Το τελευταίο σημείωμα του Ναπολέοντα Σουκατζίδη

Πήγα και είδα την ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Το τελευταίο σημείωμα» που έχει θέμα της την εκτέλεση των διακοσίων κομμουνιστών στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του 1944, και ειδικότερα την ηρωική μορφή του Ναπολέοντα Σουκατζίδη. Τυχερό ήταν που βρέθηκα στην Ελλάδα αμέσως μετα την κυκλοφορία της ταινίας, που είχε ήδη συζητηθεί αρκετά στα μεσα κοινωνικής δικτύωσης, ακόμα και πριν από την επίσημη κυκλοφορία της.

Τα ιστορικά γεγονότα είναι γνωστά. Στις 27 Απριλίου, αντάρτες του ΕΛΑΣ σκότωσαν στους Μολάους της Λακωνίας, ύστερα απο ενέδρα, τον υποστράτηγο Φραντς Κρεχ και τρία μέλη της συνοδείας του. Η απάντηση των Γερμανών δημοσιεύτηκε τη Δευτέρα 30.4.1944 στον κατοχικό τύπο:

Προσέξτε ότι οι Γερμανοί μιλούν ρητά για κομμουνιστές, τόσο για τους δράστες της «άνανδρης» επίθεσης όσο και για εκείνους που πρόκειται να εκτελεστούν ή που ήδη είχαν εκτελεσθεί, «υπό την εντύπωσιν του κακουργήματος» από Έλληνες εθελοντές (διάβαζε: ταγματασφαλίτες) οι οποίοι «εφόνευσαν αυτοβούλως 100 άλλους κομμουνιστάς», που κι αυτοί κρατούμενοι θα ήταν.

Οι 200 της Καισαριανής και οι άλλοι 100 εκτελέστηκαν επειδή ήταν κομμουνιστές. Αντίθετα, όσοι άτυχοι κάτοικοι της περιοχής βρήκαν τον θάνατο επειδή τους συνάντησαν τα γερμανικά στρατεύματα στα χωράφια καθώς επέστρεφαν στη Σπάρτη, διαχωρίζονται ρητά στην ανακοίνωση των Γερμανών.

Από τους 200 της Καισαριανής ξεχωρίζει, όσο κι αν δεν θα το ήθελε ο ίδιος, η μορφή του Ναπολέοντα Σουκατζίδη. Ο Σουκατζίδης, γεννημένος στην Προύσα, πρόσφυγας στην Κρήτη, ως γερμανομαθής, εκτελούσε χρέη διερμηνέα στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου, και διάβασε το όνομά του στον κατάλογο των διακοσίων που επρόκειτο να πάνε για εκτέλεση -ήταν ο αριθμός 167. Όταν ο Γερμανός διοικητής τον διάταξε να βγει από τις γραμμές των μελλοθάνατων εκείνος αρνήθηκε αν επρόκειτο να μπει κάποιος άλλος στη θέση του. Και εκτελέστηκε.

Η ταινία του Βούλγαρη εστιάζεται στη μορφή του Ν. Σουκατζίδη (Αντρέας Κωνσταντίνου) και στην περίπλοκη σχέση του με τον διοικητή του στρατοπέδου, τον λοχαγό Καρλ Φίσερ, που τον υποδύεται ο καταπληκτικός Γερμανός ηθοποιός André Henicke. Ο Κωνσταντίνου είναι απόλυτα πειστικός με το καθαρό του πρόσωπο. Ο Χένιτσκε έχει να δώσει πολύπλοκα συναισθήματα και τα καταφέρνει πολύ καλά: είναι μορφωμένος, δικηγόρος γαρ, καλλιεργημένος, θαυμαστής φυσικά της Ελλάδας και του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, λάτρης του ελληνικού τοπίου με το φως και τα βουνά του. Και βέβαια είναι ένα κτήνος που βασανίζει κρατουμένους και σκοτώνει και με τα χέρια του αν χρειαστεί, που στέλνει κόσμο στον θάνατο χωρίς να το σκεφτεί. Ως εδώ έχουμε το επιβεβαιωμένο από τη ζωή στερεότυπο πολλων αξιωματικών των Ναζί. Όμως η Ιωάννα Καρυστιάνη δίνει μεγαλύτερο βάθος στον χαρακτήρα εκμεταλλευομενη την παράξενη, ίσως ομοφυλοφιλική, συμπάθεια που νιώθει ο Φίσερ προς τον Σουκατζίδη, επειδή του θυμίζει έναν σύντροφό του στα Ες Ες -τον μοναδικό του φίλο, που τον εκτέλεσε ο ίδιος επειδή έκρυψε έναν Εβραίο. Αλλά πολύ πειστικά βλέπουμε ότι ο Φίσερ, επειδή είναι ναζιστής, δεν μπορεί να γινει ανθρώπινος ακόμα κι όταν νιώθει τον πειρασμό να κάνει μια καλή πράξη. (Πέρα από τη σκηνή όπου προσφέρει στον Σουκατζίδη την ευκαιρία να ζήσει, στο τέλος, πιο χαρακτηριστική βρήκα μια σκηνή οπου ο Φίσερ επιβλέπει μια ομάδα κρατουμένους που υποβάλλονται σε βασανιστικό καψόνι στην αυλή του στρατοπέδου· φωνάζει κοντά του τον Σουκατζίδη, για να τον απαλλάξει από το βασανιστήριο· συζητούν· όταν όμως ο Σουκατζίδης του εκφράσει θαρρετά τη γνώμη του, τον σωριάζει κάτω με χτυπήματα του μαστιγίου του και τον κλείνει στην απομόνωση).

Αυτή είναι νομίζω η μεγαλύτερη προσφορά της ταινίας, πολύτιμη σήμερα που ο φασισμός και ο αναθεωρητισμός της ιστορίας προσπαθούν να μας πείσουν ότι ο ναζισμός και ο κομμουνισμός ήταν οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος και όπου η Χρυσή Αυγή, εκμεταλλευόμενη ακριβώς το ξέπλυμα που της έκαναν προβεβλημένοι «ιστορικοί», πήρε την τρίτη θεση στις τελευταίες εκλογές.

Η ταινία είναι πολύ καλή και σας συνιστώ να τη δείτε. Επειδή δεν είμαι σινεφίλ δεν θα σταθώ στις επιμέρους τεχνικές αρετές της, στην αρτιότητά της ή στις ερμηνείες. Μπορώ όμως να πω μερικά πράγματα για το σενάριο. Επειδή έχουμε ταινία μυθοπλασίας, έστω και ιστορική, δεν ζητάμε από τους συντελεστες απόλυτη ιστορική ακρίβεια. Σε κάποια σημεία το σενάριο παίρνει ελευθερίες.

Πάντως, τα φρικτά βασανιστήρια, που γίνονταν κάθε μέρα στο Χαϊδάρι και τα δειχνει παραστατικά η ταινία, δεν είναι καθόλου σεναριακή υπερβολή. Το Χαϊδάρι ήταν στρατόπεδο των Ες Ες και από τις άφθονες μαρτυρίες που υπάρχουν φαίνεται πως γίνονταν και αυτά και χειρότερα βασανιστήρια.

Μια σεναριακή ελευθερία ίσως είναι οι πολύωρες ανακρίσεις στις οποίες υποβάλλονταν κρατούμενοι, από τον διοικητή Φίσερ προσωπικά, για να αποκαλύψουν ονόματα συνεργατών. Ο Σουκατζίδης, ως διερμηνέας, εμφανίζεται να είναι παρών στις ανακρίσεις, υποχρεωμένος να μεταφράζει και τις απαντήσεις όσων λύγιζαν. Δεν ξέρω αν όλα αυτα είναι γεγονότα ή σεναριακό εύρημα. Με το φτωχό το μυαλό μου, σκέφτομαι πως οι ανακρίσεις αυτές κανονικά θα γίνονταν στη Μέρλιν, και μετά όσοι κρίνονταν ένοχοι θα στέλνονταν στο Χαϊδάρι. Μπορεί όμως να πέφτω έξω, θα μου το πείτε στα σχόλια.

Πάντως, αν είναι εύρημα είναι πολύ χρήσιμο για την εξέλιξη της ταινίας -δείχνει το μαρτύριο του Σουκατζίδη, που, κάπως σαν πράκτορας στα μετόπισθεν του εχθρού, φέρνει πολύτιμες πληροφορίες στην καθοδήγηση των κρατουμένων, αλλά ταυτόχρονα είναι εκτεθειμένος στην κακόπιστη κριτική συγκρατούμενών του, που του καταλογίζουν ότι χάρη στις δικές του υπηρεσίες διερμηνείας έχουν σπάσει τόσοι κρατούμενοι και έχουν προβεί σε αποκαλύψεις -ή ότι απλώς ως διερμηνέας περνάει λιγότερο άσχημα.

Ένα άλλο συγκινητικό σεναριακό εύρημα ειναι ότι ανάμεσα στους κρατούμενους βλέπουμε και τον Νίκο Γλέζο, τον αδελφό του αειθαλή μας ήρωα Μανώλη Γλέζου, ο οποίος πράγματι βρισκόταν στο Χαϊδάρι μαζί με τους 200 και εκτελέστηκε λίγες μέρες μετά. Η Καρυστιάνη τον βάζει να παρακαλάει τον Σουκατζίδη να δει αν μπορεί να εκτελεστεί κι αυτός μαζί τους επειδή δεν θέλει να πεθάνει μόνος.

Η ταινία κατηγορήθηκε ότι αποσιωπά ότι οι 200 ήταν κομμουνιστές και κάνει λόγο γενικώς για Έλληνες πατριώτες κι όχι για κομμουνιστές. Εν μέρει αυτό ισχύει.

Η λέξη που αρχίζει από κάπα ακούγεται τρεις φορές μόνο σε όλη την ταινία, αλλά σε καίρια σημεία. Όταν ο Φίσερ διαβάζει τον φάκελο του Σουκατζίδη, λέει «κομμουνιστής και συνδικαλιστής».

Στη συνέχεια, καθώς οι Γερμανοί αξιωματικοί συζητούν στα λουτρά, αναφέρουν ότι θα εκτελεσουν «200 Kommunisten» -και το ακούει ένας κρατούμενος που ξέρει γερμανικά κι έτσι πληροφορούνται οι μελλοθάνατοι τι τους περιμένει.

Τέλος, την ώρα της εκτέλεσης, ο ηλικιωμένος καθοδηγητής με την τελευταία του πνοή λέει «Κομμουνιστής ως τον θάνατο» (ενώ ένας άλλος φωνάζει «Για τη λευτεριά και τη λαϊκή επανάσταση»).

Ωστόσο, ο θεατής που ξέρει πέντε πράγματα από ιστορία, θα καταλάβει από την πρώτη στιγμή ότι μέσα στο στρατόπεδο υπάρχει οργάνωση, με συνωμοτικούς κανόνες, ότι αυτοί οι κρατούμενοι δεν είναι απλοί πατριώτες αλλά τους δένουν αόρατα νήματα. Παρουσιάζεται οργανωμένος παράνομος μηχανισμός με απλά αλλά ευφυή τεχνάσματα όπως το κούφιο καρύδι που μπαίνει στο καρβέλι του ψωμιού και περιέχει σημείωμα με τα νέα από τον απέξω κόσμο. Ακούγονται χαρακτηριστικές φράσεις όπως «αν έχεις κάτι με μένα, τράβα πέστα στην καθοδήγηση». Ο Σουκατζίδης παρουσιάζεται, οπως και ήταν, ενταγμένος στην οργάνωση των φυλακισμένων -κι όταν απορρίπτει την πρόταση του Φίσερ δηλώνει ότι «θα κείτομαι με τους συντρόφους μου».

Ωστόσο, και εδώ έχουν δίκιο οι επικριτές, στην ανάγνωση της διαταγής για την εκτέλεση των 200, που πάντως δεν είναι ακριβώς ίδια με το κείμενο που παρέθεσα πιο πάνω, δεν γίνεται λόγος για «τυφεκισμό 200 κομμουνιστών» αλλά για 200 Έλληνες.

Εδώ υπάρχει διαστρέβλωση της ιστορικής πραγματικότητας -ίσως όχι καίρια, αλλά και όχι αμελητέα. Αξίζει να σημειωθεί πως οι 200 της Καισαριανής είναι προπατορικό αμάρτημα της τεταρταυγουστιανής δικτατορίας. Όλοι σχεδόν ήταν κρατούμενοι από το 1936, η κήρυξη του πολέμου είχε βρει τους περισσότερους στην Ακροναυπλία και μερικούς στην Ανάφη, ζήτησαν να σταλούν στην Αλβανία και το αίτημά τους απορρίφθηκε, και όταν ήρθε η συνθηκολόγηση το προδοτικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου τούς παρέδωσε στους Γερμανούς αντί να τους αφήσει να φύγουν.

Αυτό παρουσιάζεται στην ταινία, σε ένα σημείο που ο Σουκατζίδης φωνάζει «Άδικο είναι που ο Μεταξάς μάς παράδωσε στους Γερμανούς», επειδή όμως έρχεται σε κάπως ξεκάρφωτο σημείο δεν θα εντυπωθεί σε όλους τους θεατές παρά μόνο σε όσους ήδη ξέρουν τι έχει συμβεί.

Ωστόσο, όπως επισήμανε σε σημείωμα του ο φίλος ιστορικός Γιώργος Πετρόπουλος, με το να γίνεται λόγος για «Έλληνες» και όχι για «κομμουνιστές» αθωώνεται η Ασφάλεια η οποία έδωσε στοιχεία στους Γερμανούς κατακτητές για το ποιοι ήταν κομμουνιστές στο Χαϊδάρι. Λέει ο Γ.Π.: «Μόνο η Ασφάλεια και οι αρχές δίωξης του κομμουνισμού είχαν φακέλους με τα πολιτικά φρονήματα των κρατουμένων. Και στο Χαϊδάρι δεν κρατούνταν μόνο κομμουνιστές αλλά και μαυραγορίτες και ποινικοί, ακόμη και συνεργάτες των αρχών κατοχής τους οποίους, για κάποιο λόγο, οι κατακτητές έπαψαν να τους εμπιστεύονται και τους φυλάκισαν. Αν οι Γερμανοί ήθελαν να εκτελέσουν γενικά Έλληνες και όχι κομμουνιστές θα τους έπιαναν από το δρόμο, στην Πλατεία Συντάγματος ή στην Ομόνοια. Δεν θα πήγαιναν στο Χαϊδάρι».

Κι έπειτα, οι 100 που εκτελέστηκαν από «αγανακτισμενους Έλληνες» τι ήταν; Έλληνες ή κομμουνιστές; Η ταινία θεωρεί καλό να μην τους αναφέρει καθόλου -ενώ δείχνει, και πολύ παραστατικά, τους φόνους χωρικών στο δρόμο Σπάρτη-Μολάοι.

Με δυο λόγια, η εθνική ομοψυχία, ας πούμε, επέβαλλε να μην υπερτονιστεί η ιδεολογία των εκτελεσμένων (και η οργανωτική τους ένταξη, αν και δεν ήταν όλοι μέλη του ΚΚΕ, υπήρχαν και 13 τροτσκιστές ή αρχειομαρξιστές). Είναι ίσως αναγκαίος συμβιβασμός, όταν έχεις συμπαραγωγούς την Κοσμοτέ και διάφορες άλλες εταιρείες.

Πάντως, πέρα από αυτό το ψεγάδι, πρόκειται για μια αντιφασιστική ταινία που πρέπει να δείτε και που αναδεικνύει μια από τις αυθεντικότερες ηρωικές μορφές της Εθνικής Αντίστασης, που το επίσημο κράτος την έχει αγνοήσει, την ίδια στιγμή που ακόμα και επίσημοι φορείς τιμούν τη μνήμη ενός ανύπαρκτου, κατασκευασμένου ήρωα, του Κων. Κουκκίδη, του εύζωνα που δήθεν έπεσε από την Ακρόπολη τη μέρα που μπήκαν στην Αθήνα οι Γερμανοί. Αλλά βέβαια, όπως έχω ξαναγράψει, όταν οι απόντες, οι δοσίλογοι και οι μαυραγορίτες έγιναν υπουργοί και πρωθυπουργοί δεν θα μπορούσαν να έχουν για ήρωα τον Σουκατζίδη –την ίδια ώρα που έστηναν στον τοίχο όσους συντρόφους του δεν πρόλαβαν να ξεκάνουν οι Γερμανοί. Οπότε, καλύτερα ο Κουκίδης που είναι και ανύπαρκτος.

Γι αυτό και ειναι πολύτιμη η ταινία του Βούλγαρη, πέρα από την αισθητική απόλαυση που προσφέρει. Κι επειδή το χούι βγαίνει τελευταίο, να μου επιτραπεί να κάνω δυο μίζερες παρατηρήσεις

  • Στην αρχή της ταινίας, ο Γερμανός επιπλήττει (στα γερμανικά) τον Σουκατζίδη ότι παρέβη τους κανόνες του στρατοπέδου. Και ο υπότιτλος γράφει: Τις προάλλες τους παρενέβης πάλιν. «Παρενέβης» ειναι του παρεμβαίνω, το παραβαίνω θέλει «παρέβης».
  • Στην ανάγνωση των ονομάτων υπάρχει πρόβλημα με την αλφαβητική σειρά. Στην εκφώνηση, προηγείται ο Στάθης και ακολουθεί ο Σουκατζίδης, ενώ στην αναγραφή των ονομάτων μαζί με τους τίτλους του τέλους (που ήταν οφειλόμενος φόρος τιμής) προηγούνται τα ονόματα των Σοφών (τρεις αδελφοί) και ακολουθεί ο Σουκατζίδης. Εκτός αν δεν είδα καλά επειδή ο αιθουσάρχης είχε ανάψει τα φώτα.

 




via http://ift.tt/2iSF3KB

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.