Βάο, γάο, δάο: ένα σονέτο του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

Μεθαύριο συμπληρώνονται 129 χρόνια από τη γέννηση του αγαπημένου μου ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, στις 31 Οκτωβρίου 1888. Κάθε χρόνο, τέτοιες μέρες συνηθίζω να δημοσιεύω κάτι σχετικό με τον Λαπαθιώτη, συνήθως κάποιο όχι πολύ γνωστό έργο του ή κάτι σχετικό με μια πτυχή της ζωής του.

Θα συνεχίσω βέβαια και φέτος την παράδοση με το σημερινό άρθρο, αν και κατ’ εξαίρεση θα το αφιερώσω σε ένα αρκετά γνωστό έργο ή μάλλον πάρεργο του Λαπαθιώτη. Αφενός επειδή ό,τι είναι γνωστο στους φανατικούς λαπαθιωτιστές δεν είναι και ευρύτερα γνωστό και αφετέρου επειδή θέλω να διορθωθεί στη Βικιπαίδεια μια ανακρίβεια, στη διάδοση της οποίας ίσως κι έχω κι εγώ ακούσια συμβάλει, αφού πρώτα διαλευκάνουμε (εδώ λογαριάζω και στη βοήθεια τη δική σας) καναδυό λεπτομέρειες.

Λοιπόν, στο τεύχος 271 της Νέας Εστίας (1 Απριλίου 1938, σελ. 485-6), στη σελίδα της Αλληλογραφίας αναγνωστών, δημοσιεύτηκε η εξής επιστολή του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη:

Πέραν του Συρρεαλισμού

Αγαπητέ μου Χάρη,

θα ξέρεις, βέβαια, ότι είμαι ο κατ’ εξοχήν άνθρωπος των αποκαλυπτικών εμπνεύσεων και καινοτομιών. Αν δεν το ξέρεις, μάθε το, λοιπόν, σήμερα! Μελετώντας, άρρωστος, αυτές τις μέρες, τη φιλοσοφία του Συρρεαλισμού, που, λογικά, καταργεί τη λογική, σκέφτηκα τούτο: Αφού, καλά ή κακά, φτάσαμε στο σημείο, λυτρωμένοι από το ζυγό του ειρμού, στις σημερινές ποιητικές συνθέσεις μας, να ζητήσουμε την έμπνευση στην ίδια της πηγή, που ήταν πάντα, έμμεσα, το υποσυνείδητο, γιατί τάχα να μην κάνουμε ακόμα ένα βήμα, – το τελευταίο ίσως δυνατό προς την κατεύθυνση αυτή, και να λυτρωθούμε κι’ από τη συμβατικότητα της γλώσσας, κάθε γλώσσας; Γιατί να μην άρομε και το τελευταίο εμπόδιο προς την κατάκτηση της άμεσής του επαφής, που μας προβάλλουν οι καθιερωμένοι γλωσσικοί τύποι με τα έτοιμα καλούπια τους; Γιατί να μην αφήσομε το υποσυνείδητο εντελώς ελεύθερο να δημιουργήσει και τους γλωσσικούς εκφραστικούς του τρόπους, ανάλογα, κάθε φορά, με τις μυστηριώδεις απαιτήσεις του; Φαντάζομαι, τότε, τη λαμπρή προοπτική που διανοίγεται στο μέλλον της Ποιήσεως από μια τέτοια ριζική της χειραφέτηση! Σου παραθέτω, για δείγμα, ένα σονέτο, που μου υπαγόρευσε το υποσυνείδητό μου, ώστε να χρησιμεύσει σαν αφετηρία στην ανυπολόγιστη αυτή μελλοντική κίνηση… Διάβασε, και καμάρωσε:

ΒΑΟ, ΓΑΟ, ΔΑΟ

Ζητώντας αποβίδονο σαβίνι,
κι απονιβώντας ερομιλαδιό
κουμάνισα το βίδο τού λαβίνι
με σάβανο γιδένι τού θαλιό.

Κι ανέδοντας έν’ άκονο λαβίνι,
που ραδαγοσαλούσε τον αλιό,
σινέρωσα τον άβο τού ραβίνι,
σ’ έν’ άφαρο δαμένικο ραλιό!

Σουβέροδα στ’ αλίκοπα σουνέκια,
μεσ’ στ’ άλινα που δεν εσιβονεί,
βαρίλωσα τ’ ακίμορα κουνέκια,

και λαδαμποσαλώντας την ονή,
καράμπωσα το βούλινο διράνι,
σαν άλιφο τουνέσι που κιράνει….

Πώς σου φαίνεται; Ασφαλώς αντάξιό μου! Από τώρα βλέπω τον εαυτό μου Πρωτοπόρο κι Αρχηγό Σχολής! Εκτός αν, ήδη, εν αγνοία μου, το σύστημα, που νομίζω πως εγκαινιάζω σήμερα, έχει διατυπωθεί από κανέναν άλλον – οπότε δε μου μένει παρά να παραιτηθώ κάθε σχετικής φιλοδοξίας…

Με τους φιλικούς χαιρετισμούς μου

Ναπολέων Λαπαθιώτης

ΥΓ. Επειδή όσα γράφω παραπάνω, μπορεί να συκοφαντηθούν ότι αποτελούν μια τερατώδη ειρωνεία από μέρους μου, σπεύδω να δηλώσω πως δεν είναι!…

Ο ίδιος

2ο ΥΓ. Αλλά κι αν είναι, – μια φορά το σύνθημα δε δίνεται;

Πάλι ο ίδιος

Έχω μονοτονίσει και εκσυγχρονίσει την ορθογραφία. Στο σονέτο τόνισα όλα τα «του», επειδή, όπως παρατήρησε ο φίλος Γεράσιμος Μπερεκέτης, ειδικά στα υπερλεξιστικά ποιήματα δεν μπορείς αλλιώς να διακρίνεις αντωνυμίες από άρθρα αφού δεν βοηθούν τα συμφραζόμενα.

Διότι βεβαίως το σονέτο του Λαπαθιώτη είναι υπερλεξιστικό, και μάλιστα υπερλεξιστικό avant la lettre, αφού το κίνημα του υπερλεξισμού φάνηκε αμέσως μετά τον δεύτερο πόλεμο στην Εσπερία και καμια εικοσαριά χρόνια μετά στη χώρα μας με τον Ελευθέριο Δούγια (Αλέξανδρο Σχινά).

Με μια εξαίρεση, όλες οι «σημαντικές» λέξεις του σονέτου, δηλαδή ουσιαστικά, επίθετα και ρήματα ή μετοχές, είναι ανύπαρκτες, πλασμένες από τον Λαπαθιώτη. Οι υπόλοιπες λέξεις, άρθρα, σύνδεσμοι, προθέσεις και αντωνυμίες (ένα, που, το, σε, στα, τον, και, σαν κτλ.) είναι της κανονικής ελληνικής γλώσσας. Η μία εξαίρεση είναι η πρώτη λέξη του σονέτου, «ζητώντας», που αν και μετοχή, έχει παρθεί από την κανονική γλώσσα -ίσως για να εισάξει τον αναγνώστη πιο ομαλά στο παιχνίδι του ποιητή.

Φυσικά, ο Λαπαθιώτης παίζει, ειρωνεύεται τον σουρεαλισμό, όπως φαίνεται και από τον φιλοπαίγμονα τόνο της επιστολής και από τα δύο υστερόγραφα. Κάτι που δεν ξέρω να έχει προσεχτεί ως τώρα απ’ όσους ανάλυσαν το ποίημα, είναι πως το τεύχος 271 της Νέας Εστίας, στο οποίο δημοσιεύτηκε, κυκλοφόρησε την 1η Απριλίου 1938 -δεν νομίζω να πρόκειται για σύμπτωση. Πρωταπριλιάτικη φάρσα κάνει με το γράμμα του ο Λαπαθιώτης για να πειράξει τους σουρεαλιστές.

Να σημειωθεί ότι ο Λαπαθιώτης ήταν ταχτικός συνεργάτης της Νέας Εστίας και φίλος τού Πέτρου Χάρη, του διευθυντή της. Αν ήθελε να δημοσιεύσει το σονέτο του ως κανονικό δημοσίευμα, δεν είχε παρά να το ζητήσει. Επέλεξε όμως να το στείλει στη στήλη της αλληλογραφίας -γι’ αυτό και το χαρακτήρισα πάρεργο, παιχνίδι.

Παιχνίδι που ενόχλησε. Ο Οδυσσέας Ελύτης, νεαρός τότε ποιητής και φανατικός του υπερρεαλισμού, σε άρθρο του στα Νεα Γράμματα με τον ενδεικτικό τιτλο «Οι κίνδυνοι της ημιμάθειας», αφού πετάξει καμιά δεκαριά ονόματα Γάλλων θεωρητικών στους οποίους θα έπρεπε κανείς να έχει μελετήσει για να μπορεί να του απαντήσει, κατηγορεί για ημιμαθείς όλους τους αρνητές του σουρεαλισμού, και γράφει τα εξής: Όλες οι αποχρώσεις της θρασύτητας που η άγνοια μπορεί να γεννήσει αντιπροσωπεύονται ρητά στα γραφόμενα μερικών ανθρώπων (που κοντά στ’ άλλα δεν έχουν ούτε την ελαχίστη ανατροφή) όπως π.χ. των κ.κ. Ε. Λιακάκου (;), Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, Χ. Λεβάντα κ.ά.

Σε επόμενο δημοσίευμά του στο ίδιο περιοδικό ο Ελύτης, απαντώντας στις αντιδράσεις που γέννησε η βίαιη επίθεσή του, ξεκαθαρίζει: Δεν έβρισα κανέναν απολύτως. Απλούστατα αμφισβήτησα την ύπαρξη ανατροφής σε τρεις κυρίους που αυτοί πρώτοι με προκάλεσαν. Αν οι αναγνώστες μου νομίζουν πως φάνηκα υπερβολικά αυστηρός, δεν έχουν παρά να διαβάσουν τις σελίδες στις οποίες τούς παραπέμπω … Νέα Εστία τ. 271, 1938….

Βλέπουμε δηλαδή ότι το φιλολογικό παιχνίδι του Λαπαθιώτη βρήκε καίριο στόχο, αφού ο Ελύτης το θεώρησε προσωπική πρόκληση και έχασε την ψυχραιμία του εκτοξεύοντας μια πρόδηλα αβάσιμη μομφή κατά του Λαπαθιώτη. Ο οποίος απάντησε με ένα φαρμακερό μπιλιετάκι, που δεν δημοσιοποιήθηκε τότε, αλλά υπάρχει στο αρχείο Ελύτη:

Ήταν χαρά μου πάντα και τιμή μου να θεωρούμαι, φίλε Κύριε, ημιμαθής ή χωρίς ανατροφή, απ’ τους ανόητους, απ’ τους ηλίθιους κι απ’ τους θρασείς αριβίστες.

Στον κύκλο του, ο Λαπαθιώτης χρησιμοποιούσε επίσης το ευφυέστατο λογοπαίγνιο ελυτιότητες για τις θεωρητικές τοποθετήσεις του Ελύτη.

Θα σταματούσαμε εδώ, αλλά υπάρχει και το θέμα της ανακρίβειας.

Στο άρθρο του Μπερεκέτη το οποίο ανέφερα πιο πάνω, γράφεται ότι: Το ποίημα δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στα «Θεσσαλικά Γράμματα» (1938), κατόπιν στο περιοδικό «Εκλογή» τεύχος 73, το 1951.

Όταν έβαλα το Βάο, γαο, δάο στον παλιό μου ιστότοπο, σε μια εποχή που μόλις είχα αρχίσει ν’ ασχολούμαι με τον Λαπαθιώτη, μετέφερα τη βιβλιογραφική αυτή πληροφορία (Το πήρα από το ιστολόγιο του Γεράσιμου Μπερεκέτη (bereketis.blogspot.com) όπου διαβάζω ότι το ποίημα δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στα «Θεσσαλικά Γράμματα» (1938)….) Κακώς δεν το έχω διορθώσει.

Το «Βάο γάο δάο» αξιώθηκε ν’ αποκτήσει δικό του άρθρο στη Βικιπαιδεια, όπου δίνεται η παραπάνω βιβλιογραφική πληροφορία με περισσότερα στοιχεία:

Πρωτοδημοσιεύτηκε στα «Θεσσαλικά Γράμματα» το 1938 και αναδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Εκλογή» τον Νοέμβριο του 1951 (τεύχος 73, σελίδα 98)[1].

Η υποσημείωση 1 παραπέμπει στο:

Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (1984). Γλωσσολογία και Λογοτεχνία: Από την τεχνική στην τέχνη του λόγου. Αθήνα: Εκδόσεις Δέσποινα Μαυρομμάτη, σελ. 134.

Κάτι δεν πάει καλά σε αυτή τη βιβλιογραφική πληροφορία. Δεν αμφισβητώ τη δημοσίευση στην Εκλογή τον Νοέμβριο του 1951, αν και δεν την έχω ελέγξει, ούτε ενδιαφέρει και πολύ αφού δεν είναι πρωτη δημοσίευση.

Αμφισβητώ όμως ότι το Βάο, γάο, δάο έκανε πρώτη δημοσίευση στα Θεσσαλικά Γράμματα το 1938, πριν από τη Νέα Εστία.

Καταρχάς, δεν ταιριάζει στον Λαπαθιώτη να πρωτοδημοσιεύσει σε ένα επαρχιακό περιοδικό ένα κείμενο πολεμικής που έχει στόχο του τούς κύκλους της αθηναϊκής πρωτοπορίας. Επίσης, αν είχε προηγηθεί η δημοσίευση στα Θεσσαλικά Γράμματα, η επιστολή του Λαπαθιώτη στη Νέα Εστία είναι άτοπη. Το μόνο σενάριο που θα μπορούσε οριακά να σταθεί θα ήταν να έχει στείλει ο Λαπαθιώτης ταυτόχρονα με την επιστολή στη Νέα Εστία, μια πανομοιότυπη επιστολή στον διευθυντή του θεσσαλικού περιοδικού, που θα ήταν φίλος του, και να δημοσιεύτηκε πρώτη εκείνη.

Ωστόσο, τίποτα τέτοιο δεν συμβαίνει, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν μαρτυρείται περιοδικό με τίτλο Θεσσαλικά Γράμματα που να εκδιδόταν το 1938.

Τα Θεσσαλικά Γράμματα ήταν μηνιαίο λογοτεχνικό περιοδικό που εκδόθηκε το 1935 από ομάδα φιλολογούντων νέων της Λάρισας (Όμιλος Διανοουμένων και Φιλοτέχνων Λαρίσης). Είχε αξιόλογους συνεργάτες εντός και εκτός Θεσσαλίας (όχι τον Λαπαθιώτη). Όμως, εξέδωσε 9 μόνο τεύχη, όλα το 1935, και σταμάτησε να εκδιδεται.

Μετά τον πόλεμο, εκδόθηκε δεκαπενθήμερο λογοτεχνικό περιοδικό με τον ίδιο τίτλο, το 1945, μακροβιότερο. Μια τρίτη προσπάθεια έγινε το 1960, πάλι με μηνιαίο περιοδικό, που νομίζω πως εξέδωσε μόνο ένα τεύχος. Αλλο περιοδικό με τον τίτλο αυτό δεν φαίνεται να υπήρξε.

Έχω στο αρχείο μου τα εννιά τεύχη των Θεσσαλικών Γραμμάτων του 1935 και τα διεξήλθα στα γρήγορα -όπως περίμενα, δεν υπάρχει το Βάο, γάο, δάο, ούτε καμιά συνεργασία του Ν. Λαπαθιώτη.

Από τη διατύπωση της Βικιπαίδειας, φαίνεται ότι πηγή της λαθεμένης βιβλιογραφικής πληροφορίας είναι το βιβλίο του Γ. Μπαμπινιώτη Γλωσσολογία και Λογοτεχνία: Από την τεχνική στην τέχνη του λόγου και μάλιστα η σελ. 134. Δυστυχώς το βιβλίο αυτό δεν το έχω. Θα μπορούσε πάντως ο Μπαμπινιώτης να δίνει ως παραπομπή μόνο τη μεταγενέστερη δημοσίευση στην Εκλογή.

Εδώ είναι που μπορείτε να βοηθήσετε -δεν αποκλείεται το βιβλίο να διανεμόταν σε φοιτητές και να το έχουν όσοι πέρασαν από τη Φιλοσοφική εκείνα τα χρόνια, αλλά έτσι κι αλλιώς μάς διαβάζουν πολλοί που έχουν πρόσβαση σε γερές βιβλιοθήκες.

Έτσι θα ξεκαθαριστεί αυτό το μικροφιλολογικό ζητηματάκι και θα διορθωθεί ελπίζω η ανακρίβεια στη Βικιπαίδεια -σταγόνα βέβαια στον ωκεανό των ανακριβειών, των εσφαλμένων πληροφοριών και των… αποφευγμάτων που πλημμυρίζουν το Διαδίκτυο, αλλά ας ασχοληθούμε και με τις σταγόνες. Στα γόνατα, αφού μιλάμε για τον Λαπαθιώτη.

 




via http://ift.tt/2z13A6k

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.