιμπέριο «επειδή και του περνά απ’ το χέρι, ως μέλος της Δωδεκάδος οπού ήτον». Ο όρος Δωδεκάδα χρησιμοποιήθηκε και για διοικητικά σώματα στις κοινότητες των Ελλήνων της διασποράς, οπότε δεν είναι παράδοξο που εδώ χρησιμοποιείται από τον συντάκτη ειρωνικά για να χαρακτηρίσει την ηγετική ομάδα, ας πούμε, της κοινωνίας των δηλωμένων ομοφυλόφιλων της Πόλης ή της Αθήνας. Ο όρος φαίνεται πως δεν ήταν εφήμερος. Όπως βρήκε το Spatholouro, σε άρθρο του Σπύρου Λεωτσάκου («Αστυνομικά Χρονικά», τχ. 239, 1-5-1963) διαβάζουμε ότι το 1910-25 Οι εξέχοντες της τάξεως των θηλυπρεπών εκείνων νέων φαίνεται ότι θα ανήρχοντο εις μίαν δωδεκάδα, διότι ταυτόσημοι με τας προηγουμένας ήσαν και αι φράσεις: «Είναι από τους δώδεκα» ή «Είναι της δωδεκάδας». Ο συντάκτης αγνοεί την προηγούμενη σημασία της Δωδεκάδας γι’ αυτό και κάνει την εσφαλμένη υπόθεση περί κυριολεξίας, αλλά μάς επιβεβαιώνει την ευρεία διάδοση του όρου.

Και χωρίς άλλη παρέκβαση, ας σχολιάσουμε το σημαντικότατο εύρημα. Το λεω «σημαντικότατο» διότι ανεβάζει πολύ την πρώτη καταγραφή των Καλιαρντών. Ενδεικτικό είναι ότι στην προαναφερθείσα διατριβή της Χριστοπούλου (σελ. 92) αναφέρεται εσφαλμένα ότι τα Καλιαρντά πρωτοεμφανίστηκαν τη δεκαετία του 1940 και το ίδιο αναφέρει και η Βικιπαίδεια αν και υπάρχουν μαρτυρίες ότι Καλιαρντά ακούγονταν στην Αθήνα του μεσοπολέμου. Ωστόσο εδώ έχουμε μια πρώτη, αδιαμφισβήτητη γραπτή μαρτυρία από τις αρχές του 20ού αιώνα που σημαίνει ότι η γλώσσα έχει τις απαρχές της στον 19ο αιώνα.

Με τη βοήθεια σχολίων και άρθρων κυρίως του Νικ Νίκολας, θα σχολιάσω το λεξιλόγιο του Πεταχτού Κόρτε σε συνδυασμό με τα Καλιαρντά του Πετρόπουλου. Όπως θα δείτε, και όπως τονίζει ο Νίκολας, αλλά και ο Πονηρόσκυλος σε πολυ σημαντικό άρθρο στο slang.gr, πολλές βασικές λέξεις των Καλιαρντών έχουν ετυμολογία από τα Ρομανί, τα τσιγγάνικα.

* αβέλω: Πολυσήμαντο ρήμα, με βασική σημασία «πηγαίνω» αλλά και «παίρνω, δίνω» ανάλογα με το ουσιαστικό που ακολουθεί. Από το avel, avela, avol της Ρομανί, επίσης πολυσήμαντο («είμαι, γίνομαι, έρχομαι, φτάνω»)

* δικέλω: κοιτάζω. Άγνωστου ετύμου κατά τον Πετρόπουλο, αλλά ολοφάνερα δάνειο από το ρήμα dikhel = βλέπω, κοιτάζω, επιθεωρώ της Ρομανί.

* Ηρακλή: γυναίκα. Ο Πετρόπουλος το έχει Ηρακλιά και φαντάζεται ότι προέρχεται από τον Ηρακλή. Στην πραγματικότητα, ετυμολογείται από το rakli, rakhli = κοπέλα, κορίτσι, κόρη – ξένη, όχι Ρομ στην καταγωγή. Μάλλον θα ακουγόταν στην αρχή «η ρακλή».

* καλιανδρό: άσχημος’ ο Πετρόπουλος δίνει «καλιαρντός = άσχημος, κακός» και υποθέτει πως προέρχεται από το γαλλ. gaillard. Στην πραγματικότητα, από το Ρομανί kaljardo = μαύρος, μαυρισμένος. Από εκεί βέβαια και το όνομα της γλώσσας.

* κορδόνι = αστυφύλακας. Δεν υπάρχει στον Πετρόπουλο και ίσως είναι λέξη της κοινής αργκό. Το 1985 οι υπηρετούντες οπλίτες στα Δωδεκάνησα φορούσαν «μπατσοκόρδονο» διότι τυπικά υπηρετούσαν σε μονάδες εθνοφυλακής.

* κουλικό = φτιασίδι. Στον Πετρόπουλο κουλικό = χρώμα, κουλικά = φτιασίδια. Τα Καλιαρντά έχουν και λέξη κουλό = σκατό από το Ρομανί khul, ίδιας σημασίας, που μπορεί να βρίσκεται στην αρχή της λέξης.

* κουραβάλτα. Στο Κόρτε μένει χωρίς ερμηνεία καθότι άσεμνο αφού σημαίνει τη συνουσία. Κουραβέλτα στον Πετρόπουλο. Ο Νίκολας απορρίπτει την ετυμολογία της Γ. Κατσούδα από kulo = σκατά + αβέρτα, χωρίς να προτείνει οριστική εξήγηση. Πάντως υπαρχει το ρομανί kuřipe = συνουσία, που προφανώς έχει σχέση. Ίσως σε συμφυρό με το ρήμα «αβελω».

* κατέ = αυτός. Στον Πετρόπουλο, κατές=αυτός. Πιθανή σχέση με Ρομανί kate, kathe = εδώ.

* λαμπουνί. Χωρίς ερμηνεία στο Κόρτε καθότι άσεμνο. Ο Πετρόπουλος δίνει λουμπίνα = κίναιδος και το συνδέει κακώς με την κολομπίνα. Η λέξη ετυμολογείται από το Ρομανί lubni = πουτάνα. Πιο κάτω θα πούμε πολύ περισσότερα, αλλά προς το παρόν να σημειωθεί ότι δεν είναι βέβαιο αν το 1904 το «λαμπουνί» δήλωνε τον ομοφυλόφιλο ή την πόρνη.

* λατσή = η ωραία. Ο Πετρόπουλος λημματογραφεί λατσός = ωραίος, καλός. Από Ρομανί lačho = καλός, όμορφος.

* λατσί = η δεκάρα. Μάλλον ουδέτερο του προηγουμένου, δεν επιβίωσε στην εποχή του Πετρόπουλου.

* μάταλο = μεθυσμένος. Δεν το έχει ο Πετρόπουλος. Από Ρομανί maťol = μεθάω.

* μόκολο = σώπα. Στον Πετρόπουλο μόκολα = σιωπή. Πρέπει να είναι το (ιταλικής μάλλον αρχής) μόκο της κοινής αργκό.

* μπάτσος = αστυφύλακας. Της κοινής αργκό.

* μπαλαμό. Αφήνεται ανερμήνευτο ως άσεμνο. Στον Πετρόπουλο, μπαλαμός = μεσόκοπος παιδεραστής που αμείβει τον κίναιδο. Στα Ρομανί μπαλαμός είναι το αφεντικό, γενικά ο μη Ρομ.

* τουλό = το πεντόδραχμο. Ο Πετρόπουλος καταγράφει τουλά = χρήματα. Δεν βρήκα ετυμολογία.

* μπαρό = ασθένεια. Το ίδιο στον Πετρόπουλο. Δεν βρήκα ετυμολογία.

* μπερντέ = λεπτά. Ομοίως στον Πετρόπουλο, που εικάζει προέλευση από το ότι τα χρήματα σκεπάζουν κάθε ατιμία. Η λέξη έχει περάσει σ’ ένα βαθμό στην κοινή αργκό. Η ετυμολόγηση της λέξης στάθηκε σκληρό καρύδι, ώσπου τελικά ο Νίκολας βρήκε τη λύση μέσω της λουμπούντζας, δηλ. των τούρκικων καλιαρντών. Στη λουμπούντζα, τα λεφτά είναι belde, λέξη που παράγεται από το bedel (τιμή, κόστος) της κοινής τουρκικής με μετάθεση -σαν τα δικά μας γκαφρά, αφού οι διάφορες αργκό πολύ συχνά αξιοποιούν τα ποδανά. Το μπελντέ έγινε μπερντέ στα καλιαρντά με παρετυμολόγηση.

* νταπ = ξύλο. Στον Πετρόπουλο, νταπ = η μαλακία αλλά ντουπ = το ξυλοφόρτωμα. Ηχομιμητικές λέξεις.

* παγκρό = μουστάκι. Στον Πετρόπουλο: μαλλιά, τρίχες. Κατά τον Νίκολας και τον Μοντολίου, από το Ρομανί bakro = πρόβατο, εύλογη εξήγηση.

* παρνιά = δραχμή, παρνιές = δραχμές. Δεν το βρίσκω στον Πετροπουλο. Από το Ρομανί parˈno, πληθ. parˈne = άσπρος, χρήματα.

* πούλι. Αφήνεται χωρίς εξήγηση, καθότι άσεμνο. Ο Πετρόπουλος λημματογραφεί πούλη = ο πρωκτός, αγνώστου ετύμου. Από Ρομανί bul = κώλος.

* πουρό = γέρος. Και στον Πετρόπουλο, που εικαζει σχέση με το πουρί. Είναι κι αυτή μια από τις λεξεις που έχουν περάσει στην κοινή αργκό. Από το Ρομανί phuro = γέρος, παππούς.

Εδώ τελειώνει το λεξιλόγιο του Πεταχτού Κόρτε και το υπόλοιπο ίσως να αργήσουμε να το βρούμε. Ωστόσο, το δείγμα που έχουμε είναι πολύτιμο και αρκετό για κάποια συμπεράσματα. Καταρχάς, προκαλεί εντύπωση πόσο λίγο άλλαξαν τα καλιαρντά από το 1900 ως το 1968 που τα κατέγραψε ο Πετρόπουλος.

Κατά δεύτερο λόγο, είναι ολοφάνερη η Ρομανί βάση των καλιαρντών, που φαίνεται και σε άλλες βασικές λέξεις που δεν τις εξετάσαμε διότι λείπουν από το λημματολόγιο του Πεταχτού Κόρτε. Για περισσότερα, δειτε το άρθρο του Νίκολας. Και η λέξη «τεκνό», που έχει περάσει στην κοινή αργκό, έχει τσιγγάνικη αρχή -οχι απο το τέκνο, αλλά από το Ρομανί τικνό = μικρός.

Συναφής όρος με τα καλιαρντά είναι και τα λουμπινίστικα, που χρησιμοποιούνται είτε ως συνώνυμα των καλιαρντών είτε για να δηλώσουν τη γλώσσα των πορνείων. Όπως είπαμε, λουμπίνα είναι στα καλιαρντά ο παθητικός ομοφυλόφιλος, και προέρχεται από τη Ρομανί λέξη λουμπνί = πόρνη.

Ένα ενδιαφέρον εύρημα που μας χάρισε το Spatholouro είναι άρθρο του Άρη Χατζηδάκη σε κρητική εφημερίδα, το 1928, όπου ο αρθρογράφος καταγράφει κάμποσες γνωστές λέξεις των καλιαρντών (παρνιές, μπαλαμός, τεκνό, αβέλω, ερακλή) αλλά ονομαζει τη γλώσσα ρουμπινίστικα. Μάλλον πρόκειται για παράκουσμα, αν και δεν μπορούμε να αποκλείσουμε την παιχνιδιάρικη αναφορά των ίδιων των ομιλητών της γλώσσας.

Για «λουπινάρικα»-αργκό των πορνείων γίνεται λόγος σε άρθρο του Κ. Φαλτάιτς το 1929, ενώ ο όρος λουμπινίστικα εμφανίζεται (μάλλον πρώτη φορά) σε άρθρο του Στάθη Θωμόπουλου στην Ακρόπολι το 1933. Σε μεταγενέστερο άρθρο του (1963) ο παλιός αστυνομικός συντάκτης Σπύρος Λεωτσάκος υποστηρίζει ότι οι πρώτες ιεροδουλες του νεοελληνικου κράτους ήταν Τσιγγάνες και Μαλτέζες και έτσι στα πορνεία του 19ου αιώνα αναπτύχθηκαν τα λουμπινίστικα, η διάλεκτος των πορνείων, με βαση τα τσιγγάνικα, τη γλώσσα Ρομανί. Υπήρξε κάποια ώσμωση με την αργκό των κακοποιών και στον μεσοπολεμο οι αξιωματικοί Παξινός και Μπουργάνης είχαν συγκροτήσει γλωσσάρια των λουμπινίστικων και της αργκό των απατεώνων και τα δίδασκαν στους νεαρούς αστυνομικούς.

Προφανώς, κάποια στιγμή, ίσως επειδή οι ομοφυλόφιλοι δούλευαν ως βοηθητικό προσωπικό στα πορνεία, η διάλεκτος των πορνείων αποτέλεσε τη βαση για τη διάλεκτο των ομοφυλόφιλων, που αργοτερα ονομάστηκαν Καλιαρντά. Κάτι ανάλογο περιγράφει ο Νίκολας στο άρθρο του για τη λουμπούντζα, το τουρκικό αντίστοιχο των καλιαρντών.

Επειδή το άρθρο παρατράβηξε, θα το κλείσω εδώ, αν και αφήνω απέξω αρκετές πολύ ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες. Άλλωστε, ο βασικός στόχος ήταν να αναδειχτεί το εύρημα του Spatholouro, το άρθρο περί καλιαρντών το 1904. Πριν κλείσω, όμως, θα κάνω μια επισήμανση και θα αναφέρω μια προσωπική μου άποψη.

Ο Νίκολας επισημαίνει ότι η λουμπούντζα έχει πολύ λιτό λεξιλόγιο, 150 λήμματα εκ των οποίων 85 βασικές λέξεις. Στην ιδια τάξη μεγέθους κινούνται τα Ντόρτικα (γλώσσα των μαστόρων) όπως τα κατέγραψε ο Τριανταφυλλίδης. Ίδια τάξη μεγέθους υποβάλλει και το λεξιλόγιο του Πεταχτού Κόρτε.

Οι αριθμοί αυτοί ωχριούν μπροστά στον πλούτο των Καλιαντών του Πετρόπουλου: 3000 λήμματα από τα οποία 700 βασικές λέξεις! Πλήρης γλώσσα με μορφολογία. Αλλά οι χρήστες της συνθηματικής γλώσσας δεν τη χρειάζονται τόσο πολύ για να συνεννοούνται όσο για να μην τους καταλαβαίνουν οι απέξω. Δεν έχουν ανάγκη να σοφιστουν λέξεις για όλες τις πτυχές της ζωής, διότι γι’ αυτές τους αρκεί η κοινή. Θέλουν εκατό-διακόσιες βασικές λέξεις για τα αντικείμενα του άμεσου ενδιαφέροντός τους (λεφτά, πελάτης, ωραίος, άσκημος, μικρός, μεγάλος).

Η αίσθηση που μου δημιουργείται κάθε φορά που ξεφυλλίζω τα Καλιαρντά του Πετρόπουλου είναι ότι (τις πιο) πολλές από τις λέξεις αυτές τις έχει πλάσει μια μικρή παρέα, για το κέφι της, ενδεχομένως πάνω στο υπαρκτό πατρόν του λεξιλογίου της Καλιαρντής. Ανοίγω τυχαία τα Καλιαρντά του Πετρόπουλου στο γράμμα Ρ και διαβάζω τα λήμματα:

ρένα = βασίλισσα
ρενοβλαστός = διάδοχος θρόνου
Ρενόγλαστρα = τα ανάκτορα
ρενοκαθίκι = το στέμμα
ρενοκατσικαδερό = ο τσολιάς
ρένος = ο βασιλιάς
ρενοσκαμνού = θρόνος
ρενότεκνο = το βασιλόπουλο

Πολύ πνευματώδη και ευρηματικά όλα τα σύνθετα, και πάω στοίχημα ότι πολύ θα διασκέδασαν όσοι τα έφτιαξαν, αλλά θα με εξέπληττε αν είχαν ποτέ ευρεία διάδοση στους ομιλητές της Καλιαρντής. Φοβάμαι μήπως ο Πετρόπουλος, παρασυρμένος από το πάθος του συλλέκτη, θέλησε να αβγατίσει τη συλλογή του καταγράφοντας ευκαιριακους σχηματισμούς μιας μικρής παρέας.

Αλλά δεν είναι αυτός ο σκοπός του άρθρου ούτε θα δικάσουμε τώρα έναν πρωτοπόρο ερευνητή. Σκοπός είναι ν’ αναδειχτεί το εύρημα ότι τα Καλιαρντά έχουν καταγραφτεί από το 1904 και άμποτε να βρεθεί και το επόμενο τεύχος του Πεταχτού Κόρτε να συμπληρωθεί το λεξιλόγιο!




via http://ift.tt/2Cbj4GF

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.