Γλυκά πορτοκάλια, πικρά νεράντζια ξανά

Μέρα γιορτής εχτές, πού καιρός και μυαλό για άρθρο. Μοιραία, ξανασερβίρω παλιότερο άρθρο, αρκετά παλιό (εξίμισι χρόνια) ώστε κάποιοι να μην το έχουν διαβάσει. Και επειδή πριν από καμιά εικοσαριά μέρες είχαμε αναδημοσίευση του άρθρου για τα λεμόνια, τώρα αναδημοσιεύω το άρθρο για τα πορτοκάλια -αλλά όχι από την αρχική του δημοσίευση στο ιστολόγιο, παρά από το αντίστοιχο κεφάλαιο του βιβλίου μου Οπωροφόρες λέξεις, που είναι αρκετά διαφορετικό.

Από τα εσπεριδοειδή, ξεχωρίζει ένα –το πορτοκάλι– που όμως θα το εξετάσουμε όχι μόνο του, παρά μαζί με έναν φτωχό του συγγενή· και τούτο επειδή οι ιστορίες τους και τα γλωσσικά τους έχουν μπλέξει τόσο που να μην είναι εύκολο να διηγηθείς το ένα χωρίς να πεις για το άλλο.

Και τα δυο πάντως είναι φρούτα γηγενή της Ασίας, από την Ινδία το νεράντζι και από την Κίνα το πορτοκάλι. Οι αρχαίοι Έλληνες δεν τα ήξεραν· απ’ όλα τα εσπεριδοειδή, μόνο το κίτρο έμαθαν, κι αυτό μόνο στην ελληνιστική εποχή.

Ο φτωχός συγγενής, το νεράντζι, ήρθε πρώτος. Στα ινδικά λεγόταν κάτι σαν ναράνγκα, nāraṅga, στα περσικά ναράνγκ (نارنگ, nārang), στα αραβικά ναράντζ (نارنج, nāranj). Γύρω στον ένατο-δέκατο αιώνα έχει φτάσει στην Μέση Ανατολή και στο Βυζάντιο, οι Σταυροφόροι το βρίσκουν στην Παλαιστίνη, ενώ οι Άραβες το μεταφέρουν στη Σικελία. Στα ελληνικά της εποχής, το ναράντζ αυτό περνάει ως «νεράντζι», ίσως με παρετυμολογική επίδραση του νερού. Στα ισπανικά, περνάει ως naranja, στα ιταλικά narancia και στην Τοσκάνη narancio. Από τη συνεκφορά un narancio το αρχικό n- χάνεται (αυτό το φαινόμενο δεν είναι καθόλου σπάνιο) κι έτσι γίνεται arancio και arancia, και το βρίσκει κανείς και mela arancia (το μήλο είπαμε πως συχνά είναι γενική ονομασία για κάθε οπωρικό) και περνάει και δάνειο στα γαλλικά, orenge (σήμερα orange) και pome orenge, απ’ όπου το παίρνουν και οι Άγγλοι, orange. Αυτά, το νεράντζι, που βέβαια ούτε τότε το τρώγαν, μόνο το χρησιμοποιούσαν ως είδος φαρμακευτικό ή για διακόσμηση ή για γλυκά.

Ο άρχοντας, το πορτοκάλι, ήρθε δεύτερος, κάμποσους αιώνες αργότερα, και όχι από την Ανατολή παρά από τη Δύση. Έμποροι Πορτογάλοι, την εποχή της θαλασσοκρατορίας, αφού παρέκαμψαν το ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας και πιάσαν εμπορικές σχέσεις με την Ινδία και την Κίνα, έφεραν το πορτοκάλι στην Ευρώπη. Αυτό το καινούργιο φρούτο, το τόσο όμοιο εξωτερικά με το νεράντζι, το είπαν οι Ιταλοί arancio de Portogallo, πορτογαλέζικο νεράντζι σαν να λέμε, και μετά σκέτο portogallo, πληθυντικός portogalli, απ’ όπου έγινε το ελληνικό πορτοκάλι, μέσα στην Τουρκοκρατία, το βουλγάρικο πορτοκάλ, το αλβανικό παρόμοιο, το τούρκικο portakal, ακόμα και το αραβικό al-burtuqal. Αναμενόμενο, αλλά ειρωνικό, είναι ότι στην ίδια την Πορτογαλία το πορτοκάλι λέγεται αλλιώς, laranja.

Όπως είδαμε, στις νότιες χώρες, όπου το νεράντζι υπήρχε και καλλιεργιόταν, τα δυο φρούτα ακολούθησαν το καθένα τον δικό του γλωσσικό δρόμο. Ωστόσο, στις μεγάλες γλώσσες της Ευρώπης, ο πλούσιος νεοφερμένος έδιωξε τον ταπεινό προκάτοχό του. Στα γαλλικά, στα αγγλικά, στα ιταλικά και στα ισπανικά το πορτοκάλι σφετερίστηκε την ονομασία του νεραντζιού, δηλαδή το υποκατέστησε· πράγματι, το νεράντζι σήμερα στα αγγλικά λέγεται bitter orange, πικρό πορτοκάλι, ενώ στα γαλλικά bigarade.

Πότε ακριβώς έφτασε το πορτοκάλι στα μέρη μας, δεν το ξέρουμε. Πάντως φαίνεται πως οι Βυζαντινοί δεν το πρόλαβαν, ήρθε λίγες δεκαετίες μετά την Άλωση. Μόλις όμως ήρθε, ευδοκίμησε· οι Χιώτες και οι Κρητικοί έμποροι άρχισαν να εφοδιάζουν από τα 1570 περίπου την αγορά της Πόλης με χυμό λεμονιού και πορτοκαλιού σε βαρέλια. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι πορτοκάλια μπήκαν στην Ευρώπη και από τα ανατολικά, από τους Άραβες –αυτό δεν φαίνεται να είναι σωστό, επειδή κανείς Άραβας συγγραφέας δεν περιγράφει πορτοκαλιά πριν από τον 16ο αιώνα (ενώ περιγράφουν αναλυτικά την κιτριά ή τη λεμονιά ή τη νεραντζιά). Άλλωστε, αν είχαν καλλιεργηθεί στα μέρη τα δικά μας πορτοκάλια από τον 15ο αιώνα, θα είχαν ευδοκιμήσει και θα ήταν πασίγνωστα. (Πρέπει να σημειώσω ότι ο Andrew Dalby υποστηρίζει πως οι Βυζαντινοί ήξεραν τα πορτοκάλια, αλλά όλες οι αναφορές που έχουμε αφορούν ρητά τα νεράντζια).

Προς το παρόν, να πούμε δυο κουβέντες ακόμα για τον φτωχό συγγενή, το νεράντζι. Είπαμε πιο πάνω ότι οι Βυζαντινοί το ήξεραν, και μάλιστα στον Πωρικολόγο, την σάτιρα του 13ου-14ου αιώνα, υπάρχει, ανάμεσα στους άλλους αξιωματούχους, ο πρωτοβεστιάριος Νεράντζιος. Το νεράντζι και η νεραντζιά εμφανίζονται στα βυζαντινά αλχημικά έργα αλλά και σε ερωτικά μυθιστορήματα, και σε ένα από αυτά, το έμμετρο Φλώριος και Πλατζιαφλώρα, ο συγγραφέας χαρακτηρίζει την ηρωίδα με μια σειρά εξεζητημένα επίθετα, ως εξής: την δενδροηλιόμορφην, μαυροπλουμιστομάταν, την νεραντζοερωτοάκουστον, κρινοτριανταφυλλάτην, τραχηλομαρμαρόμνοστην, ροδοκοκκινοχείλαν, την συντυχογλυκόλαλον, ερωτοπαιδεμένην, προφανώς για το άρωμα της νεραντζιάς. Στον Ερωτόκριτο βρίσκουμε και τη λ. νερατζάτο, για το χρώμα που σήμερα λέμε πορτοκαλί. Ο ρηγόπουλος του Αναπλιού με νεραντζάτα κι αργυρά ρούχά ’τονε ντυμένος, νέος, εικοσιδυό χρονών, ομορφοκαμωμένος.

Η νεραντζιά καλλιεργήθηκε, με χρήσεις σε μαρμελάδες, γλυκά, αιθέρια έλαια και στη φαρμακευτική. Από το γνωστό δημοτικό «νεραντζούλα φουντωτή» καταλαβαίνουμε ότι τουλάχιστον στη Χίο πρέπει να υπήρχαν πολλές νεραντζιές εδώ και αιώνες. Τα νεράντζια στην Κύπρο ακόμα και σήμερα λέγονται κιτρόμηλα. Από κει και πέρα, ξέρουμε το νεραντζάκι γλυκό της θείας μας ή της μητέρας μας, τις νεραντζιές που είναι διακοσμητικό δέντρο σε πάμπολλους δρόμους και τα νεράντζια που πετούσαν ιδίως προδικτατορικά οι φοιτητές στους αστυνόμους. Νεραντζόκωλοι αποκαλούνται οι Αρτινοί από τους άλλους Ηπειρώτες –και ευρύτερα ίσως. Τέλος, έχουμε και τη η στάση Νεραντζιώτισσα του αθηναϊκού μετρό, από τον βυζαντινό ναό της Παναγίας της Οδηγήτριας ή Νεραντζιώτισσας που υπάρχει στην περιοχή· σε πολλές πινακίδες του μετρό, το Ν έχει χαθεί (γράφουν Νερατζιώτισσα δηλαδή), κακώς όμως.

Ας γυρίσουμε τώρα στον πλούσιο συγγενή, που ήρθε δεύτερος αλλά έγινε πρώτος. Το πορτοκάλι λοιπόν, που για πολλά χρόνια ήταν είδος πολυτελείας στην Ευρώπη, πανάκριβο δώρο, άξιο για βασιλόπουλα και αρχοντόπουλα. Οι εστεμμένοι της Δύσης είχαν στεγασμένους κήπους όπου καλλιεργούσαν αρχικά νεράντζια και μετά πορτοκάλια, τους λέγανε orangeries, ορανζερί. Άργησε να έρθει, αλλά όταν ήρθε ευδοκίμησε στα μέρη μας, όπως και σε όλη τη Μεσόγειο.

Είπαμε πιο πάνω ότι το πορτοκάλι σε πολλές γλώσσες της Δυτικής Ευρώπης, πήρε το όνομα του νεραντζιού, εκτοπίζοντάς το, από το 1515 και μετά. Κάπου εδώ μπαίνει στην εικόνα και μια πόλη της νότιας Γαλλίας, η Orange, που παλιότερα τη λέγαμε Οράγγη. Η Orange δεν έχει ετυμολογικά σχέση με τον καρπό, είτε το νεράντζι είτε το πορτοκάλι. Το όνομά της είναι παραφθορά της ρωμαϊκής της ονομασίας, Arausio (Αραυσίων στον Στράβωνα), που ήταν το όνομα μιας κελτικής θεότητας των νερών. Όμως η παρετυμολογική σύνδεση με τα εσπεριδοειδή έγινε πολύ γρήγορα από τους κατοίκους της πόλης, κι έτσι στον θυρεό της βλέπουμε τρεις πορτοκαλόχρωμους στρογγυλούς καρπούς, ίσως νεράντζια, ίσως πορτοκάλια. Κάποια στιγμή, το πριγκιπάτο της Οράγγης το κληρονόμησε ο Γουλιέλμος, που ως τότε ήταν κόμης του γερμανικού Νασάου και έγινε γνωστός ως πρίγκιπας της Οράγγης ή Γουλιέλμος της Οράγγης.

 

Ο Γουλιέλμος ο Σιωπηλός (1533-1584), όπως επίσης λεγόταν, ήταν ο αρχηγός της εξέγερσης των Ολλανδών κατά των Ισπανών που κατείχαν τις Κάτω Χώρες και ιδρυτής της δυναστείας Οράγγης-Νασάου, που είναι η σημερινή βασιλική δυναστεία της Ολλανδίας. Από την σύμπτωση του τοπωνυμίου Orange με το πορτοκάλι, το πορτοκαλί χρώμα έγινε το χρώμα της δυναστείας της Οράγγης, γι’ αυτό και σήμερα η εθνική Ολλανδίας παίζει με πορτοκαλόχρωμες εμφανίσεις και την αποκαλούμε «οράνιε» (oranje). Και από τους Ολλανδούς που αποίκισαν τη Νότια Αφρική, ονομάστηκε Orange (Οράγγης), προς τιμή της δυναστείας τους, ο μεγάλος ποταμός, και Ελεύθερο Κράτος της Οράγγης ένα από τα κρατίδια των Μπόερ που σήμερα είναι επαρχία της Νότιας Αφρικής.

Το άλλο ειρωνικό είναι ότι ενώ η Ολλανδία έχει τόσο μεγάλη σχέση με την Οράγγη και με το πορτοκαλί χρώμα, στα ολλανδικά το πορτοκάλι δεν λέγεται orange ή κάποια παραλλαγή του, αλλά sinaasappel, παναπεί κινέζικο μήλο. Σε άλλα ολλανδόφωνα μέρη λέγεται appelsien, απ’ όπου πέρασε και στη βόρεια Γερμανία ως Apfelsine και από εκεί ως δάνειο στα Ρώσικα, όπου τα πορτοκάλια λέγονται απελσίνι.

Μια ξεχωριστή ποικιλία πορτοκαλιών στην Ελλάδα είναι τα πορτοκάλια Μέρλιν, που οφείλουν το όνομά τους στον Σίδνεϊ Μέρλιν (1875-1952), ελληνοάγγλο γεωπόνο, ο οποίος, στο κτήμα του στην Κάτω Κορακιάνα της Κέρκυρας ανέπτυξε την ποικιλία ομφαλοφόρων πορτοκαλιών στην οποία έδωσε το όνομά του αλλά και έφερε από την Ιαπωνία και τα κουμκουάτ, που θα τα δούμε στο μεθεπόμενο κεφάλαιο. Ο Σίδνεϊ Μέρλιν ήταν εγγονός του Τσαρλς Ουίλιαμ Λουί Μέρλιν (1821-96), που εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα το 1839 ως γραμματέας του αγγλικού προξενείου και που ένας από τους γιους του έμεινε στην Ελλάδα. Η οδός Μέρλιν (το δρομάκι πάνω από τη λεωφόρο Ακαδημίας, μεταξύ Βασιλίσσης Σοφίας και Κανάρη), όπου βρίσκονταν στην Κατοχή το αρχηγείο και τα κρατητήρια της Γκεστάπο, ονομάστηκε έτσι επειδή χαράχτηκε για να χωρίσει κληρονομικά μερίδια οικοπέδου των Μέρλιν στο Κολωνάκι (για περισσότερα, δείτε το άρθρο του Νίκου Λίγγρη).

Το πορτοκάλι και το νεράντζι βρίσκονται σε πολλά δημοτικά τραγούδια, αλλά δεν έχουν μεγάλη παρουσία στη φρασεολογία μας, σε σύγκριση με άλλα φρούτα, ίσως επειδή ήρθαν κάπως αργά.  Υπάρχει βέβαια η παροιμία «Είναι κι αλλού πορτοκαλιές που κάνουν πορτοκάλια», δηλαδή κανείς δεν είναι αναντικατάστατος, είτε πρόκειται για ερωτικό σύντροφο είτε για προμηθευτή ή για ό,τι άλλο. Υπάρχουν και τα παιδικά παιχνίδια, με τη φράση «όταν σου λέω πορτοκάλι να βγαίνεις», που την έκαναν τραγούδι και οι Κατσιμιχαίοι, ενώ ο Ιάκωβος Καμπανέλλης έγραψε, κι ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποίησε στη Μαργαρίτα Μαγιοπούλα: «Είχα φυτέψει μια πορτοκαλιά που την εζήλευε όλη η γειτονιά».

Βέβαια, και την Ελλάδα τη λέμε, ειρωνικά συνήθως, «χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας». Η φράση αυτή προέρχεται πήρε από ένα παιδικό ποίημα του Άγγελου Βλάχου, με τίτλο «Η γη της Ελλάδος», που το πρώτο του εξάστιχο είναι:

Ξεύρεις την χώραν όπου ανθεί
φαιδρά πορτοκαλέα
και κοκκινίζει η σταφυλή
και θάλλει η ελαία;
Ω! δεν την αγνοεί κανείς
είναι η γη η Ελληνίς.

Το ποίημα μιλάει με θαυμασμό για την Ελλάδα, αλλά –ίσως εξαιτίας του «φαιδρά», που βέβαια ο Βλάχος το χρησιμοποίησε με τη σημασία «χαρωπή», αλλά σήμερα σημαίνει «αστεία, γελοία», π.χ. φαιδρό πρόσωπο– στην τρέχουσα χρήση χρησιμοποιείται ειρωνικά, για να θίξουμε τα σημεία και τέρατα, και ιδίως τα παράλογα, που συμβαίνουν στη χώρα μας· για παράδειγμα, «στη χώρ’ αυτή όπου ανθεί φαιδρά πορτοκαλέα, έγινε καθηγήτρια…» (όνομα δεν λέω).

Ο Βλάχος εμπνεύστηκε το ποίημα από την τότε πασίγνωστη Μινιόν, ένα τραγούδι του Γκέτε, που όμως είναι γραμμένο για την Ιταλία! (Ιταλίδα ήταν άλλωστε η ηρωίδα του):

Kennst du das Land, wo die Zitronen blühn,
Im dunklen Laub die Gold-Orangen glühn,
Ein sanfter Wind vom blauen Himmel weht,
Die Myrte still und hoch der Lorbeer steht,

Αν βάλουμε αντικριστά τα δυο ποιήματα, θα δούμε ότι ο Βλάχος δεν μεταφράζει τον Γκέτε, ο οποίος μιλάει για λεμονιές, για αεράκια και γαλάζιο ουρανό, για μυρτιά και για δάφνη· ο Βλάχος απλώς εμπνέεται από το ποίημα, παραφράζοντας το πρώτο δίστιχο και μετά τραβάει άλλους δρόμους. Ωστόσο, όσο φαιδρή κι αν είναι η πορτοκαλιά, κάπου αφήνει χώρο στη θλίψη. Θα κλείσω, όπως και στο άρθρο των λεμονιών, με μια χαμηλή νότα, την Πορτοκαλιά του Μίλτου Σαχτούρη:

Τι θλιβερός χειμώνας, Θε μου! Τι θλιβερός χειμώνας! Ένα πορτοκαλί μεσοφόρι κρέμεται, ένα ροζ ξεσκονόπανο και βρέχει. Ένας γέρος κοιτάζει μέσ’ απ’ το τζάμι. Ένα ξερό δέντρο, ένα φως αναμμένο χρώμα πορτοκαλιού. Ένα δέντρο με πορτοκάλια πιο πέρα. Και το κορίτσι αναποδογυρισμένο και το φλιτζάνι σπασμένο κι όλοι Θε μου, να κλαίνε να κλαίνε.
Κι ύστερα χρήματα χρήματα χρήματα πολλά.
Τι θλιβερός χειμώνας, Θε μου! Τι θλιβερός χειμώνας, Θε μου!
Τι θλιβερός χειμώνας.

 




via http://ift.tt/2hzXe41

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.