Κίτρινα κίτρα, ζουμερά λεμόνια ξανά

Πάλι έπεσαν διάφορα και δεν πρόλαβα να ετοιμάσω άρθρο, πάλι ανεβάζω αναδημοσίευση -ένα άρθρο που είχε αρχικά δημοσιευτεί εδώ πριν από εξίμισι χρόνια, την άνοιξη του 2011 και ανήκε στη σειρά άρθρων με τα «φρούτα εποχής» που αργότερα συμπεριλήφθηκαν στο βιβλίο «Οπωροφόρες λέξεις». Η σημερινή αναδημοσίευση διαφέρει αρχικά απο την αρχική, διότι έχω ενσωματώσει αρκετό υλικό από το αντίστοιχο άρθρο του βιβλίου, που δεν υπήρχε στην πρώτη δημοσίευση.

Τα λεμόνια, τα πορτοκάλια, τα μανταρίνια και τα υπόλοιπα κιτρινόχρυσα φρούτα που φαιδρύνουν τους χειμώνες, τα λέμε με μια λέξη εσπεριδοειδή. Η λέξη δεν είναι αρχαία, είναι δημιουργία του 19ου αιώνα, μεταφραστικό δάνειο από το ελληνογενές γαλλικό hespéridées, αν και στην τρέχουσα χρήση στα γαλλικά τα εσπεριδοειδή λέγονται agrumes. Στην καθομιλουμένη τα λέγαν ξινά ή λεμονοπορτόκαλα.

Προφανώς, η ονομασία «εσπεριδοειδή» ανάγεται στον μύθο με τα μήλα των Εσπερίδων, τον ενδέκατο άθλο του Ηρακλή. Ωστόσο, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι τα μήλα των Εσπερίδων ήταν εσπεριδοειδή –τουλάχιστον αν υποθέσουμε ότι έχουμε πιάσει σωστά τη γεωγραφία του μύθου και ο κήπος των Εσπερίδων ήταν προς τα δυτικά, κάπου στο σημερινό Μαρόκο, διότι όπως φαίνεται τα εσπεριδοειδή ήρθαν στην Αφρική πολύ αργότερα.

Τα φρούτα αυτά είναι ιθαγενή της Ινδίας και της Κίνας. Το πρώτο που ήρθε προς τα δικά μας μέρη είναι το λιγότερο διαδεδομένο ίσως, το κίτρο, που έφτασε στους ελληνιστικούς χρόνους –και το είπαν, στην αρχή, μηδικόν μήλον, σύμφωνα με τη συνήθεια που είχαν να χρησιμοποιούν το μήλο σαν γενικό όρο για τα οπωρικά.

Τον όρο μηδικόν μήλον τον χρησιμοποιεί ο Θεόφραστος, τον 4ο αιώνα π.Χ., που το ήξερε το κίτρο, έστω κι αν δεν είχε αρχίσει ακόμα να καλλιεργείται στα μέρη τα δικά μας. Αντίθετα, τον πρώτο αιώνα μ.Χ., η καλλιέργειά του έχει πλέον διαδοθεί, κι έτσι ο Διοσκουρίδης γράφει «τα δε μηδικά λεγόμενα ή περσικά ή κεδρόμηλα, ρωμαϊστί δε κίτρια, πάσι γνώριμα».

Η λέξη κίτριον ή κιτρίον (και οι δυο τονισμοί υπάρχουν) θεωρείται δάνεια από το λατινικό citrus, το οποίο μπορεί με τη σειρά του να είναι δάνειο από το ελλ. κέδρος (μέσω ετρουσκικών), εξόν κι αν είναι και τα δυο δάνεια από κάποιαν άλλη γλώσσα. Ο Γαληνός τον δεύτερο αιώνα βεβαιώνει ότι η αλλαγή της ονομασίας έχει πια εδραιωθεί: «ταύτης ο καρπός ουκέτι μήλον μηδικόν, αλλά κιτρίον υπό πάντων ονομάζεται». Το κιτρίον έγινε στα σημερινά ελληνικά κίτρο, που το λέμε και κιτρολέμονο για να θυμηθούμε το τραγούδι του Χατζιδάκι σε στίχους Γκάτσου:

Το κίτρο συνήθως δεν τρώγεται, χρησιμοποιείται μόνο για λικέρ (το κίτρο Νάξου), για γλυκά και για καραμέλες. Παλιότερα, όταν υπήρχε ζήτηση, τα εξάγανε μέσα σε άλμη. Τώρα πια το μόνο είδος κίτρου για το οποίο υπάρχει σταθερή ζήτηση πρέπει να είναι το εβραϊκό, ένα μικρό είδος κίτρου που λέγεται etrog, και που κάθε πιστός εβραίος πρέπει να έχει ένα τέτοιο μαζί του για τη γιορτή της Σκηνοπηγίας, και που αν είναι αψεγάδιαστο μπορεί να πουληθεί πανάκριβα (διότι η Βίβλος λέει ότι πρέπει να είναι «ωραίος καρπός»). Το εβραϊκό κίτρο παλιότερα ευδοκιμούσε στην Κέρκυρα, την Πάργα και στη Νάξο, και ακόμα λέγεται greek citron, ελληνικό κίτρο, αλλά τώρα πια έχει μεταφερθεί η καλλιέργεια στο Ισραήλ. Λέγεται μάλιστα ότι ρόλο στο αντισημιτικό πογκρόμ του 1891 στην Κέρκυρα έπαιξε έμμεσα και η διαμάχη ανάμεσα στο καρτέλ των χριστιανών καλλιεργητών κίτρου, που ανέβαζε τις τιμές, και στους ραββίνους πιστοποιητές, αλλά για περισσότερα θα πρέπει να διαβάσετε τι λέει εδώ. (Κι αν υπάρχει άλλη άποψη, διότι αυτή είναι μάλλον ευμενής προς τη μία πλευρά, να την ακούσω).

Μπορεί το κίτρο να μην έχει ιδιαίτερη παρουσία στη ζωή μας, αλλά μάς έδωσε μια λέξη που είναι πανταχού παρούσα, αφού το χρώμα κίτρινο βγήκε ακριβώς από το κίτρο, κίτρινο το χρώμα του κίτρου, λέξη ελληνιστική βέβαια· στην κλασική αρχαιότητα δεν υπάρχει λέξη που να δηλώνει ακριβώς το κίτρινο χρώμα και μόνο αυτό· υπάρχει το ωχρός, το χλωρός, το κιρρός, το ξανθός, αλλά, επαναλαμβάνω γιατί φαίνεται παράξενο, καμιά τους δεν δηλώνει ακριβώς το κίτρινο ή μόνο το κίτρινο.

Κατά τα άλλα, το κίτρο ως λέξη δεν ακούγεται πολύ. Ο Γρυπάρης έχει την παρομοίωση «χλωμούς σαν μαραμένα κίτρα», ενώ στο Φως που καίει ο Βάρναλης βάζει τη Μαγδαληνή να μιλάει για «του κόρφου μου τ’ αμάραντα και μοσκοβόλα κίτρα» –μια προφανή παρομοίωση που θα τη δούμε και πιο κάτω για τα λεμόνια.

Το λεμόνι, πάλι, ήρθε αργότερα στα μέρη μας (δείτε όμως και στο τέλος του άρθρου). Οι Άραβες το καλλιεργούσαν κατά τον 11ο αιώνα και από αυτούς πέρασε στην Ευρώπη είτε από την ιβηρική χερσόνησο είτε από τη Σικελία, ίσως πάλι και από σταυροφόρους που το έμαθαν στην Παλαιστίνη. Πάντως, στις ευρωπαϊκές γλώσσες φαίνεται ότι πρώτο πέρασε στα ιταλικά, limone, και από εκεί στις υπόλοιπες γλώσσες, μεταξύ των οποίων και στα ελληνικά, όπου πράγματι απαντά ο τ. λιμόνι αν και γρήγορα μετατράπηκε σε λεμόνι. Στα αραβικά είναι laimun/leymun, και ίσως η παραλλαγή λεϊμόνι, που είναι ακόμα πολύ διαδεδομένη να οφείλεται σε δανεισμό ή επιρροή της αραβικής λέξης. Στα γαλλικά, το limon δεν επικράτησε, και οι γάλλοι το λεμόνι το λένε citron, ενώ στα αγγλικά citron είναι το κίτρο. Αντίστοιχα, λέμε κιτρικό οξύ, από το κίτρο, αλλά η λαϊκή ονομασία του μέχρι τελευταία ήταν λεμόντουζου, που είναι δάνειο από τα τουρκικά (limontuzu) και που δεν είναι σε γενική πτώση.

Και το λεμόνι και το κίτρο εμφανίζονται στον υστεροβυζαντινό Πωρικολόγο, ένα σατιρικό ποίημα που το έχω αναφέρει κι αλλη φορά, όπου προσωποποιούνται τα διάφορα οπωρικά: το κίτρο ηγεμονεύει, στη δεύτερη θέση της ιεραρχίας (ηγεμονεύοντος του περίβλεπτου Κίτρου), ενώ στην ένατη θέση βρίσκουμε τον Λεμόνιο, τον μεγάλο δρογγάριο. Στα δημοτικά τραγούδια, πάλι, την κοντούλα τη λεμονιά τη Βησσανιώτισσα εκείνος που τη φίλησε αρρώστησε.

Βέβαια τα λεμόνια της πρέπει να είναι τα στήθη της νεαρής κοπέλας, μια πολύ συχνή παρομοίωση· άλλα δημοτικά το λένε πιο απερίφραστα, π.χ. της νεαρής συζύγου προς τον «βερέμη» άντρα της:

κι άπλωσε τα ξεράδια σου στους αργυρούς μου κόρφους
να ιδείς δυο κιτρολέιμονα, δυο πατρινά λεϊμόνια.

ή σε μαντινάδα:

Χαρώ τα τα βυζάκια σου τα μοσκομυρισμένα,
σα δυο λεμόνια στο κλαδί, έτσα ’ναι ταιριασμένα.

Στη φρασεολογία, έχουμε καταρχάς, την εύκολη παρομοίωση κίτρινος σαν λεμόνι ή κιτρίνισε σαν το λεμόνι (λέμε βέβαια και σαν φλουρί, παρόλο που φλουριά δεν έχουμε πια στο πουγγί μας, ούτε και πουγγί άλλωστε). Έπειτα, όταν εκμεταλλευτούν κάποιον, του πάρουν ό,τι καλύτερο έχει να προσφέρει και μετά τον πετάξουν σαν άχρηστο, λέμε ότι «τον έστυψαν σαν λεμόνι» ή «τον πέταξαν σαν στυμμένη λεμονόκουπα». Αυτό το λέμε για εταιρεία που απομυζά από τον εργαζόμενο και την τελευταία ικμάδα των δυνάμεών του ή και για αχόρταγο ερωτικό σύντροφο. Είναι πολύ παραστατική έκφραση που υπάρχει και σε άλλες γλώσσες αλλά θα μπορούσε κάλλιστα να πρόκειται για ανεξάρτητο σχηματισμό και όχι για δάνειο.

Με τη λεμονόκουπα έχουμε βέβαια και τη φράση «θα μας πάρουνε με τις λεμονόκουπες» ή «με τα σαπιολέμονα» ή «με τα λεμόνια», δηλαδή θα μας αποδοκιμάσουν βίαια, φράση που παραπέμπει σε δημόσιες διαπομπεύσεις, όπου ένα από τα πιο πρόχειρα όπλα ήταν οι λεμονόκουπες που άφθονες υπήρχαν στα απορρίμματα εστιατορίων κτλ. Μια τέτοια εκδίωξη με λεμονόκουπες έχει απαθανατιστεί στη σατιρική μας ποίηση· πρόκειται για την αποπομπή του Αυγουστίνου Καποδίστρια, για την οποία ο Παν. Σούτσος, θριαμβεύοντας, έγραψε:

Τα παιδιά με τα λεμόνια το κατόπι μου με παίρνουν…
στους Κορφούς ενώ οι Φράγκοι σαν κατάδικο με σέρνουν…
Μη παιδιά, με τα λεμόνια!!! Έγια μόλα! Έγια λέσα!
Ένας κόντες είναι μέσα.

Έχω βρει και μιαν άλλη φράση, από την ανατολική Θράκη, που δεν πρέπει να χρησιμοποιείται πια, και λέγεται, διαβάζω, σε κάποιον που (μας) ειρωνεύεται βάναυσα: στο μεζέ σου λίγο λεμόνι ή στο μαϊτάπι σου λίγο λεμόνι βάλε. Μαϊτάπι (maytap) θα πει πείραγμα, ειρωνεία, και είναι λέξη που τη βρίσκει και σήμερα κανείς στην Κύπρο, αλλά και στη Χίο, αλλά καλύτερα να μην ξεστρατίσουμε τη συζήτηση.

Λέω να μην ξεστρατίσουμε τη συζήτηση, αλλά ετοιμάζομαι τώρα εγώ ο ίδιος να ανοίξω μια θηριώδη παρένθεση. Μπορείτε αν θέλετε να παραλείψετε τις επόμενες 800 ή περίπου τόσες λέξεις και να πάτε κατευθείαν στις τελευταίες παραγράφους που μιλάνε για ποίηση, πρέπει όμως πρώτα να μπω σε λεπτομέρειες σχετικά με το πότε ήρθαν τα λεμόνια στα μέρη μας.

Λοιπόν, Αν δεν βαριέστε να διαβάσετε, πρέπει να πω ότι αυτό που γράφω πιο πάνω, ότι τα λεμόνια ήρθαν στα μέρη τα δικά μας μετά τον 10ο αιώνα, δεν είναι αποδεκτό από όλους. Ειδικότερα, ο Andrew Dalby, γνωστός μελετητής της αρχαίας και βυζαντινής διατροφής (έχει και ιστολόγια), που ένα του βιβλίο έχει μάλιστα μεταφραστεί στα ελληνικά, το Siren Feasts (Σειρήνια δείπνα), υποστηρίζει ότι τα λεμόνια είχαν φτάσει στα μέρη μας από την ελληνιστική εποχή, αλλά δεν είχαν διαδοθεί πολύ.

Ο Ντάλμπι βασίζεται σε ένα απόσπασμα στον Αθήναιο (σελ. 144 της αγγλικής έκδοσης): It may be that we can date its appearance rather closely thanks to the observation by Atheneaus’ speaker [84a], ‘down to our grandfathers’ time nobody ate it’, an assertion which can be linked to that in Plutarch’s Symposium Questions (8.9): ‘We know that many elderly people have not learnt to enjoy the taste of watermelon, kitrion or pepper’. This edible kitrion (for the Greeks then, like the Germans now, did not distinguish the two species by name) was surely the lemon.

Και προχωράει λέγοντας για μια τοιχογραφία στην Πομπηία που δείχνει λεμονιά και όχι κιτριά (από πού το ξεχωρίζει;) ενώ μόνο στις υποσημειώσεις παραδέχεται ότι υπάρχουν και κάποιοι που λένε ότι τα λεμόνια έφτασαν πολύ αργότερα.

Ας δούμε τα δυο επίμαχα αποσπάσματα. Ο Αθήναιος λέει: «το κιτρίον είναι λέγεσθαι πεπίστευκα. καὶ μηδεὶς ὑμῶν θαυμαζέτω εἴ φησιν μὴ ἐσθίεσθαι αὐτό, ὁπότε γε καὶ μέχρι τῶν κατὰ τοὺς πάππους ἡμῶν χρόνων οὐδεὶς ἤσθιεν, ἀλλ’ ὥς τι μέγα κειμήλιον ἀπετίθεντο ἐν ταῖς κιβωτοῖς μετὰ τῶν ἱματίων». Ιδού τι λέει ο Πλούταρχος: «σικύου δε πέπονος και μήλου Μηδικού και πεπέρεως πολλούς ίσμεν  των πρεσβυτέρων γεύσασθαι μη δυναμένους».

Στη γραμματεία δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία για λεμόνια, μόνο για φαγώσιμα κίτρα. Ο Ντάλμπι, στηριζόμενος στο ότι τα κίτρα δεν τρώγονται, ερμηνεύει ότι στην αναφορά του Αθήναιου και του Πλουτάρχου εννοούνται τα λεμόνια, αλλά αυτό είναι άλμα. Εγώ αντίθετα λέω ότι α) στο απόσπασμα του Αθήναιου, το κιτρίον, που δεν το τρώγαν οι παππούδες, είναι σαφώς το κίτρο’ αν προσέξουμε, θα δούμε ότι στην αμέσως επόμενη σελίδα του Αθήναιου γίνεται λόγος για κατανάλωσή του ως αντιδότου, όχι για κανονικό φάγωμά του, μια χρήση που οι παππούδες αγνοούσαν αλλά την αναφέρει και πολύ παλιότερα ο Θεόφραστος, αλλά και ο Διοσκουρίδης. Επίσης, ότι τα κίτρα τα έβαζαν οι αρχαίοι στα κιβώτια με τα ρούχα, για να τα διατηρούν (τα ρούχα) φρέσκα,  αυτό μας το λέει και ο παλιότερος Διοσκουρίδης.

β) το απόσπασμα του Πλούταρχου, που χρησιμοποιεί άλλωστε το παλιότερο όνομα για το κίτρο, μηδικό μήλο, πιστεύω ότι αναφέρεται στο κίτρο και μας δείχνει ότι τελικά κάποιοι το τρώγανε (ίσως όχι όλα τα κίτρα αλλά κάποιες ποικιλίες τους).

Να σημειωθεί ότι ο Ντάλμπι μεταφράζει στα αγγλικά και με πλάγια kitrion την αναφορά του Πλουτάρχου για να νομίσει ο αναγνώστης ότι ο Πλούταρχος λέει «κίτριον», ενώ ο Πλ. λέει «μηδικόν μήλον». Δεν είναι και πολύ έντιμο αυτό. Και από εκεί και πέρα, κατασκευάζει την άποψη ότι οι Έλληνες έλεγαν αδιακρίτως «κίτρον/κίτριον» είτε το λεμόνι είτε το κίτρο, χωρίς να υπάρχει (έτσι λέω εγώ) κανένα έρεισμα της άποψης αυτής. Και στο νεότερο βιβλίο του Tastes of Byzantium, όπου έχει μεταφράσει διάφορα βυζαντινά διατροφολογικά συγγράμματα, όλες τις αναφορές σε «κίτριον/κίτρον» τις μεταφράζει lemon, όχι citron!

Εγώ βρίσκω απόλυτα πειστικόν τον Γεώργιο Γεννάδιο που λέει ότι λεμόνια ήρθαν στα μέρη μας πολύ αργότερα. Αφενός, το όνομα σε όλες τις γλώσσες είναι αραβικό. Αφετέρου, όπως λέει ο Γεννάδιος, οι ίδιοι οι Άραβες συγγραφείς δεν αναφέρουν το λεμόνι νωρίτερα από τον 10-11 αιώνα (π.χ. δεν το έχει ο Αβικέννας). Θα μου πείτε, μπορεί να είχαν φτάσει λεμόνια αλλά να μην είχαν πολυδιαδοθεί (και ο Ντάλμπι άλλωστε αναγνωρίζει ότι το «λεμόνι» (αυτό που ο ίδιος λέει λεμόνι) έμεινε σχετικά άγνωστο, όπως και η Βικιπαίδεια στο λ. lemon).

Αυτό όμως δεν στέκει στη λογική, γιατί αν είχαν φτάσει έστω και λίγα λεμόνια θα είχαν ευδοκιμήσει, μια και πιάνουν πολύ στα εδάφη τα ελληνικά, όπως έγινε άλλωστε και με τα λεμόνια όταν πράγματι έφτασαν, όπως έγινε και με τα κίτρα, που ενώ στον Θεόφραστο ήταν κάτι το εξωτικό, στον Διοσκουρίδη έχουν γίνει πασίγνωστα. Δεν μπορεί δηλαδή να έμειναν τα λεμόνια χίλια χρόνια στο περιθώριο!  Εννοώ, δεν μπορεί την εποχή του Πλούταρχου οι νέοι να έτρωγαν λεμόνια (μηδικά μήλα) και να μην έχει γεμίσει λεμονιές ο τόπος, και μετά να τα ξέχασαν!

Άρα, και με όλον τον σεβασμό στον Άντριου Ντάλμπι, η πεποίθησή μου είναι ότι τα λεμόνια δεν ήρθαν στα μέρη μας τον 2ο αιώνα όπως λέει εκείνος αλλά τον 11ο.  Άλλωστε, και ο ίδιος ο Ντάλμπι σε επόμενο βιβλίο του (Food in the Ancient World from A to Z, που μπορείτε (ή μπορούσατε) να το φυλλομετρήσετε στα google books) αναγνωρίζει ότι the evidence is inconclusive και λέει ότι μερικοί πιστεύουν ότι το λεμόνι ήρθε επί Αράβων.

Και μετά από αυτή την ίσως βαρετή παρέκβαση, ας επιστρέψουμε σε πιο εύφορα εδάφη.

Στη συνείδησή μου έσταξα λεμόνι, λέει ο Ελύτης, ενώ ο Ηλίας Λάγιος θυμάται σεμνά κορίτσια, αγόρια μυρωμένα / μοσχοβόλαγεν η ήβη τους λεμόνι. Υπάρχει βέβαια και το Λεμονόδασος του Κοσμά Πολίτη, η νεανική Γρανίτα από λεμόνι και ο εφηβικός Λέμονι Σνίκετ, και το ρεμπέτικο Κάτω στα Λεμονάδικα του Βαγγέλη Παπάζογλου. Λεμονάδικα ήταν μια περιοχή του Πειραιά στην ακτή Τζελέπη, απέναντι από τον σταθμό του Ηλεκτρικού, όπου ξεφόρτωναν τα καΐκια από τα νησιά.

Ότι όλα δεν είναι ειδυλλιακά με τα φρούτα γενικώς και με τα λεμόνια ειδικώς, μας το θυμίζει το ποίημα του Μάρκου Μέσκου, με το οποίο διαλέγω να κλείσω το άρθρο, που κατά σύμπτωση κι αυτό Λεμονάδικα λέγεται:

Λεμονάδικα

Άνθη κερασιάς, σταφύλι από την ξέρα του ήλιου
τα στάρκεν ωριμάζουνε με το νερό και τη φεγγερή σελήνη
ως και το χιονισμένο κάστανο κουβαλούσα
ψωμί σπίτι να πάω, να σκληρύνω την πληγή μου.

Καρπούζια! –εδώ έφαγα τα στήθια μου
Σταφύλι! –εδώ έφαγα τα στήθια μου
Λεμόνια! –εδώ έφαγα τα στήθια μου
Λεμονάδικα – φορτηγά – αχθοφόροι μ’ ανθισμένες πλάτες…

 




via http://ift.tt/2i8DS9B

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.