Οι λέξεις της μουσικής ξανά

Επαναλαμβάνω σήμερα ένα άρθρο που είχα δημοσιεύσει εδώ πριν από έξι χρόνια, ελπίζοντας να μην το θυμάστε πολύ καλά οι παλαιότεροι. Παρόλο που είχαν γίνει πολλά και καλά σχόλια στο αρχικό άρθρο, ελάχιστα ενσωματώνω στην αναδημοσίευση επειδή ήδη ήταν μεγάλο το αρχικό άρθρο και έκρινα πως θα παραφορτωνόταν.

Λένε πως η μουσική μπορεί να πει τα πάντα χωρίς να χρησιμοποιεί λέξεις, όταν όμως εμείς οι άνθρωποι μιλάμε για τη μουσική λέξεις βέβαια χρησιμοποιούμε, καθώς και μια ειδική ορολογία –και το σημερινό μας ταξίδι θα περιστραφεί γύρω από αυτή την ορολογία και τις λέξεις της μουσικής.

Η ίδια η μουσική πήρε τ’ όνομά της από τις μούσες· και αρχικά, μουσική τέχνη ήταν κάθε τέχνη που είχε προστάτιδα κάποια από τις εννιά Μούσες, σιγά-σιγά όμως το ουσιαστικό «τέχνη» μαράθηκε κι έπεσε, ενώ η σημασία στένεψε κι έμεινε στη μουσική και στη λυρική ποίηση. Από τα λατινικά, musica, πέρασε η λέξη στις νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες και έγινε διεθνής.

Όπως διεθνής λέξη έγινε και το μουσείον, που ήταν στην αρχή ο χώρος ο αφιερωμένος στις Μούσες· και επειδή στη Δύση έφτιαχναν στα πάρκα τους σπήλαια αφιερωμένα στις Μούσες, που τα διακοσμούσαν με ένα ιδιαίτερο είδος ψηφιδογραφίας, αυτό ονομάστηκε musaicus, των Μουσών δηλαδή, και από εκεί το ιταλικό mosaico και αντιδάνειο το δικό μας μωσαϊκό, κάποτε ταπεινό και τώρα περιζήτητο· το μωσαϊκό, που μέσω των στίχων της Νικολακοπούλου ακόμα διατηρεί κάποια σχέση με τη μουσική, αφού τα πιο ωραία λαϊκά σε σπίτια με μωσαϊκά τα είχαμε χορέψει.

Η μουσική μιλάει μόνη της, λέγαμε πιο πάνω, αλλά ταυτόχρονα μιλάει τη γλώσσα στην οποία γράφονται τα πιο δημοφιλή μουσικά έργα της εκάστοτε εποχής. Κάποτε, μιλούσε ελληνικά· στην εποχή μας, μιλάει σαφώς αγγλικά· ίσως πριν από τον πόλεμο να μιλούσε γαλλικά, πάντως για πολλούς αιώνες νωρίτερα η μουσική μιλούσε ιταλικά. Και όχι μόνο η μουσική, αλλά και οι μουσικοί μιλούσαν ιταλικά, είτε ήταν Ιταλοί, πράγμα καθόλου σπάνιο καθώς πλήθη Iταλών μουσικών και τραγουδιστών είχαν κατακλύσει τις βασιλικές αυλές και τις λυρικές σκηνές της Ευρώπης, είτε ήταν ντόπιοι και αναγκάζονταν να χρησιμοποιούν την ιταλική ορολογία, ή και την ιταλική γλώσσα. Χαρακτηριστικό είναι ότι όταν η όπερα του Μότσαρτ «Η μεγαλοψυχία του Τίτου» ανέβηκε στην Πράγα τον Σεπτέμβριο του 1791, λίγο πριν από τον θάνατό του, η αυτοκράτειρα Μαρία Λουίζα λέγεται ότι την απέρριψε περιφρονητικά, χαρακτηρίζοντάς την, εις επήκοον όλων, porcheria tedesca, γερμανική γουρουνιά. Η Γερμανίδα αυτοκράτειρα χρησιμοποιούσε την ιταλική γλώσσα για να βρίσει τον κορυφαίο Γερμανό συνθέτη! (και ας μην ανοίξουμε τώρα συζήτηση αν ο Μότσαρτ ήταν Αυστριακός ή Γερμανός). Την ίδια εποχή ο Μότσαρτ είχε αποφασίσει να ξεκόψει με την Αυλή και να στραφεί προς το λαϊκό θέαμα, στα φτηνά θεατράκια των προαστίων, και είχε ήδη κάνει την περισσότερη δουλειά πάνω σε ένα γερμανόφωνο λιμπρέτο του «αδελφού» του, του επίσης ελευθεροτέκτονα Σικανέντερ –κι έτσι γεννήθηκε αυτό το μπερδεμένο αριστούργημα, ο Μαγικός Αυλός, που είχαμε μια φορά την κουβέντα του και αποφανθήκαμε ότι κακώς ειπώθηκε Μαγεμένος σε μετάφραση από τα γαλλικά (La flute enchantée). Αλλά πλατειάζω. Το γεγονός είναι ότι η σοβαρή μουσική, επειδή στην περίοδο της άνδρωσης και της ακμής της ήταν ιταλόφωνη, έχει λεξιλόγιο σχεδόν αμιγώς ιταλικό -και ακόμα και σήμερα, επειδή οι περισσότερες όπερες έχουν λιμπρέτο ιταλικό, οι λυρικοί τραγουδιστές ξέρουν ιταλικά.

Πάντως, αν το εξετάσουμε ετυμολογικά, ακόμα και στο αμιγώς ιταλικό λεξιλόγιο της όπερας υπάρχουν κάμποσες λέξεις ελληνικής απώτερης αρχής, με πρώτην την άρια. Η άρια (aria) είναι το αεράκι, και η λέξη η λατινική είναι δάνειο από το ελληνικό αήρ. Σημασιολογικά, δεν είναι παράδοξο που η αρχική σημασία (αεράκι) επεκτάθηκε να σημαίνει τον σκοπό που τραγουδάμε· παρόμοια σημασιολογική εξέλιξη υπάρχει και στα τούρκικα, όπου χαβά είναι ο αέρας (εξ ου και η Τουρκ Χαβά Γιολαρί, η εθνική τουρκική αεροπορική εταιρεία που τόσο γέλιο προκαλεί σε κάποιους Έλληνες) και βέβαια χαβάς είναι και ο σκοπός, η μελωδία, και κατ’ επέκταση κάτι που το κάνουμε συνεχώς και επίμονα, συχνά ενοχλητικό και «το χαβά του αυτός» ή κι απόψε ξαναρχίσαμε το ίδιο χαβαδάκι, που λέει και το τραγούδι.

Οι εφτά νότες που χρησιμοποιούμε, δεν είναι ακριβώς ιταλικές, αν και Ιταλός εμπνεύστηκε τα ονόματά τους, και συγκεκριμένα ο Guido d’Arezzo, ο οποίος, το 1025, ενώ δίδασκε εκκλησιαστική μουσική, πήρε τις πρώτες συλλαβές από έναν ύμνο προς τον Ιωάννη τον Πρόδρομο, και ονόμασε έτσι τις εφτά νότες:

Ut queant laxis

Resonare fibris

Mira gestorum

Famuli tuorum

Solve polluti

Labii reatum

Sancte Iohannes (στην έβδομη νότα δεν παίρνει την πρώτη συλλαβή, αλλά τα αρχικά γράμματα).

Το ut επειδή δεν είναι πολύ ηχηρό, αργότερα αντικαταστάθηκε από το do, ίσως σαν πρώτη συλλαβή της λέξης Domine (Κύριε). Αρχικά όμως, η πρώτη αυτή νότα ονομάστηκε gamma, από το ελληνικό γάμμα, και μετά ο όρος gamma έφτασε να σημαίνει όλη την οκτάβα –με τον καιρό, η σημασία διευρύνθηκε, κι επέστρεψε και στα ελληνικά σαν αντιδάνειο, όταν λέμε ότι ένα προϊόν διατίθεται σε μεγάλη γκάμα χρωμάτων, ας πούμε.

Όπως θα ξέρετε, όμως, οι αγγλοσάξονες και οι γερμανοσλάβοι αργότερα ονομάτισαν τις νότες με τα γράμματα του λατινικού αλφαβήτου, από Α έως G, σύστημα πολύ απλό αλλά και πολύ πεζό. Το Α αντιστοιχεί στο Λα ή, αντίστροφα, το Ντο αντιστοιχεί στο C (επιπλέον, οι Γερμανοί αντί για Β έχουν Η, για κάποιο λόγο).

Όσο για τις βυζαντινές νότες, πα, βου, γα, δι, κε, ζω, νη, το μυστικό των ονομάτων τους λύνεται εύκολα αν προσέξουμε λίγο: είναι βασισμένα στα εφτά πρώτα γράμματα του αλφαβήτου. Στο Καπλάνι της Βιτρίνας της Άλκης Ζέη, αν θυμάμαι καλά, τα κορίτσια έλεγαν πως ο παππούς τους μιλούσε «βυζαντινά», επειδή έλεγε τις νότες πα-βου-γα-δι-κε-ζω-νη. Λίγοι όμως ξέρουν ότι οι ονομασίες αυτές για τις βυζαντινές νότες δεν επινοήθηκαν επί βυζαντινής αυτοκρατορίας, παρά πολύ αργότερα, από τον Χρύσανθο της Μαδύτου, περί το 1815, δηλαδή λίγο πριν από την επανάσταση.

Ας περάσουμε όμως στα μουσικά όργανα. Ο λεγόμενος βασιλιάς της ορχήστρας, το πιάνο, δεν είναι και τόσο παλιό, αν σκεφτούμε ότι την εποχή του Μπαχ ήταν ακόμα πειραματικό όργανο. Το όνομά του είναι σύντμηση του pianoforte που θα πει σιγά και δυνατά. Πράγματι, ο Ιταλός Κριστοφόρι το 1709, σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει σφυράκια για να χτυπούν τις χορδές αντί για συστήματα νυγμού (που τις τσιμπούσαν) κι έτσι ο μουσικός μπορούσε πια να ποικίλλει την ένταση του ήχου του· αυτό το όργανο το ονόμασε gravicembalo col piano e forte, και με τον τρόπο αυτό το πιάνο μπορούσε να χρησιμοποιείται σε συναυλίες ενώ το καημένο το τσέμπαλο, ο πρόγονός του, ήταν πιο πολύ όργανο προσωπικής χρήσης και ιδιωτικού χώρου.

Το τσέμπαλο είναι έγχορδο, αλλά ετυμολογικώς ανάγεται στα αρχαία κύμβαλα, που βεβαίως ήταν κρουστά. Ήταν δυο κοίλοι δίσκοι, που τους κρατούσε από έναν σε κάθε χέρι ο οργανοπαίκτης και τους χτυπούσε τον έναν πάνω στον άλλον· θα θυμάστε είτε από τον Απόστολο Παύλο (Προς Κορινθίους 13.1) είτε από τον Καρυωτάκη της Μικρής Ασυμφωνίας σε άλφα μείζον (Α κύριε κύριε Μαλακάση…), το κύμβαλον αλαλάζον, την έκφραση που χρησιμοποιείται για να δηλώσει τον ρηχό άνθρωπο που επαναλαμβάνει γνώμες άλλων. Το κύμβαλον αυτό περνάει στα λατινικά ως cymbalum, αρχικά με την ίδια σημασία, αλλά μέσα στους αιώνες η σημασία αλλάζει και δηλώνεται πλέον ένα έγχορδο όργανο σαν το σαντούρι ή το ψαλτήρι. Κάποιος ευφυής οργανοποιός του Μεσαίωνα έχει την ιδέα να προσαρμόσει ένα μηχανισμό με πλήκτρα, και γεννιέται το clavicymbalum (clavis = κλειδί) στα μεσαιωνικά λατινικά, ή clavicembalo στα ιταλικά, που κυριαρχεί πριν εκτοπιστεί από το πιάνο (αν και ακόμα χρησιμοποιείται σε εκτελέσεις με όργανα εποχής· και ο Χατζιδάκις, ίσως θυμάστε, είχε παρουσιάσει στο Τρίτο τον Φλωρινιώτη με συνοδεία τσέμπαλο). Ταυτόχρονα, το μεσαιωνικό τραπεζοειδές cymbalum εμφανίζεται στα ουγγρικά ως cymbalon ή cimbalom, που υπάρχει σε δύο παραλλαγές, ένα μικρό και φορητό όργανο που καθιερώνεται στις τσιγγάνικες ορχήστρες, και ένα μεγαλύτερο, με 125 χορδές, που θεωρείται το εθνικό μουσικό όργανο της Ουγγαρίας και εντάσσεται στη συμφωνική ορχήστρα σε έργα του Λιστ, του Κόνταλι (δεν προφέρεται ακριβώς έτσι) και άλλων. Από τη μικρότερη παραλλαγή έχουμε και το ρωσικό tsimbali, και προφανώς μέσω Ρουμανίας και Μολδοβλαχίας φτάνει το όργανο και η λέξη στα ελληνικά, ως τσίμπαλο στις μικρασιάτικες ορχήστρες. Έτσι, στην αυτοβιογραφία του, ο Γιώργος Ζαμπέτας λέει:

Mε έστελνε λοιπόν ο γέρος μου και πήγαινα στον Tσιτσάνη το μπουζούκι του αλλά κι όταν δεν είχε χορδές με έστελνε και του αγόραζα. Σε ένα καφενείο τη MIKPA AΣIA, στην οδό Aθηνάς, απέναντι απ’ τα ουρητήρια του Kαραμάνου. Ήταν πιο μπροστά απ’ του Kοπελιάδη το μαγαζί. Eκεί συχνάζανε όλοι οι πρόσφυγες μουσικοί, οι Mικρασιάτες. Kαθόντουσαν εκεί και παίζανε ούτι, λαούτο, τσίμπαλο.

Όσο για το βιολί, ανάγεται στο μεσαιωνικό λατινικό vidula, που έχει μπερδεμένη και όχι πολύ σίγουρη ετυμολογία. Πάντως δεν έχει καμιά σχέση με το λουλούδι, που και αυτό λέγεται στα ιταλικά viola και που έχει δώσει το βιολετί το χρώμα, το ιώδες. Και ενώ είναι ξενόφερτο όργανο, κατάφερε να μπει στην ελληνική φρασεολογία: το βιολί του αυτός, λέμε για κάποιον που επιμένει να λέει όλο τα ίδια και τα ίδια, ή στην ίδια συμπεριφορά, σε σημείο που καταντάει ενοχλητικός, από την εικόνα του επαίτη βιολιστή που μονότονα επαναλαμβάνει την ίδια δοξαριά.

Όταν κάποιος φλυαρεί επίμονα και ανόητα, λέμε ότι τσαμπουνάει συνεχώς τα ίδια πράγματα, κι αυτή η ταπεινή λέξη ετυμολογικά είναι ξαδερφάκι με την υψηλότερη ίσως έκφανση της λεγόμενης σοβαρής μουσικής, τη συμφωνική μουσική. Η λέξη συμφωνία στα αρχαία έχει πολλές σημασίες, αλλά στην ελληνιστική εποχή, συμφωνία φαίνεται ότι είναι μεταξύ άλλων η ορχήστρα στα συμπόσια και ένα μουσικό όργανο, πιθανώς κρουστό. Στη μετάφραση των εβδομήκοντα, στον Δανιήλ, διαβάζουμε «όταν ακούσητε της φωνής της σάλπιγγος͵ σύριγγος και κιθάρας͵ σαμβύκης και ψαλτηρίου͵ συμφωνίας και παντός γένους μουσικών…» ενώ στο ευαγγέλιο του Λουκά, στην παραβολή του Ασώτου, ο άσωτος πλησιάζοντας στο σπίτι του ήκουσεν συμφωνίας και χορών. (Θα προσέξατε ότι στα αρχαία το ακούω έπαιρνε γενική· ώρες είναι να το πάρουν είδηση οι σημερινοί γενικομανείς και να αρχίσουν να λένε «δεν σου ακούω»!) Η λέξη αυτή λοιπόν περνάει στα λατινικά ως symphonia με τις έννοιες αφενός της αρμονίας ήχων και της ορχήστρας, και αφετέρου του μουσικού οργάνου, πνευστού πλέον. Με τη σημασία αυτή παράγεται το ιταλικό sampogna και στη συνέχεια zampogna, ένα πνευστό μουσικό όργανο, το οποίο διαδίδεται και προς τη δύση (π.χ. γαλλ. zampogne) και προς την ανατολή, όπου το δανειζόμαστε ως τσαμπούνα ήδη από τον Μεσαίωνα. Από εκεί και το ρήμα τσαμπουνίζω και το σημερινό τσαμπουνάω, που σημαίνει μιλώ πολύ και φλύαρα και που προφανώς γεννήθηκε από την αναλογία ανάμεσα στην επίμονη φλυαρία και στον μονότονο ήχο της τσαμπούνας.

Και το μπουζούκι; Το κατεξοχήν ελληνικό όργανο, όπως θεωρείται, της αστικής τουλάχιστον μουσικής, ετυμολογείται από την τουρκική λέξη bozuk που σημαίνει χαλασμένος, ακατάστατος, ίσως επειδή χρειαζόταν να αλλάζει συχνά κούρδισμα. Από την τουρκική σημασία καταλαβαίνουμε ότι η αρχική σημασία της λέξης μπουζουκοκέφαλος δεν ήταν αυτός που έχει κεφάλι σαν μπουζούκι αλλά αυτός που έχει χαλασμένο, στραβό κεφάλι. Αλλά και το κλαρίνο, το άλλο κατεξοχήν όργανο της δημοτικής όμως μουσικής, ήρθε σχετικά πρόσφατα στα μέρη μας, κατά την επικρατούσα άποψη από τις στρατιωτικές μπάντες των Βαυαρών αλλά πιθανώς και από περιοδεύοντες μουσικούς, πάντως όχι νωρίτερα από το 1800. Είναι δάνειο από τα ιταλικά (clarino, που αρχικά σήμαινε την τρομπέτα στα ιταλικά) που ανάγεται στο claro = καθαρός, ηχηρός.

Και το κλαρίνο έχει περάσει στη φρασεολογία: για κάποιον που στέκεται ακίνητος σε στάση προσοχής, συνήθως για στρατιωτικό, λέμε ότι στέκεται κλαρίνο. Και μια και περάσαμε στη φρασεολογία, πρέπει να αναφέρουμε την παλιότερη έκφραση η κοιλιά του παίζει ταμπουρά, όταν γουργουρίζει η κοιλιά από την πείνα· επίσης, για κάποιον που είναι ο τελευταίος σε μια ιεραρχία, λέμε πως είναι η τελευταία τρύπα του ζουρνά ή η τελευταία τρύπα της φλογέρας. Επειδή όμως πολλά τα είπα, για να μην αρχίσετε να λέτε ότι πήρα ψηλά τον αμανέ και να αδημονείτε πότε θα τελειώσει το τροπάριο, κάπου εδώ πρέπει να κλείσει η περιδιάβασή μας στον κόσμο των λέξεων και των φράσεων της μουσικής. Μ’ άλλα λόγια, φινίτο λα μούζικα!




via http://ift.tt/2xU4MYR

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.