Γέροι της Σιδώνος: η ρατσιστική μνησικακία του Mανόλη Aναγνωστάκη

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Η προσπάθεια του Aναγνωστάκη να γράψει ένα «σήκουελ» στο «Νέοι της Σιδώνος (400 μ.Χ.)», αντικαθιστώντας, στον τίτλο του καβαφικού ποιήματος, τη φανταστική χρονολογία με την πραγματική χρονολογία κατά την οποία ο ίδιος έγραψε το δικό του (1970), μου ήταν γνωστή από παλιά. Πρόσφατα, για κάποιο λόγο, χρειάστηκε να ξαναδιαβάσω το ποίημα, και διαπίστωσα ότι, στα σαρανταεφτά αυτά χρόνια, έχει γεράσει πολύ άσχημα. Για την ακρίβεια, ήταν ήδη κακογερασμένο όταν πρωτογράφτηκε, απλώς κανείς δεν το είχε προσέξει.

Ο λόγος που εκφράζεται στο ποίημα είναι ένας κακιασμένος και μισάνθρωπος λόγος απομάχου, ο οποίος, χωρίς κανείς να έχει εκφράσει την παραμικρή διάθεση να τον παραμερίσει και να τον θέσει σε αποστρατεία, κλαψουρίζει ότι «τον γέρασαν προώρως». Πρόκειται φυσικά για προβολή: ο μόνος που «γέρασε προώρως» αυτόν που λέει αυτά τα λόγια τα γεμάτα απαξίωση και περιφρόνηση για τη ζωή, είναι ο ίδιος του ο εαυτός.

Το 1970, ο Aναγνωστάκης ήταν μόλις 45 ετών. Εξ όσων γνωρίζω, κανείς δεν είχε επιδιώξει να τον παραγκωνίσει ή να τον αποκλείσει από την κοινωνική και πολιτική δράση. Μετά τη μεταπολίτευση, αλλά ακόμα και μετά το θάνατό του, συνέχισε να απολαύει τιμής και αναγνώρισης από όλους, και ιδίως από τις οργανωμένες και ανοργάνωτες δυνάμεις της ανανεωτικής αριστεράς –δηλαδή από αυτούς ακριβώς τους τότε νέους και νέες τους οποίους κατά τεκμήριο υπαινίσσονται οι στίχοι του.

Το ότι όμως κάποιος έγραψε απλώς ένα ποίημα για να εκφράσει τη συνθήκη της ανδρικής κλιμακτηρίου, από μόνο του δε θα ήταν πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι ότι εδώ ο ποιητής επιχειρεί να μεταφράσει τη δυσφορία και το άγχος απέναντι στη βιολογική ωρίμανση με ιδεολογικούς και πολιτικούς όρους. Και οι μόνοι όροι τους οποίους βρίσκει πρόχειρους για να το κάνει αυτό, είναι όλα τα κλισέ της αντιδραστικής κριτικής προς τη γενιά της αμφισβήτησης των δεκαετιών του 60 και του 70: οι αριστεροί (και οι αριστερές) δεν είναι «γνήσιοι» επαναστάτες αλλά απλοί «χίππηδες», «αμφισβητίες του καναπέ» όπως θα λέγαμε σήμερα, εξεγείρονται εκ του ασφαλούς, δεν ασχολούνται με τα «πραγματικά προβλήματα του τόπου» αλλά με ανώδυνες μουσικές και γκομενηλίκια …

Η ηθικολογική αυτή κριτική έχει γνωστή γενεαλογία. Πιθανότατα χρησιμοποιούνταν ήδη τότε από τη χούντα και τους απολογητές της. Λίγο αργότερα πάντως τη χρησιμοποίησε π.χ. ο Νίκος Πορτοκάλογλου για να μας κοινοποιήσει πόσο τον ενοχλούσε η «γενιά της μεταπολίτευσης» και οι «αντάρτες της πορδής με τα λεφτά του μπαμπά» που αυτή περιλάμβανε. Τα ίδια αυτά κλισέ βλέπουμε σήμερα, κάθε φορά που οργανώνεται κάποιο Pride, να βγαίνουν βόλτα από διαφόρους παπάδες και άλλους θεματοφύλακες της ορθοδοξίας, χριστιανικής ή μαρξιστικής.

Τα θέματα αυτά έχουν γνωρίσει μόνο αντιδραστικές χρήσεις. Προσωπικά δεν γνωρίζω ούτε ένα ιστορικό παράδειγμα «αυθεντικού» επαναστατικού, μετασχηματιστικού ή όπως αλλιώς θέλουμε να το πούμε κινήματος το οποίο να αναπτύχθηκε λοιδορώντας και αμφισβητώντας τη γνησιότητα των πεποιθήσεων άλλων. Όποιος ενσπείρει καχυποψία και αμφιβολίες για την ειλικρίνεια των κινήτρων, θα πρέπει να αναμένει ότι με την ίδια καχυποψία θα αντιμετωπίσουν όλοι και τα κίνητρα του δικού του εγχειρήματος, αν και όταν εμφανίσει κάποια στιγμή κάποιο. (Κάτι πάντως που εν προκειμένω δεν συνέβη καν).

Το χειρότερο όμως είναι ότι, επιπλέον των αντιδραστικών αυτών επιχειρημάτων, ο Aναγνωστάκης δεν διστάζει να καταφύγει και σε μία ευρωκεντρική υπεράσπιση, ούτε λίγο ούτε πολύ, της λευκότητας! Πράγματι, σε ένα σημείο το ποίημα επιδεικνύει με απίστευτη αφέλεια έναν αποικιοκρατικό ευρωκεντρισμό που φτάνει στα όρια του ρατσισμού. Ο μπαρουτοκαπνισμένος ποιητής χλευάζει τους νεαρούς ακτιβιστές επειδή ενδιαφέρονται

 

για τα παιδάκια που πεθαίνουν σ’ άλλην ήπειρο

για ήρωες που σκοτώθηκαν σ’ άλλα χρόνια,

για επαναστάτες Μαύρους, Πράσινους, Κιτρινωπούς

 

Για να μην είναι λοιπόν ύποπτοι ότι θέλουν να «γεράσουν προώρως» τον Αναγνωστάκη και την τραυματισμένη αρρενωπότητά του, οι νέοι και οι νέες στους οποίους κουνάει το δάχτυλο θα πρέπει να ενδιαφέρονται: α) για όσα γίνονται μόνο σε αυτήν εδώ την ήπειρο, όχι σε άλλες, β) για ήρωες που σκοτώθηκαν μόνο το 1970, όχι άλλα χρόνια, γ) για επαναστάτες λευκούς μόνο, όχι άλλων παρδαλών και κατώτερων χρωμάτων. Να μην είναι ροζ αριστεροί, όπως θα λέγαμε σήμερα.

Με τη χρονική απόσταση, μπορούμε χωρίς την παραμικρή αμφιβολία να πούμε ότι αυτή η αφ’ υψηλού ειρωνεία του ποιήματος δεν δικαιώθηκε ούτε αισθητικά, ούτε πολιτικά. Τρία χρόνια αργότερα, οι ίδιοι αυτοί πολύχρωμοι νέοι και νέες που γελοιοποιούσε μνησίκακα ο ποιητής, έθεσαν σε αποστρατεία, όχι βέβαια τον ίδιο ως άτομο ή έστω ως πολιτικό πρόσωπο, αλλά πάντως σίγουρα τον επαρχιωτισμό και τον απομονωτισμό που δοξολογεί σε αυτό το συγκεκριμένο ποίημα· ακολουθώντας το δίδαγμα ακριβώς των μαύρων, πράσινων, κιτρινωπών επαναστατών, υιοθετώντας ρεπερτόρια κινηματικής δράσης (και) από άλλες ηπείρους, παρήγαγαν τεκτονικά πολιτικά αποτελέσματα τα οποία υπονόμευσαν τη χούντα και μετασχημάτισαν την ελληνική κοινωνία για πολλά χρόνια μετά απ’ αυτήν, μέχρι και σήμερα, με τρόπους που κανείς μονόχρωμος επαναστάτης δεν είδε ούτε στο όνειρό του.

ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ 2Η ΜΕΡΑ

Νέοι της Σιδώνος στο Πολυτεχνείο το 1973, ενώ τραγουδάνε για κίτρινους επαναστάτες σε άλλες ηπείρους

 

Τον περασμένο Οκτώβριο, μου ζητήθηκε από τον Κώστα Δουζίνα και τον Χρήστο Κανελλόπουλο να γίνω συνεργάτης της νέας προσπάθειας των «Ενθεμάτων», να αναφέρεται το όνομά μου στο έντυπο μεταξύ μιας ομάδας συνεργατών και να αποστέλλω άρθρα προς δημοσίευση. Εγώ δέχθηκα και σύντομα μετά υπέβαλλα δύο κείμενα. Το πρώτο πράγματι δημοσιεύθηκε χθες· αυτό εδώ όμως ενημερώθηκα σήμερα ότι προσέκρουσε στην άρνηση ορισμένων μελών της συντακτικής ομάδας -δεν γνωρίζω ποίων ακριβώς- και έτσι απορρίφθηκε.

Αυτό ήταν φυσικά και το τέλος της σύντομης συνεργασίας μου με την εφημερίδα, από την οποία ήμουν διαχρονικά κομμένος υπό όλες τις μέχρι τώρα διευθύνσεις αλλά είχα ελπίσει ότι κάποιες δυσανεξίες θα είχαν πλέον υποχωρήσει. Ματαίως, όπως αποδείχθηκε.

 




via http://ift.tt/2AbuZ5N

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.