Ποια ελληνική λέξη αρχίζει από στλ-;

Όχι, δεν πρόκειται για κουίζ. Λίγες γραμμές πιο κάτω μπορείτε να βρείτε την απάντηση στην ερώτηση του τίτλου. Και δεν το έβαλα σε κουίζ επειδή δεν θα άντεχε πάνω από λίγα λεπτά, αφού η απάντηση είναι αρκετά γνωστή.

Νόμιζα μάλιστα πως η απάντηση είναι πασίγνωστη, αλλά πριν από καμιά δεκαπενταριά μέρες, σε μια συζήτηση στο Φέισμπουκ, ένας καλός φίλος, μεγαλύτερος από μένα και με έφεση στα γλωσσικά, παραδέχτηκε πως μόλις τότε έμαθε τη λέξη για την οποία σας λέω -κι έτσι μου έδωσε την ιδέα για το σημερινό άρθρο.

Αλλά παρόλο που θα αποκαλύψω παρακάτω τη σωστήν απάντηση, δεν βλάφτει να ντύσω την ερώτηση με τον μανδύα του κουίζ και να σας δώσω μερικές πληροφορίες ακόμα, σε περίπτωση που θέλετε να τη βρείτε μόνοι σας.

Λοιπόν, η λέξη που αναζητούμε είναι λέξη των αρχαίων ελληνικών, αλλά την καταγράφουν και τα σύγχρονα λεξικά. Περιγράφει ένα αντικείμενο που ήταν σε καθημερινή χρήση στην αρχαιότητα. Σήμερα δεν χρησιμοποιείται, τουλάχιστον σε αυτή τη μορφή.

Πρόκειται για τη μοναδική ελληνική λέξη που αρχίζει από το συμφωνικό σύμπλεγμα στλ-, αν εξαιρέσουμε βέβαια τα σύνθετα και τα παράγωγά της. Ίσως είναι περίεργο, αλλά ενώ από το «αντίστοιχο» σύμπλεγμα, με το άλλο υγρό σύμφωνο της γλώσσας μας, το στρ- αρχίζουν τόσες και τόσες λέξεις, από το στλ- έχουμε μόνο αυτήν. Αλλά και από σκλ- ή σπλ- έχουμε περισσότερες από μία λέξεις.

Αν δεν την ξέρετε, προσπαθήστε να τη βρείτε. Δεν γίνονται δεκτές λέξεις όπως στλαβός, στληρός ή στλατός!

Αλλιώς, πατήστε να προχωρήσουμε πιο πέρα και να το πάρει το ποτάμι.

Λοιπόν, η απάντηση στο ερώτημα του τίτλου, η μοναδική ελληνική λέξη που αρχίζει από στλ-, είναι το αντικείμενο που βλέπετε αριστερά (τη φωτογραφία την πήρα από τη Βικιπαίδεια).

Είναι μια στλεγγίδα.

Η στλεγγίδα (στλεγγίς στα αρχαία) ήταν ένα είδος ξέστρου, ενα εργαλείο με το οποίο καθάριζαν το σώμα τους οι αθλητές ύστερα από τους αγώνες.

Πριν αγωνιστούν, οι αθλητές αλείβονταν με λάδι. Καθώς ο αγωνιστικός χώρος ήταν στρωμένος με χώμα ή άμμο, το χώμα αυτό ανακατευόταν με το λάδι και με τον ιδρώτα τους, κι έκανε ένα πολύ κολλητικό χαρμάνι, οπότε χρησιμοποιούσαν το ξέστρο αυτό, τη στλεγγίδα, για να βγάλουν τα πολλά χώματα από πάνω τους πριν πάνε στο λουτρό.

Η στλεγγίδα ήταν χάλκινη, με σχετικά μακριά λαβή για να φτάνει στα διάφορα σημεία, και κατέληγε σε άκρο με κοίλωμα, κάπως σαν κουτάλι.

Όμως δεν τη χρησιμοποιούσαν μόνο οι αθλητές αλλά και οι υπόλοιποι πολίτες, ιδίως όταν πήγαιναν στο βαλανείο να πλυθούν. Ήταν δηλαδή κοινότατο αντικείμενο και μάλιστα συνηθιζόταν παροιμιωδώς να αναφέρεται η στλεγγίδα μαζί με τη λήκυθο, το μπουκάλι σα να λέμε, σαν παραδείγματα των τυπικών καθημερινών αντικειμένων που έχει κάποιος μαζί του («και στλεγγίδα και λήκυθον» σε δυο διαλόγους του Πλάτωνα). Μάλιστα, ο Πολυδεύκης στο Ονομαστικό του καταγράφει (επικριτικά) τη λέξη «στλεγγιδολήκυθος», που είναι ο δούλος που κουβαλούσε τη στλεγγίδα και τη λήκυθο του αφεντικού του στο βαλανείο. Τη στλεγγίδα τη λέγανε και ξύστρα οι αρχαίοι.

Μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο μέσος κάτοικος της πόλης είχε την ατομική του στλεγγίδα, που τη χρησιμοποιούσε είτε στο γυμνάσιο είτε στο βαλανείο. Ο Πλούταρχος στο «Περί δυσωπίας» διηγείται μιαν ωραία ατάκα του Θεόκριτου, ο οποίος πλενόταν στο βαλανείο και του ζήτησαν δυο άτομα να τους δανείσει τη στλεγγίδα του -ένας άγνωστός του, κι ένας πασίγνωστος κλέφτης. Οπότε, στον έναν απάντησε: «Δεν μπορώ, γιατί δεν σας ξέρω» και στον άλλον «Δεν γίνεται, γιατί σε ξέρω». (Στα αρχαία, βέβαια, η διατύπωση είναι πιο οικονομική: «σὲ μὲν οὐκ οἶδα σὲ δ’ οἶδα»).

Στην Κύρου Ανάβασι του Ξενοφώντα διαβάζουμε ότι μια φορά έκαναν αγώνες, εκεί στην ξενιτειά οι μισθοφόροι, και το έπαθλο ήταν χρυσές στλεγγίδες.

Στλεγγίδες βλέπουμε αρκετές στα μουσεία, δεν είναι σπάνιο έκθεμα. Στα λατινικά είναι strigilis, μάλλον ελληνικό δάνειο, απ’ όπου και το σημερινό αγγλικό strigil (strigile στα γαλλικά). Η ελληνική λέξη συναντιέται με πολλές παραλλαγές σε διάφορες πηγές, όπως στελγίς, στέλγγις, στλέγγις, στλέγγος, στεργίς, στρεγγίς. Κατ’ αναλογία, στλεγγίς ονομάστηκε ένα είδος τιάρας που φορούσαν οι γυναίκες σε κάποιες τελετές.

Ετυμολογία της λέξης δεν έχει δοθεί από τους σοβαρούς μελετητές που απλώς θεωρούν ότι πιθανώς (ή πιθανότατα) είναι δάνειο από κάποια ανατολική γλώσσα -ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν για αναγραμματιστές και λοιπούς παρετυμολόγους.

Είναι πάντως, όπως είπαμε, η μοναδική ελληνική λέξη που αρχίζει από στλ- Στο Λίντελ Σκοτ βρίσκουμε ακόμα τις λέξεις: στλεγγίδιον (υποκοριστικό), στλεγγιδολήκυθος (βλ. παραπάνω), στλεγγιδοποιός, στλεγγίζω, στλεγγίον, στλέγγισμα, στλέγγιστρον, στλέγγος. Ακόμα, στλεγγύς ήταν ένα είδος σταριού -αλλά νομίζω πως δεν μας εμποδίζει να θεωρούμε τη στλεγγίδα μοναδική λέξη από στλ-.

(Για να τα λέμε όλα, το TLG έχει επίσης καναδυό φορές τον τύπο «στλάβος», που είναι παραλλαγή του «σθλάβος», για το οποίο έχουμε παλιότερο άρθρο, ένα στλιξ που ειναι παραλλαγή του στριξ, έναν Στλιβίτση στον Πτωχοπρόδρομο και ένα στλούππι, τοπωνύμιο, στον Πτολεμαίο -ούτε αυτά χαλάνε τη γενικότητα).

Η στλεγγίδα ως λέξη υπάρχει στη σημερινή γλώσσα και λημματογραφείται σε όλα τα μεγάλα σύγχρονα λεξικά μας, παρόλο που το αντικείμενο έχει προ πολλού πάψει να χρησιμοποιείται. Κυρίως ακούγεται η στλεγγίδα στο λεξιλόγιο των αρχαιολόγων και στις περιγραφές των μουσείων, περίπου όπως ο αρύβαλλος ή οι σκύφοι. Στα λεξικά βρίσκω ότι χρησιμοποιηθηκε επίσης η στλεγγίδα ως λογιότερος τύπος για το ξυστρί του αλόγου -προσωπικά, δεν το έχω δει, αλλά βέβαια δεν το αποκλείω.

Αυτή λοιπόν είναι η μοναδική ελληνική λέξη που αρχίζει από στλ-.

 




via http://ift.tt/2mYsPBN

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.