Με τον Σπύρο Χουρσούτογλου στο «Salonica Bar» (διήγημα του Αντώνη Σουρούνη)

Ο συγγραφέας Αντώνης Σουρούνης πέθανε πέρυσι, στις αρχές Οκτωβρίου. Είχα τότε δημοσιεύσει ένα διήγημά του, από τη συλλογή «Τα τύμπανα της κοιλιάς και του πολέμου». Το διήγημα εκείνο ήταν, ας πούμε, ναυτικό. Πιο αντιπροσωπευτικό, τουλάχιστον της πρώτης περιόδου, που έκανε γνωστό τον Σουρούνη, θα ήταν ένα διήγημα για τη ζωή των μεταναστών στη Γερμανία, αλλά εκείνη τη στιγμή δεν είχα πρόχειρη τη συλλογή του «Μερόνυχτα Φραγκφούρτης».

Τις προάλλες ξαναβρήκα το βιβλίο που έψαχνα κι έτσι σήμερα παρουσιάζω το διήγημα που τον μακροσκελή τίτλο του βλέπετε παραπάνω. Το διήγημα είναι μονόλογος, όσα αφηγείται ο μετανάστης εργάτης Σπύρος Χουρσούτογλου στον συγγραφέα ένα βράδυ σε ένα μπαρ, προφανώς κάπου στην περιοχή της Κολωνίας.

Προειδοποιώ ότι στο διήγημα αυτό (όπως και σε όλα τα «Μερόνυχτα Φραγκφούρτης») ο Σουρούνης χρησιμοποιεί μάγκικο, αγοραίο σχεδόν λεξιλόγιο, ακατάλληλο δι’ ανηλίκους, αλλά νομίζω πως το κάνει με μαστοριά και ειλικρίνεια. Σωστά κατά τη γνώμη μου είχε γράψει τότε κάποιος κριτικός στην Αυγή «Μια χαρά τα καταφέρνει ο μάγκικος κυνισμός να εκφράσει συγκλονιστικά συναισθήματα», ενώ μού έχει εντυπωθεί και η φράση του Σπύρου Τσακνιά «Κλείνοντας το μικρό βιβλιαράκι απορείς πώς μπόρεσε να χωρέσει μέσα του τόσος καημός ξενιτειάς».

Το διήγημα είναι το τελευταίο του βιβλίου. Είχε πρωτοδημοσιευτεί στο περιοδικό Διαγώνιος το 1979 και μάλιστα υπάρχει και ονλάιν, αλλά όχι σε html. Μονοτονίζω.

Οι Νίππες που αναφέρονται στο βιβλίο είναι περιοχή της Κολωνίας (Nippes).

Με τον Σπύρο Χουρσούτογλου στο «Salonica Bar»

Λοιπόν, άκου πώς έχει η όλη ιστορία, για να μου πεις, αν έκανα καλά ή όχι. Ήταν δυο τρία χρόνια προτού έρθεις εσύ, είχαμε φτάσει ένα τσελιγκάτο κοπά­δι Βορειοελλαδίτες. Μας μέτρησαν από κάτω, μας φόρ­τωσαν, μας ξεφόρτωσαν, μας βρήκαν σωστούς και μας κουβάλησαν μέσα στη νύχτα ο διάολος ήξερε πού. Την άλλη μέρα μάθαμε πως βρισκόμασταν τριάντα χιλιόμε­τρα έξω από το Ντούσελντορφ. Σκέτο Νταχάου, αδερ­φέ μου… Πήγα να τρελαθώ. Ερχόταν νύχτα το πούλ­μαν, μας πήγαινε στη φάμπρικα, απόγεμα μας γύριζε πίσω ψόφιους. Νταχάου, σου λέω.

Είχα φάει τα σκατά μου όμως εκεί, στη Θεσσαλονίκη και είπα, πούστη Σπύρο, κάνε το κορόιδο, για να βγού­με πάλι στον αφρό. Γιατί πρέπει να ξέρεις, όταν έμαθα πως ο γέρος τής κοντής είχε ρίξει φαλιμέντο, έπεσε ο ουρανός να με πλακώσει. Και τώρα τι κάνουμε; Ξέρεις, τι πα να πει, να βρεις τoν γάιδαρο, να τoν πιάσεις, να τoν δέσεις και μια βδομάδα προτού μπουν τα στέφανα, να σου πούνε ο γάιδαρος την αμόλησε κι έμεινε η κον­τή;

Από τη δουλειά μου είχα φύγει· δε σήκωνε τώρα ο πεθερός μου με δυο βιτρίνες στην Εγνατία κι εγώ «μαλακιά ή σκληρή τη φέτα, μαντάμ» -σήκωνε; τα παρά­τησα λοιπόν, κι έκανα τoν αγαπητικό, μέχρι πού η κοντή άρχισε απ’ έξω απ’ έξω να μου σκάει το παραμύθι. Της έριξα, που λες, πέντε φάσκελα, έριξα κι άλλα πέντε στα μούτρα μου κι όπως είχα μάθει τώρα στ’ άλλα, είπα

ή θα μείνω εδώ και θα πάει κορδόνι το σουλάτσο ή θα φύγω κάνα χρόνο για να ξεχαστούν.

Ό Φώτης βρίσκονταν από μερικούς μήνες εδώ και μου είχε στείλει και μια φωτογραφία έγχρωμη, που κρατούσε στα πόδια του μια Γερμανίδα με κομπινεζόν. Θα ’χα κλείσει δυο βδομάδες που μου ’βγαινε η πίστη λίγο λίγο, οπότε παίρνω είδηση από το Φώτη, το Σάβ­βατο βράδυ να ’μαι έτοιμος, έρχεται να με πάρει. Όλες αυτές τις μέρες τις γυναίκες τις έβλεπα μόνο από το πα­ράθυρο του πούλμαν τ’ απόγεμα και λέω, άντε, τουλά­χιστον, να γαμήσουμε.

Φτάνει ο Φώτης, παντελόνι στενό σωλήνα, καρό σα­κάκι, καπέλο με φτερό, έκανα να μπήξω το γέλιο, αλλά είπα, σκάσε, μαλάκα, μόδα θα ’ναι. Πάμε στο χωριό, πίνουμε μια μπίρα, πίνουμε δεύτερη, πίνουμε τρίτη -από γυναίκα ούτε λέπι.

– Δεν πάμε και στο άλλο μαγαζί; κάνει ο Φώτης.

Πάμε και στο άλλο μαγαζί, τα ίδια.

– Ρε συ Φώτη, τού λέω, εκείνη η γκόμενα με το κομ­πινεζόν, που είναι, ρε συ, εκείνη;

– Την είχε φέρει ένας δικός μας νταβατζής… μου λέει. Είκοσι μάρκα η ριξιά, τριάντα με τη φωτογραφία. Σε μια ώρα είχε ξεπετάξει όλο το θάλαμο· ο νταβατζής τραβούσε τις φωτογραφίες.

– Και κάθε πότε περνούν αυτοί από δω, ρε συ;

– Ξέρω κι εγώ; μου κάνει. Αυτοί δεν έχουν ωράριο. Έτσι κι αρχίσει μια γκόμενα να σπάει, την τραβάν από την πόλη και την βγάζουν περιοδεία…

Σου τα λέω όλα αυτά τώρα, για να καταλάβεις πώς περίπου ήμουν, όταν με βρήκε η κοντή. Δευτέρα-Σάββατο δουλειά και Κυριακή ψωλοκοπάνα. Μέσα στον  θάλαμο κυκλοφορούσαν κάμποσα πουτανοπεριοδικά, μερικά είχαν και ξεραμένα χυσίματα πάνω, αλλά μόνο που τα ’βλεπα, μου κοβόταν· όχι από τις φωτογραφίες αλλά από τη λέρα.

Το δικό μου το βάσανο ήταν αλλού, ούτε που το κατα­λάβαινα πώς ερχόταν. Την Κυριακή μ’ έπιαναν οι σκέ­ψεις – είχα το χρόνο, βλέπεις. τι θα γίνει, ρε συ Σπύρο, πού θα πάει αυτό το βιολί, θα μας φάει η φάμπρικα με το κοκαλάκι μας… Τέτοια. Και συ ρε Σπυράκο; – εδώ πάνω κατέβαζα το φερμουάρ να τoν δω -και συ ρε μόρτικο, που σε είχαν οι κυρίες στα ώπα ώπα, μισοί απομείναμε, μόρτη μου. Κάπως έτσι τραβούσε η κουβέντα να πούμε, κι όπως του τα ’λεγα αυτά και τoν χάιδευα, εκεί πάνω μου ’ρχονταν. Σκέψου, ότι καμιά φορά τρέχανε και τα μάτια μου! Είκοσι οχτώ χρονώ πούτσος, ρε φίλε, και να μένει στη διαθεσιμότητα… Την εποχή αυτή όμως τoν αγάπησα σαν παιδί μου. Άμα δε σου βάλει κωλοδάχτυλο η ζωή, πεθαίνεις πιστεύοντας πως έχεις την τρύπα μόνο για το σκατό σου. Αγάπησα και τα μπράτσα μου και τα χέρια μου και τα πόδια μου. Τα μιλούσα, να πού­με, σα συντρόφια που δούλευαν μαζί μου και υπόφεραν μαζί μου. Καμιά φορά αναρωτιόμουν, ρε σύ, μπας και τρελάθηκα; Κι έλεγα, αν είναι αυτή η τρέλα, μόρτη Σπύ­ρο, χαλάλι που τρελαθήκαμε. Το σκέφτεσαι, πόσες κουραδομηχανές έχουν ξεχάσει πως έχουν χέρια και τα θυ­μούνται μόνο στο μπιντέ; Ακόμα και οι γραφιάδες, εγώ βάζω το κεφάλι μου κάτω, το μόνο που θα προσέχουν θα ’ναι τα κοντυλοφόρια τους.

Θα ’χα συμπληρώσει τέσσερους μήνες που ’λεγα το μουνί μουνάκι, απόγεμα ήταν, καθόμουν με κάτι πατριωτάκια και παίζαμε τριάντα μία, μπαίνει ένα ρωμιός μέσα, «Κάποιος Σπύρος Χουρσούχογλου, λέει, βρίσκεται παρών;».

– Τι θα τον κάνεις; του κάνω.

Αυτός το δικό του.

– Είναι δω, ρε σεις, ναι ή όχι;

– Όχι… του λέω. Τον πήρανε εργάτη στη Γερμα­νία…

– Καλά, άμα έρθει, να του πείτε πως τον ζητούσε μια γκόμενα.

– Ίσα, ρε μόρτη… του φωνάζω. Άμα είναι η Βουγιουκλάκη, να περάσει – αλλιώς τίποτα. Ο Σπύρος και ο Σπυράκος σήμερα αναπαύονται.

Ξέρεις, κυκλοφορούσαν κάτι τέτοιες μαλακίες, κάποια σε ζητάει έξω, να πούμε, έχεις ένα τηλεγράφημα από κάποια, και λέω, όχι και να μας πιάσουν κορόιδο τώρα οι βλάχοι, έτσι;

Δεν περνούν δυο λεφτά, ακούω ένα «Σπύρο…». Αμάν, αδερφέ μου, έλιωσα! Τη φωνή δεν τη γνώρισα, αλλά ο σκοπός, η νότα που λένε, ήταν η ίδια που χρη­σιμοποιούσα κι εγώ για να μιλάω στον εαυτό μου. Τι γίνεται, λέω, απόχτησε φωνή η πλάτη μου ή μήπως τα ποδάρια μου; Ή μήπως ο Σπυράκος μου μεγάλωσε το άτιμο και μιλάει; Τόση τρυφεράδα, μάγκα μου, από άλ­λον άνθρωπο! Και πού; Σ’ εκείνο το κάτεργο με τα πορνοπεριοδικά σκόρπια πάνω στα άδεια κρεβάτια.

Να ξέρεις, πώς με κείνο το «Σπύρο…», θα σηκώθη­καν οι ψωλές ολονών εκεί μέσα σέ στάση προσοχής – τόσο σέβας μάς έπιασε ξαφνικά όλους. Την πλησιάζω, που λες, την πιάνω από το μπράτσο και ξεμοναχιαζό­μαστε.

– Τι θες εδώ, ρε συ, την Παναγία σου;

Θαρρείς και άνοιξα τη βρύση, αδερφέ μου. Δάκρυ για να πνιγούμε όλοι μας. Κάνω με τα δάχτυλα γωνιά και τής κλείνω το λαιμό.

– Μίλα, σού λέω! τι ήρθες να κάνεις εδώ;

– Σ’ αγαπώ… μου λέει.

– Κι έτσι γίνεται, ρε συ, τoν Χριστό σου; Όποιος αγαπάει, μαγκώνει τη βαλίτζα και κουβαλιέται; Ρωτάς τον άλλο, αν σ’ αγαπάει;

Κλάμα τού σκοτωμού. Δεν έλεγε τίποτα, μόνο έκλαιγε. Ούτε κι εγώ μιλούσα, κάθισα σ’ ένα κασόνι και ρω­τιόμουν πόσα απίδια παίρνει ο σάκος. Εντάξει, δεν την αγαπούσα, αλλά δεν είναι και μικρό πράμα ν’ αφή­σει ο άλλος τα καλά του και να ’ρθει να σε βρει στου διαόλου την άκρη, έτσι; Μια παρτίδα αυτή· δεύτερη, όπως δείχναν τα πράματα, μόνο με κοντράτο μπορού­σες να τη βγάλεις καθαρή στη Γερμανία. Εγώ το ’χα. Ο πούτσος μου όμως; Γιατί να μην υπογράψει κι αυτός το δικό του κοντράτο; Πέρασε κανένα μισάωρο έτσι, στα βουβά.

– Που να σου γαμήσω τη μάνα… τής κάνω γελώντας.

Γελάει κι αυτή· μέσα στα δάκρυά της. Στην αρχή φο­βισμένα, έπειτα δυνατά μαζί μου. Δεν ξέρω, ρε μόρτη Αντώνη, αν σού ’χει τύχει τέτοιο περιστατικό, αλλά γυναίκα που περνάει έτσι από το κλάμα στο γέλιο… τι να σου πω. Δεν έχω δει πιο όμορφη εικόνα στη ζωή μου.

Κάνω να τής χαϊδέψω τα μαλλιά και πέφτει απάνω μου. Πάμε πάρα πέρα και κει, αδερφέ, ξανάνιωσα τι πα να πει άνθρωπος. Δε μιλάω μόνο για το γαμίσι, θέ­λω να πω μετά το γαμίσι, την αγκάλιασα κι έκλαιγα! Έκλαιγα ώρες χωρίς να βγάζω λέξη. Δε με ρωτούσε τίποτα, αλλά ήταν σα να ’ξερε. Μου χάιδευε τα μπράτσα, τις πλάτες, τα πόδια – κι ακριβώς γι’ αυτά εγώ έκλαιγα. Κάποια στιγμή έκανε να βάλει το χέρι και στα σκέ­λια, αλλά κατάλαβε πως θ’ αλλάξει η παράσταση και το τράβηξε. Αυτό ήταν. Παντρευτήκαμε – κουμπαράκι ο Φώτης. Δώσαμε σε μια κουφάλα – στόν Αλέκο, αν τoν θυμάσαι, τoν χοντρό – τριακόσια μάρκα και της βρήκε μια δουλειά στην Κολωνία. Κάθε Σαββατοκύριακο αν­ταμώναμε και μετρούσαμε τα μάρκα που βάζαμε στην μπάντα και τις κωλότριχές μας. Η ιστορία αυτή τράβηξε κανένα εξάμηνο, μέχρι που κατάφερα κι έσπασα το κοντράτο κι ήρθα κι εγώ εδώ. Πιάσαμε ένα δωμάτιο στις Νίππες· κουζίνα, κρεβατοκάμαρα, σαλόνι, όλα εκεί ένα μαζί – τα ξέρεις τώρα.

Αλλά περνούσαμε καλά, ρε, τότε, – δεν περνούσαμε; τα Σάββατα μονιάζαμε από σπίτι σέ σπίτι και τού αλ­λάζαμε τα φώτα. Ξέρεις, τι τσιφτετέλια έχει ρίξει η κοντή; Πώς σκαρτέψαμε όλοι έτσι, ρε συ; Βλέπω καμιά φορά στον δρόμο τα καρντάσια από τα τότε και δεν κα­λημεριζόμαστε. Τι ήταν αυτό που μας άλλαξε έτσι, το ξέρεις εσύ; Να ’χαμε κανένα επιστήμονα κοντά, θα μας το ’λυνε το αίνιγμα, αλλά θα ’πρεπε προηγουμένως να φάει το αγγούρι που φάγαμε εμείς, πράματα που δε γίνονται. Δεκαοχτώ χρόνια φάμπρικα… η κοντή στά­θηκε παλικάρι, δε λέω. Ούτε μια μέρα βόγγηξε. Και τι δουλειά! Να ξεσκατώνει και να καθαρίζει γέρους – γέ­ρους Γερμανούς. Να σου λέει το τι τραβάει και να σου ’ρχεται να την αγαπήσεις. Όλη μέρα, λέει, έχουν να κάνουν με το ψόφιο τους πράμα. το κοιτάν από δω, το κοιτάν από κει, το γυρίζουν στο φώς, τη φωνάζουν να το δει κι αυτή, τέτοια πράματα. Τέλος πάντων. Το παι­δί μου μεγάλωσε μόνο του σαν τα γατιά, με κλειδωμένη πόρτα. Τίποτα απ’ όσα ήθελα δεν έγινε στη ζωή μου… Ήθελα να γίνω ψηλός κι έγινα κοντός· ήθελα να μάθω γράμματα και δεν τα κατάφερα. Ονειρευόμουν μια γυ­ναίκα ως εκεί πάνω και παντρεύτηκα αυτή. το μόνο που δεν ήθελα να γίνω ήταν εργάτης και τελικά έγινα εργάτης.

Θα σου πω κάτι που δεν τόλμησα να το πω πουθενά· χιλιάδες γυναίκες πέρασαν από δίπλα μου όλ’ αυτά τα χρόνια, έτσι; Όλες αυτές εγώ τις κοίταξα – τις κοίταξα στα μάτια. Ε, θα το πιστέψεις; Ούτε μια σωστή γυναί­κα δεν με κοίταξε! Ούτε έτσι, από περιέργεια.

Εσύ τη βόλεψες καλά απ’ αυτή τη μεριά, αλλά αν μείνεις σ’ αυτό το βόλεμα, θα σου πω αύριο, «να, πιάσε δέκα, να μη στα χρωστάω». Γιατί η δουλειά, αδερφάκι, είναι τι φτιάξη θα κάνει ο καθένας στη ζωή του. Βλέ­πεις κάτι μεροκάματα που μοιάζουν με μηνιάτικα και λες, τι γίνεται εδώ πέρα, ρε παππούλη, γιατί δώδεκα μήνες δικοί μου να ζυγίζουν ένα μήνα δικό του; ’Άσε όμως, γιατί κάθε φορά που τα σκέφτομαι, μου ’ρχεται να πάρω ένα πιστόλι και να βγω στους δρόμους.

Κι ερχόμαστε στο πέρσι, που ’φαγα το κατακούτελο. Σαββατόβραδο, κάνω ντου σ’ ένα καινούριο μαγαζί, που ’χα ακούσει πως το ’χε ένας θεοκόμματος.

Ανοίγω την πόρτα και βλέπω πίσω από τον πάγκο μία γυναίκα!… Μα τι γυναίκα! να κάθεσαι βδομάδες εκεί, να τη βλέπεις και να πίνεις.

Σκάλα ήθελες ν’ ανέβεις εκεί πάνω.

Πίνω το πρώτο, πίνω το δεύτερο, πίνω και τ’ άλλα, τη φαντάστηκα έτσι, τη φαντάστηκα άλλιώς, είχα μπει στις εννιά κι έπιασα τη μια. Είχα φτιαχτεί καλά, ας πάω, λέω, τώρα στην κοντή κι αύριο μέρα τού διαβό­λου είναι, θα τα ’χω τα ρημάδια τα μάτια μου – δε θα τα ’χω;

– Να κεράσω ένα;

Το άκουσα, αλλά εγώ έβγαζα τα λεφτά από την τσέ­πη, ούτε που μου πέρασε πώς ρωτούσε έμενα. Ξαφνικά βλέπω το ποτήρι μου γεμάτο. Δίπλα κανείς, όλοι είχανε φύγει. Μάνα μου, τα ζουμπούλια σου… σκέφτομαι. Πί­νουμε λοιπόν ένα μαζί, έτσι. Στο πολύ ήρεμο. Κι από πού είσαι και πώς σε λένε κι έτσι κι αλλιώς. Εν τω με­ταξύ του Σπυράκου από κάτω να του ’χει έρθει λιποθυμιά· αυτή μιλούσε σέ μένα κι ήταν σα να μιλούσε σ’ αυτόνα. Έτσι κι έκανα πως τoν συστήνω, θα ’χε καθαρί­σει για πάρτη του.

Λόγο στο λόγο που λες, να ’μαστέ σπίτι της. Πρώτη φορά πατούσα το πόδι μου σέ γερμανικό σπίτι και σέ τέτοιο σπίτι πρώτη φορά στη ζωή μου. Για κοίτα να δεις ρε, πώς ζούνε άλλοι μέσα στην ίδια πόλη! Για να καταλάβεις δηλαδή, να ’σαι στους δρόμους, ακόμα και στην νταβέρνα να ’σαι και να λες, αμάν, πότε θα βρεθώ στο σπιτάκι μου· τέτοιο σπίτι.

Την ξαπλώνω κάποτε στο κρεβάτι και κάθομαι και τη χαζεύω. Υπάρχουν και τέτοια κορμιά, ρε προδότη Θεέ; Θα πέθαινα να πούμε, και δε θα ’ξερα πόσο ωραία φτιάξη μπορεί να ’χει ο άνθρωπος; Ένα κρεβάτι γεμάτο καύλες και να μην ξέρω από πού ν’ αρχίσω. Για να σου τα πω κι απόξω, φοβόμουν κιόλας, πώς το τρώ­νε το χαβιάρι, ξέρω γώ; Κολλάω, λοιπόν, το στόμα πά­νω στο βυζί της κι αρχίζω πολύ μαστόρικα την πιπίλα· σίγουρα πράματα.

Κάτι έλεγε, κάτι φώναζε, δεν καταλάβαινα τίποτα, ξαφνικά πιάνει τ’ αυτί μου «και τη Χέλγκα, δώσε και στη Χέλγκα». Άστην να φωνάζει, σκέφτομαι, εγώ εκεί, ο καθένας τη δουλειά του. Οπότε αρπάει, αδερφέ μου, το ίδιο της το βυζί και το χώνει στο στόμα της! Τρελά­θηκα. Βουρ, Σπυράκο, του φωνάζω, φωτιά στα κάρ­βουνα κι η Παναγιά στα ξύλα. Απόψε θα πεθάνουμε όλοι – τελείωσε.

Ορμά, λοιπόν, ο μικρός και τον χάνω για καμιά δε­καπενταριά ώρες. Δε σου λέω τι έγινε. Ένα σου λέω μόνο· έγινε κι εκείνο που δεν φανταζόμουνα πώς μπο­ρούσε να γίνει.

Βραδιάζει, που λες, η άλλη μέρα κι όπως είμαι μέσα στο μπάνιο, την ακούω που λέει: – Κάνε γρήγορα, πρέ­πει ν’ ανοίξουμε το μαγαζί. Δε βγάζω κουβέντα, άσε, λέω, να δούμε πού το τραβάει.

Πάμε στο μαγαζί και να τος ο Σπόρος επιτέλους και πίσω από τoν πάγκο να μαζεύει μονέδα. Ξέρεις, ρε σύ, πόσο εύκολα βγαίνει το χρήμα; Πού να ξέρεις… Αφού άνοιγα κάθε δέκα λεπτά την πορτοφόλα και το μετρούσα κι έλεγα, αυτό είναι ρε μάνα, που μου ’λεγες, πώς φα­σούλι το φασούλι γεμίζει το σακούλι; Δεν είναι φασούλι ρε μάνα, ποτήρι είναι… Τέτοιο παραμιλητό, να πούμε, μέχρι που το κλείσαμε, γυρνάμε σ’ εκείνο το σπίτι και ξανά πάλι το πανηγύρι απ’ την αρχή.

Στη βδομάδα πάνω ξεμοναχιάζομαι με τoν Σπυράκο σέ μια γωνιά και του λέω, γιά να προσγειωθούμε ρε αλάνικο και ν’ αποφασίσουμε σαν άντρες κι όχι σαν καλογε­ροπαίδια υπό δοκιμή, θέλουμε αυτό ή θέλουμε τ’ άλλο;

Δύσκολη η εκλογή, ρε μόρτη Αντώνη… Δύσκολη, γιατί ψηφίζεις εσύ τον εαυτό σου· και γιατί μπορεί να ’ναι και η τελευταία φορά στη ζωή σου που ρίχνεις τέ­τοια ψήφο. Και ποιόν εαυτό σου να ψηφίσεις τoν καλό η τoν κακό; Και ποιος είναι ο καλός, ποιος ο κακός; Εδώ θα ’πρεπε να ’σαι ο Σολομών κι όχι ο Σπύρος. Πράματα που θέλουν μεγάλο κεφάλι και που εγώ δεν το ’χω, γι’ αυτό ίσως και να ’πεσα όξω.

Τα ζύγιασα από δω, τα ζύγιασα από κει – μέχρι κι ανάποδα τα ζύγιασα. Από τη μια η Χέλγκα με τα όλα της συν μαγαζί – όλα τα μεράκια, ας πούμε. Από την άλλη η κοντή με την αγάπη της συν το παιδί. Μη νομί­ζεις πώς έβγαλα άπόφαση με το πρώτο πακέτο τσιγάρα· βασανίστηκα μήνες έτσι, μόνος μου σαν καλαμιά στον κάμπο. Τελικά κατάληξα εκεί που κατάληξα· καλά-κακά αυτό είναι άλλου παπά Ευαγγέλιο.

Δε λες τίποτα, έ; για πες μου, ρε συ, εσύ στη θέση μου, τι θα ’κανες;




via http://ift.tt/2i58toC

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.