Φύλλα του Οχτώβρη (διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου)

Το σημερινό λογοτεχνικό μας κομμάτι γεννήθηκε από και για το ιστολόγιο. Τις προάλλες, που είχαμε το καθιερωμένο μηνολόγιο, ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος έγραψε ένα πολύ ωραίο σχόλιο για τον Οχτώβρη στο νησί. Άλλοι φίλοι τον ενθάρρυναν να γράψει κάτι εκτενέστερο -και αυτό ακριβώς έκανε ο Δημήτρης και το διαβάζετε εσείς σήμερα.

Ο Δημήτρης έστειλε και πρόλογο, γλωσσάρι καθώς και επίμετρο με σκίτσα. Οπότε η δική μου δουλειά είναι πολύ λιγότερη. Του δίνω τον λόγο:

Ἀφορμὴ γιὰ τὸ σημερινὸ ἀφήγημα ἦταν ἕνα σχόλιο ποὺ ἔγραψα στὸ «Μηνολόγιον Ὀκτωβρίου». Ἀκολουθώντας τὴν προτροπὴ τοῦ Σταύρου (ΣΠ,#37) καὶ μὲ τὴν ἐνθάρρυνση τοῦ Μιχάλη Νικολάου (#44) ἔγραψα τὸ ἀφήγημα ποὺ ἀκολουθεῖ, μὲ πρόλογο τὸ σχόλιο ποὺ ὑπῆρξε ἡ ἀφορμή του. Τὰ μοτίβα εἶναι γνωστὰ σὲ ὅλους ὅσοι ἔχετε διαβάσει τὰ προηγούμενα γραφτὰ μου, ποὺ φιλοξένησε ἐδῶ ὁ Νικοκύρης. Ζητῶ ἐκ προοιμίου συγγνώμη γιὰ τὰ κακότεχνα σκίτσα ποὺ συνοδεύουν τὶς παραπομπές, ἀλλὰ τὰ θεώρησα ἀναγκαῖα γιὰ νὰ γίνει κατανοητὸς ὁ παραλληλισμὸς ἀνάμεσα στὶς πλῶρες τῶν καϊκιῶν καὶ στὶς μύτες τῶν ἀνθρώπων.

 

ΦΥΛΛΑ ΤΟΥ ΟΧΤΩΒΡΗ

Ἔχει τὴ γλύκα του ὁ Ὀχτώβρης. Ἰδιαίτερα ὅταν εἶσαι κοντὰ στὴ φύση. Δὲν ἔχω πολλὲς εἰκόνες ἀπὸ τὸ βουνό· νησιώτης γάρ. Μοναχὰ κάτι τριήμερα-τετραήμερα στὸ Πήλιο καὶ στὴν ὀρεινὴν Ἀρκαδία. Λίγες εἰκόνες, ποὺ δὲν ξεχνιοῦνται ὅμως. Οἱ πιὸ πολλὲς ἀπὸ τὰ Θερμιά. Μπονάτσες ποὺ δὲν τὶς βρίσκεις τὸ καλοκαίρι· καὶ προπαντὸς ἡρεμία σὲ στεριὰ καὶ θάλασσα. Λείπουν οἱ «ἄγριοι» τοῦ καλοκαιριοῦ ποὺ ἔρχονται «κουρδισμένοι» ἀπὸ τοὺς ρυθμοὺς τῆς πόλης. Ἀλλάζει καὶ τὸ φῶς· γλυκαίνει κι αὐτό. Δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ ἀμείλικτο φῶς τοῦ καλοκαιριοῦ ποὺ κάνει τὸ πέτρινο τοπίο κοφτερό. Τώρα εἶναι σὰν νὰ στρογγυλεύουν, νὰ γλυκαίνουν οἱ ἄκρες. Κι οἱ βροχὲς ἔχουν τὴ γλύκα τους κι αὐτὲς. Νὰ βλέπεις τὴν κουρτίνα τῆς βροχῆς πάνω στὴ θάλασσα νὰ ζυγώνει. Τὰ πρῶτα σαλιγκάρια· καὶ τὸ πρῶτο μαριδάκι τῆς τράτας νὰ σπαρταράει ζωντανὸ στὴ φούχτα σου καθὼς τὸ βγάζεις ἀπ᾿ τὸ τελάρο…

Ἔχω πολλὲς φθινοπωρινὲς εἰκόνες στὸ μυαλό μου· ἀπὸ τὸ βάθος τῆς μνήμης τῶν παιδικῶν μου χρόνων μέχρι πρόσφατα. Θὰ τὶς ἀφηγηθῶ ἔτσι ὅπως μοῦ ᾿ρχονται στὸ μυαλό· ἀνάκατες, σκόρπιες, σὰν τὰ πεσμένα φύλλα τοῦ Ὀχτώβρη.

….

Πρωινὴ καλάδα στὰ Ζεστά, τὰ δίδυμα αὐλάκια ἔξω ἀπὸ τὸν πανέμορφον ἀμμουδερὸ λαιμὸ τῆς Κολώνας. Ἡ τράτα νὰ πέφτει στὸ νερὸ ἀξημέρωτα· μὲ τὸ πρῶτο φῶς νὰ τραβᾶμε. Ὄχι ἐμεῖς, τὸ βίντζι1 τά ᾿κανε ὅλα. Ἐμεῖς παίρναμε τὰ μπόσικα ὅπως ξετυλίγονταν ἀπ᾿ τὸ βίντζι. Μόνο τὸ σάκκο2 παίρναμε πάνω στὸ καΐκι μὲ τὰ χέρια· καὶ ξεχωρίζαμε τὰ ψάρια στὰ τελάρα. Χώρια τὸ μαριδάκι, χώρια ἡ γόπα, χώρια τὰ διάφορα. Στὸ μπουγέλο3 βάζαμε τὸ μεζὲ τοῦ πληρώματος· μπαρμπουνάκια, καλαμαράκια, σουπιὲς κι ὅποιαν ἄλλη νοστιμιὰ τοῦ τηγανιοῦ ἔβγαζ᾿ ὁ σάκκος.

Ὁ Μανώλας4 μὲ τὸ Δημήτρη, τὸ γιό του, τὴν κάνανε ἄνετα τὴ δουλειά. Ἐμεῖς οἱ ὑπόλοιποι, ἀπομεινάρια τῆς παλιᾶς νεανικῆς παρέας, τῆς «κουσέρβας»5, ἤμαστε γιὰ τὸ μπούγιο. Ἕλα ὅμως ποὺ τ᾿ ἄρεσε τοῦ Μανώλα ἡ παρέα μας. Μᾶς ἔβλεπε νὰ βγαίνουμε ἀπὸ τὸ βαπόρι, Παρασκευὴ βράδυ ἤ Σάββατο πρωί, βιαστικοί, γιὰ τὸ Σαββατοκύριακο. Ποῦ οἱ παλιὲς, καλὲς ἐποχὲς τοῦ φοιτηταριοῦ μὲ τὸ καλοκαιρινὸ ἀραλίκι, δυὸ μῆνες καὶ βάλε. Τώρα, ποὺ μπήκαμε στὸ μαγγανοπήγαδο τῆς δουλειᾶς, δυὸ-τρεῖς βδομάδες μὲ τὸ ζόρι. Γι᾿ αὐτὸ αὐγατίζαμε τὶς διακοπὲς μὲ τὰ Σαββατοκύριακα.

«Ρὲ σεῖς πάλι ἐδῶ εἴσαστε;» μᾶς ψευτομάλωνε, «ὥσπου νὰ σκιάξει6 ὁ κῶλος σας, μπρόβαλε7 ἡ μούρη σας! Ὅλα σας τὰ λεφτά στὰ εἰσιτήρια τὰ τρῶτε!»

Μέσα του ὅμως τὸ καταχαιρότανε. Τί κι ἄν μᾶς χώριζαν κοντὰ τριάντα χρόνια κι ὁ γιός του ἦταν πιὸ μεγάλος ἀπὸ μᾶς, μὲ γυναίκα καὶ παιδιά. Μαζί μας ξαναγινόταν παιδί· καὶ μᾶς πείραζε γιὰ τὶς τουρίστριες, θυμίζοντάς μας παλιότερα περιστατικά.

«Ρὲ σύ, θυμᾶσαι πού ᾿σουνα μ᾿ ἐκείνη τὴ τουρίστρια στὴν ἄμμο τοῦ Φλαμπουριοῦ; Καλὰ τὸ κατάλαβα τότες, κι ἄς ἥτανε σκοτεινά· θεμωνιὰ μεγάλη εἶδα, δὲ μπορεῖ νά ᾿τανε ἄλλος».

Ὕστερα ξεστρατίζει ὁ νοῦς μου πιὸ παλιά, στὰ ἐφηβικὰ μου χρόνια· στὸν ἴδιον τόπο, τὴν ἴδιαν ὥρα νὰ σηκώνω ἀθερινόδιχτο μὲ τὸν παπποῦ, τὸν καπτα-Μῆτσο. Οἱ ἀθερίνες νὰ κρέμονται στὸ δίχτυ σὰ σταφύλι, κάθε μάτι καὶ ψάρι· κι ἀπὸ κάτω τὰ μαγιάτικα νὰ πέφτουν στὸ κοπάδι τῆς ἀθερίνας πού ᾿χε σταματήσει μπρός τὸ δίχτυ, ὅπως τὰ ζωντανὰ στὸ φράχτη· κι ἐγὼ νὰ θέλω νὰ πέσω στὴ θάλασσα νὰ πιάσω τὰ μαγιάτικα μὲ τὰ χέρια.

«Πῶς θὰ τὰ πιάσουμε αὐτὰ, παπποῦ», ρωτοῦσα ὅλο λαχτάρα.

«Δὲν πιάνονται αὐτὰ μὲ δίχτυ, εἶναι θερία· μονάχα μὲ φυτίλι8, μὰ δὲ τὸ πιάνω στὰ χέρια μου. Μιὰ φορά, στὰ νειάτα μου, κόντεψα νὰ σκοτωθῶ. Ἀπὸ τότες τό ᾿κανα  ὄρκο».

Τὴν ἄλλη μέρα βγάλαμε τὴ βάρκα ἔξω, στὴν ἄμμο, γιὰ ξεχειμώνιασμα. Θὰ γυρίζαμε στὴν Ἀθήνα· περίμενα τ᾿ ἀποτελέσματα τῶν εἰσαγωγικῶν, ποὺ τότε βγαίνανε τὴν τελευταία βδομάδα τοῦ Ὀχτώβρη. Μὲ φώναξαν στὸ τηλεφωνεῖο· εἶχα πρόσκληση γιὰ ὑπεραστικό. Ἦταν ὁ πατέρας μου. Ἐκείνη τὴ χρονιά, τὸ ἑβδομήντα, τ᾿ ἀποτελέσματα βγῆκαν νωρίτερα. Βρῆκα τὸν παπποῦ νὰ νοικοκυρεύει τὴ βάρκα.

«Παπποῦ πέρασα στὸ Πολυτεχνεῖο!»

Δὲ θὰ ξεχάσω τὴ σφιχτὴ ἀγγαλιὰ καὶ τὰ βουρκωμένα μάτια του.

Δεκαετία τοῦ πενήντα στὸ χωριό. Τ᾿ ἁϊ-Δημητριοῦ, ἀπ᾿ τὰ πιὸ μεγάλα πανηγύρια τοῦ χωριοῦ. Στὴ μέση τοῦ φθινόπωρου, τὴν ἐποχὴ τῆς σπορᾶς. Τὸ πανηγύρι τῶν ζευγάδων· εὐκαιρία ν᾿ ἀφήσουν τὴ βουκέντρα9, τὸ ζυό10, τὸ ἄλετρο, τὴν ἀξίνη, τὴ σπορά, τὸ ζευγάρισμα11, τὸ πέργασμα12, τὸ βωλοκόπημα13.

Ὁ ἁϊ-Δημήτρης καὶ ἡ θεὰ Δήμητρα. Τὸ δέσιμο τῆς ἀρχαίας λατρείας μὲ τὴν νεώτερη. Οἱ εὐλογημένοι σπόροι τοῦ ψωμιοῦ. Μαζὶ μὲ τὸ κρασὶ καὶ τὸ λάδι ἡ ἁγία τριάδα τῆς ζωῆς στὴ Μεσόγειο.

Τὴν παραμονὴ κινοῦσαν ἀπὸ νωρὶς οἱ πανηγυριῶτες γιὰ τὸν ἑσπερινό. Παρέες-παρέες,  μὲ τὰ γαϊδουρομούλαρα14 στολισμένα μέ τὰ χαϊμαλιά τους, καὶ μ᾿  ὄμορφα στρωσίδια στρωμένα στὰ σαμάρια τους, ἀνηφόριζαν γιὰ τὰ δυὸ ξωκκλήσια ποὺ γιόρταζαν. Μέσα στὰ δισάκια οἱ κουμπάνιες15 γιὰ τὸ φαγοπότι,  τὰ φλασκιὰ μὲ τὸ κρασὶ καὶ μέσα στὶς πανέμορφες ὑφαντές νυχτόμπολες16 οἱ ἄρτοι τοῦ πανηγυριοῦ.

Οἱ ἁϊ-Δημήτρηδες εἶναι  δυὸ, ὅπως εἴπαμε· ὁ Πάνω ἁϊ-Δημήτρης, ψηλὰ, περίπου  στὸ κέντρο τοῦ νησιοῦ κι ὁ Κάτω στὸ νότιο μέρος, κοντὰ στὴ θάλασσα, στὸ μυχὸ τοῦ ὁμώνυμου ὅρμου. Ὁ συναγωνισμὸς μεγάλος. Κι ἄν σ᾿ ἄλλα μέρη παράτρεχαν καβάλα στ᾿ ἄλογα ἤ παράβγαιναν στὸ δρόμο, στὸ λιθάρι ἤ στὸ σημάδι, στὸ χωριό μου, τὴ Δρυοπίδα, παράβγαιναν στὸ γλέντι. Ἴσως γι᾿ αὐτὸ λέγανε τότε πὼς ἦταν τὸ πιὸ γλεντζέδικο χωριὸ τῶν Κυκλάδων.

Τὸ γλέντι ἄρχιζε ἀπὸ βραδύς, μετὰ τὸν ἑσπερινὸ καὶ κρατοῦσε ὅλη νύχτα μέχρι τὸ πρωὶ ποὺ ἄρχιζε ἡ λειτουργία. Μὲ τ᾿ ἀπολείτουργο ἔκοβαν καὶ μοίραζαν τοὺς ἄρτους κι ἄρχιζε καινούργιο φαγοπότι, τραγούδι καὶ χορὸς μὲ τὰ βιολιά.

Ἀργὰ τὸ ἀπόγευμα κατηφόριζαν γιὰ τὸ χωριό. Μπροστὰ σὲ κάθε φάλαγγα, τὸ λάβαρο τῆς ἐκκλησιᾶς πάνω σὲ ἄλογο, ἀπὸ τὰ λιγοστὰ τοῦ χωριοῦ· τά εἶχαν γιὰ ἐπιβήτορες γιὰ νὰ βγάζουν μουλάρια ποὺ ἦταν πιὸ χρήσιμα στὸ κακοτράχαλο, πετρῶδες ἔδαφος τοῦ νησιοῦ. Ἀπὸ πίσω οἱ πανηγυριῶτες, σὲ πομπὴ ποὺ ξετυλίγονταν σὰ φίδι πολύχρωμο καὶ βουερό.

Φτάνοντας στὸ χωριὸ ἔπαιρναν μὲ τὴ σειρὰ τὰ σπίτια αὐτῶν ποὺ γιόρταζαν. Μπροστὰ τὸ λάβαρο, πίσω τὰ βιολιὰ καὶ παραπίσω οἱ πανηγυριῶτες. Μπαίνοντας τραγουδοῦσαν τὴν πατινάδα:

Καλησπερίζω μιὰ μηλιά,
μιὰ μάνα καὶ μιὰ κόρη.
Ἡ μάνα εἶναι ἡ μηλιὰ
κι ἡ κόρη τὸ σταθώρι17

Ἁκολουθοῦσε κέρασμα μὲ μεζὲ καὶ κρασὶ καὶ χορὸς· χόρευαν τὴ νοικοκυρὰ κι ὅσες γυναῖκες ἦταν στὸ σπίτι. Φεύγοντας τραγουδοῦσαν τὴν πατινάδα τοῦ ἀποχαιρετισμοῦ:

Σᾶς ᾿φήνουμε καλὴ νυχτιά,
τριαντάφυλλα τοῦ Μάη.
Σᾶς ᾿φήνουμε τὴν Παναγιὰ
γιὰ νὰ σᾶς-ε-φυλάει.

Συνέχιζαν παίρνοντας βόλτα ὅλους τοὺς ἑορτάζοντες. Παντοῦ τὰ ἴδια· πατινάδα, κέρασμα, χορὸς, τραγούδι. Κι ἀλοίμονο ἄν τοὺς ἔπιανε κάποιος ἀπὸ τὸ ἀντίπαλο πανηγύρι χωρὶς νὰ παίζουν τὰ ὄργανα· ἧταν οἱ χαμένοι τῆς χρονιᾶς. Ἔτσι τὸ πανηγύρι κρατοῦσε μερόνυχτα, μέχρι νὰ συμφωνήσουν καὶ οἱ δυὸ πλευρὲς νὰ τὸ σταματήσουν παίζοντας, τραγουδώντας καὶ χορεύοντας ὅλοι μαζί.

Θυμᾶμαι τὶς πατινάδες στὸ σπίτι μας. Δημοφιλὴς προορισμὸς γιὰ ὅλους τοὺς πανηγυριῶτες· γιὰ τοὺς νόστιμους μεζέδες τῆς μάνας μου, γιὰ τὰ ὄμορφα στιχάκια ποὺ σκάρωνε ὁ πατέρας μου καὶ, πιὸ πολύ, γιὰ τὴν ἀγάπη ποὺ εἶχαν καὶ οἱ δυὸ τους γιὰ τὸν τόπο καὶ τοὺς ἀνθρώπους.

Δεκαετία τοῦ ὀγδόντα. Ἕνα φθινόπωρο πρώιμο· γλυκό καὶ βροχερό, μὲ ἤπιες βροχές, ποτιστικές. Στὰ τέλη τοῦ Ὀχτώβρη οἱ πλαγιὲς εἶχαν ἀρχίσει νὰ πρασινίζουν. Φτάνοντας Παρασκευὴ βράδυ στὸ νησί, μὲ περίμεναν ἡ μάνα μου καὶ ἡ γιαγιά. Μπαίνοντας στὸ σπίτι μοῦ ᾿ρθε ἡ μοσχοβολιὰ ἀπὸ τὸ μαριδάκι ποὺ τηγάνιζε ἡ μάνα.

«Τό ᾿ριξα στὸ τηγάνι μόλις σφύριξε τὸ βαπόρι· γιὰ νὰ τὸ φᾶς ζεστὸ» μοῦ ᾿πε ἡ μάνα.

«Εἶναι ζωντανό, τ᾿ ἀπόγεμα τὸ πήραμε ἀπὸ τὴν τράτα» συμπλήρωσε ἡ γιαγιά.

«Σοῦ μάζεψα καὶ χόρτα» συνέχισε· «κι ἡ μάνα σου μάζεψε σαλιάκους18, δυὸ κιντινάρια19. Τὰ χόρτα τὰ βράσαμε πρωτύτερα· τοὺς σαλιάκους θὰ τοὺς μαγειρέψουμε τὴν Κυριακή, γιὰ νὰ καθαρίσουν πιὸ καλά».

Ἥξερε πὼς τὰ σαλιγκάρια ἦταν ἀπὸ τ᾿ ἀγαπημένα μου φαγητὰ. Μὲ κόκκινη σάλτσα καὶ μπόλικα κρεμμύδια, νὰ φχαριστιέσαι ρούφηγμα καὶ βοῦτες μὲ τὸ ψωμί.

«Τὶ χόρτα μάζεψες, γιαγιά;» τὴ ρώτησα χαμογελώντας.

«Δὲν ξέρω παιδάκι μου» ἀπάντησε μισοκακόμοιρα. «Δὲν καλοβλέπω κι ὅλας· πάντως καλὰ εἶναι, φαγώσιμα» συνέχισε.

Καὶ ἤξερε καὶ καλόβλεπε ἡ τετραπέρατη καπετάνισσα. Ἁφοῦ ἔπλεκε μὲ τὸ βελονάκι χωρὶς γυαλιά. Τό ᾿κανε ὅμως γιὰ νὰ μὲ ἀποφύγει· γιατὶ μοῦ ἄρεσε νὰ τὴν πειράζω καὶ νὰ τὴ βάζω ν᾿ ἀραδιάζει ὅλα τ᾿ ἄγρια χόρτα20 τοῦ νησιοῦ: ἀτσόχους20, γαλατσίδες20, ἀλετρίδες20, ἀλιβαρβάρους20, μέχρι νὰ καταλήξουμε στὶς μουναρίδες20.

Δὲν συνέχισα τὸ πείραγμα· τὸ μαριδάκι λαχταριστὸ καὶ τὰ χόρτα μὲ περίμεναν στὸ τραπέζι. Μετὰ τὶς πρῶτες λαίμαργες μπουκιὲς κάτι μοῦ ᾿λειπε.

«Κρασὶ ἔχουμε;» ρώτησα.

Πρίν τελειώσω τὴν ἐρώτηση ἡ γιαγιὰ ὅρμησε στὸ χαμηλὸ ντουλάπι, κάτω ἀπ᾿ τὸ πετρογκάζ, κι ἔβγαλε ἕνα γυάλινο μπουκάλι μὲ τὸ χαρακτηριστικὸ σκοῦρο μελί χρῶμα τοῦ παλιοῦ Θερμιώτικου κρασιοῦ. Γέμισα τὸ ποτήρι καὶ τράβηξα  μιὰ γερὴ ρουφηξιά.

«Φτοῦ! Ξύδι!»

Στὴ βιασὐνη της νὰ μ᾿ εὐχαριστήσει, ἡ γιαγιὰ πῆρε τὸ λάθος  μπουκάλι.

«Ἄχου, γιοκαράκι μου, κακὸ ψόφο νά ᾿χω! Ξεκούτιανα πιά!»

«Δὲν πειράζει, γιαγιά, δὲ σοῦ θύμωσα· καὶ νὰ θύμωσα ὅμως, μὲ τὸ ξύδι μοῦ πέρασε!»

Πιὸ πίσω τώρα, ἐκεῖ στὰ μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ πενήντα. Οἱ πρῶτες, ἀνεξίτηλες παιδικὲς μνῆμες. Οἱ δυὸ μας μὲ τὸν παπποῦ στὸν Μέριχα, τὸ λιμάνι τοῦ νησιοῦ. Ἡ γιαγιὰ στὴν Ἀθήνα· γιὰ νὰ παρασταθεῖ στὴ θεία μου, ποὺ εἶχε γεννήσει. Οἱ γονεῖς μου στὸ χωριό, τὴ Δρυοπίδα. Μόλις πέντε χιλιόμετρα ἀπόσταση -μιᾶς ὥρας δρόμος μὲ τὸ γάιδαρο ἤ μὲ τὰ πόδια- κι ὅμως, στὸ παιδικὸ μυαλό μου, φάνταζε πολὺ μακρυά.

Τὰ περνούσαμε μιὰ χαρὰ μὲ τὸν παπποῦ. Ἔχοντας περάσει τὰ πιὸ πολλὰ του χρόνια στὰ καΐκια -δεκατρία εἶχαν περάσει ἀπὸ τὰ χέρια του- τὰ κατάφερνε μιὰ χαρὰ στὸ νοικοκυριό. Κάθε μέρα μαγείρευε κάτι φρέσκο· βλέπεις δὲν εἴχαμε ψυγεῖα τότε, οὔτε ἠλεκτρικὸ στὸ λιμάνι. Μονάχα στὸ χωριὸ εἶχε ἠλεκτρικὸ, κι αὐτὸ μόνο γιὰ φῶς, ἀπὸ τὸ ἡλιοβασίλεμα μέχρι τὰ μεσάνυχτα. Ὁ πατέρας μου, κοινοτάρχης τότε, εἶχε καταφέρει μὲ τὸ τίποτα νὰ ἠλεκτροφωτίσει τὸ χωριό· μὲ δωρεὲς τῶν ξενητεμένων κι ἀγορά τοῦ ὑλικοῦ κοψοχρονιά, μὲ τὴ μεσολάβηση ἑνὸς συμπατριώτη μας ἐργοδηγοῦ τῆς ἑταιρείας, ἀπὸ παλιά δίκτυα ποὺ ξήλωνε ἡ Ἠλεκτρικὴ Ἑταιρεία στὴν Ἀθήνα γιὰ νὰ βάλει καινούργια.

Σχεδὸν κάθε μέρα εἴχαμε ψάρια· ἐπειδὴ ἐγὼ δὲν τά ᾿τρωγα, ὁ παπποῦς μοῦ τηγάνιζε αὐγὰ, πατάτες ἤ ἔφτιαχνε καμιὰν ὀρφανὴ μακαρονάδα ἤ ὄσπρια ποὺ μ᾿ ἄρεσαν καὶ ἄντεχαν χωρὶς ψυγεῖο. Τὰ μόνα ψάρια ποὺ ἔτρωγα τότε ἧταν οἱ ζαργάνες. Μοῦ ἄρεσε ἡ πράσινη ραχοκοκκαλιά τους, ποὺ τὶς ἔκανε νὰ ξεχωρίζουν ἀπὸ τ᾿ ἄλλα ψάρια κι ἔτσι μ᾿ ἔμαθε νὰ τὶς τρώω, σὰν παιχνίδι στὴν ἀρχή, μέχρι ποὺ τὶς συνήθισα. Κι ὅταν μπαγιάτευε πολὺ τὸ ψωμὶ -φοῦρνο δὲν εἶχε στὸ λιμάνι καὶ τὸ κουβαλοῦσαν ἀπὸ τὸ χωριὸ μὲ τὰ γαϊδούρια δυὸ-τρεῖς φορὲς τὴ βδομάδα- μοῦ τό ᾿κοβε μικρὲς μπουκιὲς μὲ τὸ σουγιὰ ποὺ εἶχε πάντα μαζί του γιὰ τὸ ψάρεμα.

Τὰ βράδυα ἤ τὶς μέρες ποὺ εἶχε κακοκαιρία πηγαίναμε στὸ μαγαζὶ τοῦ Μανώλη. Ἦταν καφενεῖο, ταβέρνα, πρακτορεῖο, τηλεφωνεῖο καὶ τὴν ἐποχὴν ἐκείνη μόλις εἶχε φτιάξει τέσσερα δωμάτια· τὸ πρῶτο ξενοδοχεῖο τοῦ λιμανιοῦ. Ἅνθρωπος ἔξυπνος, ἐργατικός, ἀνήσυχο πνεῦμα, ἔβλεπε πολὺ μπροστὰ ἀπὸ τὴν ἐποχή του. Ὅμως χάθηκε ἄδικα λίγα χρόνια μετά· τὸν ἔφαγε τὸ πάθος του γιὰ τὸ ψάρεμα μὲ δυναμίτη.

Τὸ μαγαζὶ ἦταν ἕνας τόπος μαγικὸς γιὰ μένα. Ἐκεῖ μαζεύονταν οἱ ψαράδες καὶ τὰ πληρώματα ἀπὸ τὰ περαστικὰ καΐκια, ποὺ κάποιες φορὲς τά ᾿κλεινε ἡ κακοκαιρία στὸ λιμάνι· ᾿μπόδιζαν ὅπως ἔλεγαν οἱ ναυτικοί. Ἀπὸ τὰ μποδισιάρικα καΐκια καὶ κάτι παλιὲς ζωγραφιὲς τοῦ Γλύκα21, αὐτὲς μὲ τὰ καΐκια ποὺ εἶχε παλιότερα ὁ παπποῦς καὶ τώρα στόλιζαν τοὺς τοίχους τοῦ σπιτιοῦ μαζὶ μὲ τὶς οἰκογενειακὲς φωτογραφίες, μοῦ μάθαινε νὰ ξεχωρίζω τὰ σκαριά. Πρῶτα τὰ τρεχαντήρια, τὰ πιὸ συνηθισμένα σκαριὰ γιὰ ψαροκάικα· μὲ τὴν κυρτὴ πλώρη ποὺ καταλήγει στὸ κοράκι. Ἔδινε μεγάλη σημασία στὸ κοράκι, τὴ μισὴ ὀμορφιὰ τοῦ τρεχαντηριοῦ, ὅπως ἔλεγε. Μετὰ τὰ καραβόσκαρα, ὅπως ἕνα  ἀπὸ τὰ δικά του, ποὺ τοῦ ᾿χε ζωγραφήσει ὁ Γλύκας. Γατζάοι καὶ τσερνίκια εἶχαν μείνει λιγοστὰ μετὰ τὸν πόλεμο. Πιὸ πολλὰ ἦταν τὰ περάματα. Μόλις ἔμαθα τὰ σκαριὰ, ἄρχισα νὰ συνταιριάζω τὸ σχῆμα τῆς πλώρης μὲ τὶς μύτες τῶν ἀνθρώπων. Ὅποιου ἦταν καμπουρωτὴ ἔλεγα πὼς εἶχε μύτη-τρεχαντήρι, ὅποιου ἦταν ἀνασηκωτὴ μύτη-καραβόσκαρο, μικρὴ καὶ κατακόρυφη μύτη-γατζάος, μακρυὰ καὶ σουβλερὴ μύτη-τσερνίκι22.

Τὶς καλὲς μέρες πηγαίναμε γιὰ ψάρεμα μὲ τὸ ξύλινο βαρκάκι τοῦ παπποῦ. Ἦταν βαμένο ἄσπρο μ᾿ ἕνα φαρδὺ καφέ ζωνάρι. Ἧταν στενὸ καὶ γρήγορο στὰ κουπιά, ἀλλὰ ἤθελε προσοχή· μὲ μιάν ἀπρόσεχτη κίνηση μποροῦσες νὰ βρεθεῖς στὴ θάλασσα.

Ἦταν ἡ ἐποχὴ τῆς ζαργάνας, ποὺ μπουκάριζε στοὺς κόρφους ἀκολουθώντας τὸ μαριδάκι. Τὸ ψάρεμά της ἦταν εὔκολο καὶ γουστόζικο. Μιὰ ψιλὴ πετονιὰ μ᾿ ἕνα μικρὸ ἀγκιστράκι στὴν ἄκρη καὶ γιὰ δόλωμα μιὰ μακρόστενη λωρίδα ἀπὸ μαριδάκι καὶ, μόλις πιάσεις τὴν πρώτη, μιὰ λωρίδα ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ ζαργάνα. Τραβοῦσε κουπὶ γιὰ νὰ πηγαίνει ἡ βάρκα μὲ μιὰ σχετικὴ ταχύτητα κι ἔσερνε ἀπὸ πίσω, σὲ κάποιαν ἀπόσταση, τὸ δολωμένο ἀγκίστρι.  Μόλις πέρναγε κοντὰ ἀπὸ τὸ κοπάδι μὲ τὶς ζαργάνες, αὐτὲς ἔτρεχαν πρὸς τὸ δόλωμα πηδώντας πάνω στὴν ἥρεμη ἐπιφάνεια τῆς θάλασσας σὰν ἀστραφτερές, ἀσημένιες σαΐτες. Μὲ τὸ πρῶτο τσίμπημα ἄφηνε λίγη πετονιὰ γιὰ νὰ μπουκώσει τὸ ψάρι ὁλόκληρο τὸ δόλωμα, μαζί μὲ τὸ ἀγκίστρι, καὶ μετὰ τραβοῦσε τὸ ψάρι ποὺ ἐρχόταν μὲ σάλτους καὶ τινάγματα ἔξω ἀπ᾿ τὸ νερὸ προσπαθώντας νὰ ξαγκιστρωθεῖ.

Ἀπάνω ποὺ τσιμποῦσαν καλὰ οἱ ζαργάνες, ἔπιασε νὰ ψιχαλίζει. Στὴν ἀρχὴ κάτι ἀραιὲς σταγόνες· μετὰ πιὸ πυκνές. Ἔλα ὅμως ποὺ τώρα τσιμποῦσαν πιὸ πολύ. Τί νὰ κάνει ὁ παπποῦς· ἀπὸ τὴ μιὰ φοβόταν μὴ βραχῶ καὶ κρυώσω κι ἀπὸ τὴν ἄλλη σκεφτόταν τὴν ψαριά. Προσπάθησε νὰ μὲ προφυλάξει κάτω ἀπὸ τὸν μικρό, τριγωνικὸ πάγκο τῆς  πλώρης κι ὅπως ἤμουνα μεγαλόσωμος καὶ δὲν χωροῦσα ὁλόκληρος, ἔβγαλε τὸ σακκάκι του καὶ μὲ σκέπασε· τὸ πιὸ γλυκὸ σκέπασμα τῆς ζωῆς μου…

Μ᾿ αὐτὸ τελειώνω· πῆρε νὰ γλυκοψιχαλίζει καὶ μέσ᾿ ἀπὸ τὰ γυαλιά μου.

 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ-ΓΩΣΣΑΡΙ

  1. βίντζι: μηχανικό βαροῦλκο γιὰ τὸ τράβηγμα τῆς τράτας.
  2. σάκκος: τὸ πιό πυκνὸ δίχτυ στὴ μέση τῆς τράτας, ὅπου μαζεύονται ὅλα τὰ ψάρια.
  3. μπουγέλο: ὁ κουβάς τοῦ καϊκιοῦ.
  4. ὁ Μανώλας: βλ. «Τὸ περίπτερο».
  5. κουσέρβα: ψαράδικος συνεταιρισμὸς· ἔτσι εἴχαμε ὀνομάσει τὴν νεανικὴ παρέα μας (βλ. «Τὸ περίπτερο»)
  6. σκιάζω:  χάνομαι, βγαίνω ἀπὸ τὸ ὀπτικὸ πεδίο.
  7. μπροβάλλω: ξεπροβάλλω.
  8. μὲ φυτίλι: ἐννοεῖ μὲ δυναμίτη.
  9. βουκέντρα: μακρυὰ καὶ χοντρὴ βέργα ποὺ χρησιμοποιοῦσαν γιὰ νὰ κατευθύνουν τὰ ζῶα στ᾿ ὄργωμα.
  10. ζυὸς: ὁ ζυγὸς τοῦ ὀργώματος.
  11. ζευγάρισμα: ὄργωμα.
  12. πέργασμα: συμπλήρωμα τοῦ ὀργώματος μὲ σκάψιμο στὶς ἄκρες τοῦ χωραφιοῦ, ὅπου δὲν φτάνει τ᾿ ἀλέτρι (βλ. λήμμα)
  13. βωλοκόπημα: σπάσιμο τῶν βώλων τοῦ χώματος μὲ τὸ πλάι τῆς ἀξίνης.
  14. γαϊδουρομούλαρα: γαἱδούρια καὶ μουλάρια, ἀνακατεμένα.
  15. κουμπάνια: ἐφόδια, κυρίως τρόφιμα.
  16. νυχτόμπολες: ὑφαντὲς πετσέτες· μέσα τους τύλιγαν τοὺς ἄρτους.
  17. σταθώρι: ὁ ἀμάραντος
  18. σάλιακας: τὸ σαλιγκάρι
  19. κιντινάρι: ἡ ἐκατοντάδα (πιθ. ἀπὸ τὸ λατ. centum)
  20. ἀτσόχοι, ἀλετρίδες, γαλατσίδες, ἀλιβαρβάροι, μουναρίδες: ἄγρια  χόρτα τῶν Θερμιῶν (βλ. λήμμα)
  21. Γλύκας Ἀριστείδης: Λαϊκὸς ζωγράφος· ζωγράφιζε καΐκια στὸν Πειραιά.
  22. Πλῶρες καὶ μύτες.

 




via http://ift.tt/2gGFVhj

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.