Εκεί όπου και ο βασιλιάς πηγαίνει μόνος του

Σας προειδοποιώ πως το σημερινό άρθρο δεν έχει εύοσμο θέμα· έχει όμως μεγάλο λεξιλογικό ενδιαφέρον, και εκτός αυτού ήταν και επίκαιρο.

Επίκαιρο ήταν χτες, που έπεφτε Κυριακή, μέρα αφιερωμένη στη λογοτεχνία. Και η χτεσινή Κυριακή, 19 Νοεμβρίου, ήταν, ανάμεσα στ’ άλλα, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, Παγκόσμια Ημέρα Αποχωρητηρίου, World Toilet Day στα αγγλικά, όπως έχει ανακηρυχθεί πριν από μερικά χρόνια με απόφαση του ΟΗΕ.

Ομολογώ πως δεν ήξερα τιποτα για το θέμα, μέχρι που ένας φίλος με ρώτησε κάτι και, παρεμπιπτόντως, την ανέφερε. Την απορία του φίλου μου θα τη δείτε πιο κάτω, διότι έχει σχέση με το θέμα μας.

Γιατί να υπάρχει Παγκόσμια Ημέρα Αποχωρητηρίου, θα ρωτήσετε. Απλούστατα, επειδή πάρα πολλοί συνάνθρωποί μας, σε 2 δισεκατομμύρια υπολογίζονται, δεν έχουν πρόσβαση σε ικανοποιητικές εγκαταστάσεις υγιεινής, κι αυτή η έλλειψη στοιχίζει κάθε χρόνο πολλές χιλιάδες ανθρώπινες ζωές. Είναι λοιπόν θέμα ζωτικό, αλλά είναι και θέμα ποιότητας ζωής -οι πιο παλιοί θα έχουν προλάβει άλλωστε την εποχή όπου ακόμα και οικονομικά ευκατάστατες οικογένειες δεν είχαν τουαλέτα μέσα στο σπίτι τους -αλλά τα περιγράφει με τόση μαστοριά ο Μάριος Χάκκας στον Μπιντέ, που δεν είναι ανάγκη να πω περισσότερα.

Στο πολύ καλό βιβλίο Πιπέρι  στο στόμα!, που το έχουμε παρουσιάσει κι εδώ, και απο το οποίο θα πάρω αρκετό υλικό για το σημερινό άρθρο, η λέξη «αποχωρητήριο» χαρακτηρίζεται ευφημισμός. Μπορεί να πέφτω έξω, αλλά εμένα μαλλον για ορθοφημισμός μού φαίνεται, σύμφωνα με την ορολογία που ακολουθούν οι τρεις συγγραφίνες (πώς αλλιώς θα δείξω πως είναι γυναίκες;) του βιβλίου. Αλλά αυτό μικρή σημασία έχει.

Η λέξη αποχωρητήριο λοιπόν, πλάστηκε από τους λόγιους του 19ου αιώνα -ο Κουμανούδης την καταγράφει το 1888 στην εφημ. Εφημερίς. Κατά πάσα πιθανότητα όχι επειδή κάποιος αποχωρεί από μια ομήγυρη για να πάει στο μέρος εκείνο, αλλά διότι το αρχαίο «αποχωρώ» είχε και τη σημασία της ούρησης και της αφόδευσης, ενώ αποχωρήματα ήταν τα περιττώματα.

Οι αρχαίοι έλεγαν επίσης «αποπατώ», που διατηρήθηκε ή αναστήθηκε και χρησιμοποιείται και στις μέρες μας, όπως και ο «απόπατος», που επίσης είναι αρχαίο και λέγεται και σήμερα. Στους Αχαρνείς του Αριστοφάνη, οι πρόξενοι που είχαν πάει στην Περσία να συναντήσουν τον μεγάλο βασιλιά υποστηρίζουν ότι άργησαν τόσο επειδή ο βασιλιάς «εἰς ἀπόπατον ᾤχετο στρατιὰν λαβών, κἄχεζεν ὀκτὼ μῆνας ἐπὶ χρυσῶν ὀρῶν» -είχε πάει στον απόπατο με συνοδεία μια στρατιά κι επί οχτώ μήνες έχεζε σε χρυσά καθίκια μεγάλα σα βουνά.

Αρχαία λέξη είναι και το αφοδευτήριο, που επίσης αναστήθηκε στα νεότερα χρόνια και χρησιμοποιείται ιδίως στον πληθυντικό για δημόσιες εγκαταστάσεις (π.χ. στον στρατό).

Ωστόσο, οι παραπάνω λέξεις ελάχιστα χρησιμοποιούνται στην καθημερινότητά μας. Η κοινότερη λέξη για το αποχωρητήριο, που χρησιμοποιείται εξίσου σε συζήτηση με οικείους, γνωστούς ή αγνώστους, είναι η τουαλέτα, δάνειο από τα γαλλικά.

Η λέξη ειναι πολυσήμαντη και πέρασε από σαράντα κύματα, κάτι που το υποψιαζόμαστε, αφού ξέρουμε επίσης ότι τουαλέτα λέγεται το πολυτελές γυναικείο φόρεμα που φοριέται σε δεξιώσεις και άλλες επίσημες εκδηλώσεις. Όμως τουαλέτα είναι και το έπιπλο με καθρέφτη που βρίσκεται στην κρεβατοκάμαρα και πάνω του υπάρχουν τα είδη τα απαραίτητα για την περιποίηση του προσώπου και των μαλλιών, αλλά και όταν κάποιος πλένεται και περιποιείται το σώμα του λέμε ότι «κάνει την τουαλέτα του».

Αρχικά το γαλλικό toilette δεν σήμαινε τίποτε απ’όλα αυτά, διότι είναι υποκοριστικό του toile, που σημαίνει «πανί» (και ο παγκόσμιος ιστός, το web, λέγεται Toile στα γαλλικά). Πανάκι λοιπόν. Η σημασία εξειδικεύτηκε στο ύφασμα που έστρωναν οι γυναίκες πάνω σ’ ένα τραπέζι και άπλωναν επάνω τα κοσμήματά τους πριν τα φορέσουν και μετά επεκτάθηκε στο έπιπλο του καλλωπισμού, αφενός, και αφετέρου στο σύνολο των ειδών ένδυσης και των στολιδιών που χρειαζόταν μια γυναίκα για μια κοινωνική έξοδο. Και από εκεί, με ένα ακόμα στένεμα της σημασίας, toilette ειπώθηκε το πολυτελές γυναικείο ένδυμα. Αλλά και το μικρό δωμάτιο (συνήθως χωρίς μπανιέρα) όπου έκανε κανείς την περιποίησή του ονομάστηκε cabinet de toilette, που πήρε τελικά τη σημασία του αποχωρητηρίου ως toilette/toilettes.

Αλλά και το cabinet μόνο του πήρε κι αυτό τη σημασία του αποχωρητηρίου, πλάι σε πολλές άλλες, και πέρασε κι αυτό στα ελληνικά, ως «το καμπινέ» και συνηθέστερα «ο καμπινές». Η πολυσημία της γαλλικής λέξης, όπου cabinet μπορεί επίσης να σημαίνει το ιδιαίτερο γραφείο ενός υπουργού και άλλα διάφορα πράγματα, έχει προκαλέσει κάμποσες αστείες παρεξηγήσεις -δείτε ένα παλιότερο άρθρο μας.

Η διαφορά τουαλέτας και καμπινέ βρίσκεται στο επίπεδο ύφους. Αν βρισκόμαστε σε επίσκεψη, δεν θα ρωτήσουμε την οικοδέσποινα «πού είναι ο καμπινές», αλλά «πού είναι η τουαλέτα». Αν το αποχωρητήριο είναι ορθοφημισμός, η τουαλέτα είναι ευφημισμός ενώ ο καμπινές, χωρίς να είναι δυσφημισμός, δεν είναι κάτι που ακούγεται άνετα σε τυπικές περιστάσεις επικοινωνίας. (Όταν στη δεκαετία του 80 μαθεύτηκε ότι το πολυτελές σπίτι του Μητσοτάκη στα Χανιά έχει 7 τουαλέτες, το Ποντίκι τον ονόμασε καμπινεδάρχη των Χανίων ή άρχοντα των 7 καμπινέδων).

Ένας άλλος ευφημισμός και μάλιστα πολύ διαδεδομένος παλιότερα είναι «το μέρος». Λέμε κάτι γενικό αλλά εννοούμε ένα πολύ συγκεκριμένο μέρος. Ένας άλλος ευφημισμός για το αποχωρητήριο είναι «το μπάνιο».

Τα τελευταία χρόνια πολύ διαδεδομένος όρος είναι το αγγλικό W.C., που αρχικά το είδαμε πάνω στην πόρτα δημόσιων αποχωρητηρίων. Το ακρώνυμο αντιστοιχεί στις λέξεις water closet, θάλαμος νερού κατά λέξη. Από τότε που διαδόθηκε πολύ ο όρος WC και για τα ιδιωτικά αποχωρητήρια των σπιτιών μας, άρχισε να προφέρεται κιόλας, και η εκδίκηση της γαλλικής γλώσσας είναι ότι, κατά περίεργο τρόπο, το αγγλικό WC προφέρθηκε γαλλοπρεπώς, βεσέ, λέξη απόλυτα αποδεκτή σε τυπικές επικοινωνίες. Και υποκοριστικό, το βεσεδάκι, συνήθως το δεύτερο αποχωρητήριο σε ένα σπίτι.

Σπανιότερες, παλιότερες ή ιδιωματικές λέξεις για το αποχωρητήριο υπάρχουν αρκετές, όπως η χρεία ή το αναγκαίο, που ακούγονταν πολύ παλιότερα αλλά σήμερα πολύ πιο λίγο, αν και εξακολουθούμε να λέμε για την ανάγκη μας ή τη σωματική ανάγκη. Επίσης, η πόρεψη, ο τουρκογενής χαλές που χρησιμοποιείται και σαν βρισιά, και το επίσης τουρκογενές παλιότερο κενέφι, από το τουρκικό kenif, λέξη αραβικής αρχής. Κάποιοι, είτε για πλάκα είτε στα σοβαρά, θεώρησαν το κενέφι παραφθορά του ελληνοπρεπέστατου (αλλά ανύπαρκτου) κενόφως, επειδή ο απόπατος είναι «κενός φωτός».

Να σημειώσουμε ακόμα τη δυσφημιστική «χέστρα», που όμως λέγεται άνετα μεταξύ οικείων, καθώς και το ιδιωματικό «χεζουριό» ή την «χεστερή».

Τα αποχωρητήρια χωρίς λεκάνη αλλά με σκέτη τρύπα λέγονται «τούρκικοι καμπινέδες» ή «τούρκικες τουαλέτες». Θυμάμαι κάποιο διήγημα του Αζίζ Νεσίν, όπου ένα πολυτελές σπίτι προς ενοικίαση διαφημιζόταν ότι έχει τέσσερις τουαλέτες, δυο αλά τούρκα και δύο αλά φράγκα.

Τούρκικες ήταν πολλές δημόσιες τουαλέτες παλιότερα, ιδίως στον στρατό, όπου επικρατούσε παλιότερα ο όρος «Καλλιόπη» για αυτού του τύπου τις τουαλέτες.

Γιατί ονομάστηκαν Καλλιόπη, είναι μυστήριο για μένα. Εκδοχη που να με πείθει δεν έχω βρει. Στο βιβλίο «Πιπέρι στο στόμα» αναφέρεται αφενός η προέλευση από το «καλή οπή», την καθαρή τρυπα της τούρκικης τουαλέτας, που τη θεωρώ εντελώς απίθανη.

Αφετέρου, μια εκδοχή που προβάλλεται πολύ είναι πως το 1932, όταν στην πλατεία Ομονοίας τοποθετήθηκαν περιμετρικά τα αγάλματα των 9 Μουσών, το άγαλμα της Καλλιόπης βρισκόταν πάνω στους εξαεριστήρες του υπόγειου κι έτσι τελικά τοποθετήθηκε στο υπόγειο, πλάι στις δημόσιες τουαλέτες. Ως πηγές για την εξήγηση αυτή αναφέρονται διάφορα άρθρα εφημερίδων, όμως όλα πρόσφατα. (Κατά το slang.gr οι τουαλέτες βρίσκονταν πίσω απο το άγαλμα της Καλλιόπης).

Δεν πείθομαι, αν δεν δω κάποια προπολεμική αναφορά που να επιβεβαιώνει αφενός την τοποθέτηση του αγάλματος και αφετέρου (αυτό ομως είναι πιο δύσκολο) τη χρήση του όρου με αυτή τη σημασία.

Τέλος, για να πούμε ότι κάποιος πήγε στην τουαλέτα χρησιμοποιούμε επίσης διαφορους ευφημισμούς (ευφημισμούς του ευφημισμού, ουσιαστικά), όπως «είναι σε μια συνάντηση» και άλλους, όχι ιδιαίτερα στανταρισμένους -εδώ υπάρχει περιθώριο για επινοητικότητα. Ενα φιλικό μου ζευγάρι, ας πούμε, εχει καθιερώσει το «πάω να κάνω μια καλή πράξη», από ένα αστείο επεισόδιο που τους είχε τύχει, ενώ και εδώ στο ιστολόγιο είχαμε χρησιμοποιήσει το «πάει να βιοδηλώσει» από μια ιστορία που μας είχε διηγηθεί ο φίλος μας ο Σκύλος για τις αρκούδες της Πίνδου.

Ένας ευφημισμός που τον είχαμε στην οικογένεια, όταν κάποιος σηκωνόταν και τον ρωτούσε κάποιος άλλος πού πάει, είναι «πάω εκεί όπου και ο βασιλιάς πηγαίνει μόνος του». Νομίζω πως ειναι γενικότερα παροιμιώδες, γι’ αυτό και το έβαλα στον τίτλο. Στα γαλλικά πάντως η έκφραση είναι παροιμιώδης (là où le roi va seul), και αμυδρά θυμάμαι καποιο ανέκδοτο με κάποιον Λουδοβίκο.

Δεν ξέρω αν οι παλιοί βασιλιάδες πήγαιναν μόνοι τους στο αποχωρητήριο -φαντάζομαι ότι στα ενδότερα θα έμεναν μόνοι τους. Υπάρχει βέβαια ο όρος «σφουγγοκωλάριος» που τον χρησιμοποιούμε για τον δουλοπρεπή κόλακα κάποιου ισχυρού, και συχνά θα δείτε να αναφέρεται ότι στο Βυζάντιο όντως υπήρχε τέτοιο αξίωμα.

Οι αρχαίοι πάντως είχαν τον λασανοφόρο, που ήταν ο δούλος που έφερνε το καθίκι του άρχοντα -όταν ο πνευματώδης Αντίγονος, που γι’ αυτόν γράψαμε πριν από λίγο καιρό, πληροφορήθηκε πως κάποιος ποιητής τον παινεύει και τον αποκαλεί «Ηλίου παίδα», απάντησε ότι «ο λασανοφόρος μου δεν έχει την ίδια γνώμη».

Αυτή ακριβώς ήταν και η απορία του φίλου μου, αν δηλαδή όντως υπήρξε τέτοιο αξίωμα στο Βυζάντιο ή αν το λέμε ειρωνικά, χρησιμοποιώντας πάντως μια βυζαντινοπρεπή κατάληξη που τη βρίσκουμε σε πολλά υπαρκτά αξιώματα (πρωτοσπαθάριος κτλ.)

Επιφυλάχτηκα να απαντήσω στον φίλο Μάκη -ας πούμε ότι η απάντησή μου είναι το άρθρο που μόλις διαβάσατε. Εντύπωσή μου είναι πως τέτοιο αξίωμα δεν υπήρχε, αλλά θυμάμαι πολύ αμυδρά να έχω διαβάσει κάτι στον Κοραή, οπότε το αφήνω σε σας να βοηθήσετε στην οριστική απάντηση.




via http://ift.tt/2AfEBxn

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.