40 λέξεις από τη Ρόδο (συνεργασία του Αλέξανδρου Κατσαρά)

Το ταξίδι μας στις ιδιωματικές λέξεις και τις ντοπιολαλιές της Ελλάδας συνεχίζεται με το σημερινό άρθρο -ταξίδι που μάλλον σε κρουαζιέρα έχει μετατραπεί, αφού και πάλι σήμερα έχουμε άρθρο για τις ιδιωματικές λέξεις ενός νησιού, της Ρόδου.

Έτσι η Ρόδος παίρνει τη σκυτάλη από την Ικαρία, που την είχαμε επισκεφτεί πριν από δυο βδομάδες χάρη στον φίλο μας τον Ροβυθέ, ενώ η προηγούμενη στάση μας ήταν η Μυτιλήνη, και ειδικότερα το Πλωμάρι, με τα Πλωμαρίτικα, του Γιάννη Μαλλιαρού (στο άρθρο υπάρχουν σύνδεσμοι προς τα παλιότερα σχετικά άρθρα).

Ο Αλέξανδρος Κατσαράς που θα μας ξεναγήσει στη ντοπιολαλιά της Ρόδου είναι φιλόλογος, και, σε αντίθεση με τους προηγούμενους συντάκτες ανάλογων άρθρων, δεν είναι συχνός ή περιστασιακός σχολιαστής του ιστολογίου. Με την ευκαιρία, ανανεώνω την πρόσκληση σε όποιον φίλο ενδιαφέρεται να γράψει παρόμοιο άρθρο για το λεξιλόγιο της ιδιαίτερης πατρίδας του.

Δίνω τον λόγο στον Αλ. Κατσαρά -όπως πάντα, οι δικές μου παρατηρήσεις είναι μέσα σε αγκύλες και με πλάγια. Για κάποιες ετυμολογίες έχω επιφυλάξεις αλλά δεν προλαβαίνω να τις διερευνήσω.

  1. αγκίνιoς, ο = ο  αφόρετος , ο καινούργιος  < από το στερητικό α+ γκινιάζω < εγκαινιάζω [Τη λέξη την είχαμε συναντήσει στο πρώτο άρθρο για τις αμοργιανές λέξεις]
  2. αλάργ(κ)ιου = αλλού, μακριά. Αποτελεί εξέλιξη της λέξης αλάργα =μακριά ,η οποία με τη σειρά της προέρχεται από το ιταλικό alla larga = στο ανοιχτό πέλαγος , σε μεγάλη απόσταση. Υπάρχει και σχετική παροιμία «παρά κοντά και μαλωμένα κάλλιο αλάργκιου και γαπημένα» [αλάργα στην κοινή]
  3. αροΰνος, ο = είδος φασολιού < αρχαία λέξη ανάγυρις [νομίζω πως θέλει περισσότερη διερεύνηση]
  4. βουρβουλιό, το = το πλήθος , η φασαρία του όχλου < ηχοποίητη λέξη από το βουρ-βουρ π.χ «πήγα στην συγκέντρωση και από το βουρβουλιό πονοκεφάλιασα»
  5. διαλύστρα, διάλα, η = η  χτένα <από το ρήμα διαλύω = αυτή που χωρίζει ,«διαλύει» τα μαλλιά
  6. έξηψα = κάηκα, πόνεσα < από το αόριστο του αρχαίου ρήματος εξάπτω= βάζω φωτιά, ανάβω π.χ  δοκίμασα το  φαγητό και έξηψα!
  7. ζούμπος, ο = ο όγκος στο κεφάλι μετά από κτύπημα
  8. ζουππί(δι) = όταν κάποιος βρέχεται πολύ , μουσκεύει λόγω ιδρώτα, νερού κτλ. Η λέξη προέρχεται από το λατινικό ρήμα zuppo =βαφτίζω
  9. θώρκιε ή χώρκιε =πρόσεχε, βλέπε μπροστά σου < από το αρχαίο  θεωρώ = κοιτάζω π.χ |χώρκιε μπροστά σου και μην αφαιρείσαι! Θα τρακάρουμε!»
  10. καθάμπρικο, το =το μπρίκι < από το καφέ +μπρίκι
  11. καούνι, το =το  πεπόνι [από το τουρκικό kavun. Και καβούνι. Και σε επώνυμα]
  12. καπράτσι, το = αρχικά ήταν το τσίγκινο δοχείο που έβαζαν  φαγητό όταν έφευγαν για τις δουλειές του χωραφιού. Στην συνέχεια απέκτησε ποικίλες χρήσεις ως κουβάς π.χ για άντληση νερού από το πηγάδι. Παράγεται από την αντίστοιχη τουρκική λέξη bakrac (μπακράτσι) με αναγραμματισμό. [Και «μπρακάτσι» με άλλην αντιμετάθεση]
  13. κκέλης, ο = ο φαλακρός < τουρκικό kel [Προσέξτε το διπλό σύμφωνο]
  14. κικκιά, τα  = τα παιδικά ρούχα
  15. κουλέπης, ο = ο ανάπηρος στα χέρια < κουλός < αρχαίο κυλλός (<χωλός)+έπης
  16. κουρκουνώ = θορυβώ < κρουκουνώ < κρούω+ κουνώ π.χ «μην κουρκουνάς συνέχεια , θα ξυπνήσεις το παιδί»
  17. μαγιασίλι, το = είδος εκζέματος κυρίως στο στόμα. Προέρχεται από την τουρκική λέξη  mayasıl =οι αιμορροΐδες .Μεταφορικά  ο άνθρωπος  που μιλάει πολύ, ο φλύαρος, ο  ενοχλητικός (όπως ενοχλητικές είναι και οι αιμορροΐδες) π.χ από το πρωί που ξυπνά δεν έχει κλείσει το στόμα του , κατάντησε μαγιασίλι. [Τη λέξη, που ακούγεται και αλλού, την έχει ο Βάρναλης στην Αληθινή απολογία του Σωκράτη]
  18. μαλιόρδος, ο = < μανιόρδος < ιταλικό manigoldo (o δήμιος) = αυτός που μετέφερε για ενταφιασμό τα πτώματα όσων πέθαιναν από   λοιμώδεις  ασθένειες. Tα έτη 1498-1499 έπληξε τη Ρόδο ο Μαύρος Θάνατος , η θανατηφόρα επιδημία πανούκλας και μαλιόρδοι ονομάζονταν όσοι είχαν καταφέρει να επιβιώσουν από την ασθένεια και αναλάμβαναν χρέη νεκροθάφτη. Για πολλά χρόνια μάλιστα η πιο βαριά κατάρα που ξεστομίζονταν στο νησί ήταν «που να σε δω στου μαλιόρδου τον ώμο». Σήμερα έχει την σημασία του κακούργου, του πονηρού. [Για τον μανιόρδο και τον μαλιόρδο, δείτε και το μνημειώδες άρθρο του Spiridione «Μόρτηδες και απόλοιμοι«]
  19. μάτσι, το = είδος ντόπιου χειροποίητου μακαρονιού. Προέρχεται από την λέξη αιματία και το υποκοριστικό της αιμάτιον (μάτιον-μάτσιον-μάτσι) που ήταν στην αρχαιότητα είδος λουκάνικου, παρασκευασμένο από το παχύ έντερο του χοίρου με γέμιση από ρύζι και διάφορα αρωματικά καρυκεύματα. Φαίνεται πως τα πρώτα γεύματα των μακαρονιών αυτών συνοδεύονταν από το είδος αυτού του αλλαντικού, κάτι που επηρέασε και την ονομασία τους. [Θα μπορούσε να υπάρχει και κάποια ομοιότητα στο σχήμα, αλλά προσωπικά είμαι δύσπιστος απέναντι σε αυτή την ετυμολογία και θα σκεφτόμουν και κάποιο ιταλικό. Έχουμε και το μάτσο, που βέβαια ετυμολογείται από το βενετ. mazzo (πληθυντικός mazzi) και κατά τον Μπαμπινιωτη ανάγεται στο ιταλ. mazza = σφυρί]
  20. μαυροκαλιάζω =γίνομαι μαύρος εξαιτίας του θυμού μου < μαύρος +καλιάζω= δέχομαι, προσαρμόζω
  21. μετί = βέβαια, ναι. Π.χ «Δηλαδή αυτός το κατάφερε αυτό; Απίστευτο!» «Μετί , δεν τον είχες ικανό;»
  22. μιμμί, το = η πληγή < από το τουρκικό mimit = το σπυράκι. Λέγεται κυρίως παρηγορητικά σε παιδί που έχει χτυπήσει π.χ δεν είναι τίποτα παιδί μου, μιμμί είναι θα περάσει.
  23. μουίζω-μουδώ = μυρίζω, τρώω το φαγητό μου λαίμαργα  όπως ο χοίρος (με το ρύγχος) < από το αρχαίο μύζω = μουγκρίζω
  24. μπαμπούλοι ή παμπούλες= το ποπ- κορν < από το αγγλικό bubbles= οι φούσκες , καθώς χαρακτηριστικό γνώρισμα του προϊόντος είναι το φούσκωμα [Θεωρώ πολύ δύσκολο να υπάρχει αγγλική ετυμολογία σε λαϊκή λέξη όχι ναυτική, εκτός αν εξηγείται με πολύ πειστικό και συγκεκριμένο τρόπο]
  25. ξάννα καλά = πρόσεξε καλά < από το ρήμα ξαννώ-ξαννοίω = κοιτάζω , προσπαθώ  <(ε)ξανοίγω = κοιτάω ,  παρατηρώ , εντοπίζω στον ορίζοντα
  26. πάρουμου = τουλάχιστον < τουρκικό barim (τουλάχιστον) +μου > μπάριμου > πάρουμου π.χ «δεν δουλεύεις που δεν δουλεύεις δεν βοηθάς  πάρουμου  στο σπίτι;» [Στη Μυτιλήνη, ίσως και αλλού: μπάρεμ]
  27. πασσόμυα, η = ονομασία της μεγάλης μύγας που αρέσκεται να κάθεται στο φαγητό και να το μολύνει. Η λέξη προέρχεται από το ομηρικό ρήμα πάσσω = ραντίζω ,πασαλείφω, εναποθέτω τα αυγά.
  28. πατελιά, η =  ήταν αργιλώδες χώμα που χρησιμοποιούσαν οι παλιοί στα δώματα των σπιτιών ως μόνωση (δεν άφηνε το νερό της βροχής να το διαπερνά). Ήταν συνήθως αναμεμειγμένο με φύκια, βούρλα ή πικροδάφνες και ανανεωνόταν στην αρχή του φθινοπώρου. Πιθανή η ετυμολογία της λέξης από την πατελίδα (<πατελίς = το πιάτο λόγω του σχήματος του όστρακου) καθώς το χώμα κολλούσε στο δώμα όπως η πατελίδα κολλάει στους βράχους [Και με το «πατώ» θα μπορούσε να συνδέεται]
  29. πούετα = πουθενά π.χ σήμερα βρέχει πάρα πολύ δεν πάω πούετα. [πούπετα στην κοινή].
  30. σκονάζαλο, το = το σύννεφο σκόνης < από το αρχαίο κονίσαλος < κόνις+ σάλος
  31. ταγιαντώ = αντέχω ,υπομένω < τουρκικό dayandim = ανέχομαι , αντέχω π.χ είναι ανυπόφορος , δεν τον ταγιαντώ πια [νταγιαντώ στην κοινή].
  32. τανώ = αγγίζω < από το αρχαίο τανύω = πλησιάζω κάποιον , τεντώνω π.χ μην με τανείς , είμαι πολύ εκνευρισμένος
  33. ταφκιάζω = ξυλοκοπώ κάποιον < από το ενταφιάζω. π.χ αν το  ξανακάνεις , θα σε ταφκιάσω στο ξύλο
  34. τσακ(ου)μάκι, το : ο αναπτήρας από την τουρκική λέξη çakmak [τσακμάκι στην κοινή]
  35. σκατοπάμπουλας, ο = είδος σκαθαριού , μτφ ο  άνθρωπος που ανακατεύεται στις δουλειές άλλων < από το μπάμπουρας < από το αρχαίο βομβυλιός =το σκαθάρι που κυλά ένα βώλο κοπριάς και τoν σέρνει π.χ «ό,τι και αν κάνω, μπλέκεσαι στα πόδια μου σαν τον σκατοπάμπουλα»
  36. τσαλλόγλωσσος, ο = ο απρόσεχτος στα λόγια του , ο αθυρόστομος < άτσαλλος = ο μη καθαρός < ατάσθαλος =ο ατημέλητος , ο ακατάστατος
  37. τσουϊζω = καίω με ζεστό νερό < τσούζω < από το ρήμα αρχαίο  σίζω  εκβάλλω συριστικό ήχο,  κάνω σσσ, σαν  τον ήχο που παράγεται όταν, θερμό μέταλλο  και γενικά πυρωμένο σώμα , βυθίζεται σε  κρύο νερό ή σαν τον ήχο που παράγεται  κατά το σβήσιμο της φωτιάς. π.χ «Πρόσεχε με το καυτό νερό !Με τσούισες!»
  38. χαστός, ο = αυτός που έχει μείνει με το στόμα ανοιχτό, ο ανόητος <από το χάσκω π.χ «τι στέκεσαι σαν χαστός; κάνε κάτι»
  39. χολέντρα, η = η υδρορροή στις στέγες των σπιτιών. Η λέξη  παράγεται από την λέξη χολέρα και μάλιστα αρχικά είχε αυτή την ονομασία, διότι το νερό αποβαλλόταν από τον σωλήνα με τέτοια ταχύτητα, που θύμιζε τον τρόπο αποβολής των υγρών (με εμετό ή κένωση) ενός ασθενούς που είχε χολέρα. Στην συνέχεια βέβαια η λέξη εξελίχθηκε σε χολέδρα και κατέληξε ως χολέντρα. [Τη λέξη την έχω στις Λέξεις που χάνονται, και σημειώνω εκεί: Πρόκειται για μια λέξη με δυο τύπους, χολέντρα και κολέθρα, που η γενική της σημασία είναι «αυλάκι». Χολέντρα ή χολέτρα είναι η υδρορρόη που μεταφέρει το βρόχινο νερό από το δώμα και λέγεται στη Ρόδο, την Κάσο, την Κάρπαθο και άλλα Δωδεκάνησα· η χτιστή χολέντρα θεωρείται χαρακτηριστικό στοιχείο της ροδιακής λαϊκής αρχιτεκτονικής. Ετυμολογείται από το αρχαίο χολέδρα, που σήμαινε επίσης την υδρορρόη και που έχει σκοτεινή ετυμολογία –δεν αποκλείεται πάντως να συνδέεται με τη χολέρα. Ο άλλος τύπος, η κολέθρα ή κουλέθρα, ακούγεται σίγουρα στη Λέσβο, ίσως και αλλού. Είναι το αυλάκι του αλευρόμυλου, μέσα στο οποίο ρίχνεται το στάρι που θα αλεστεί. Χολέτρα όμως λέγεται και ο πρόσφατος δίσκος των Trendy Hooliguns [sic], διότι, όπως φαίνεται, στο καρπάθικο ιδίωμα «χολέτρα» λέγεται ο μεθυσμένος· διόλου περίεργο, αν σκεφτούμε φράσεις όπως «το νερό έτρεχε χολέτρα» όπου η χολέτρα χρησιμοποιείται σαν ένδειξη μεγάλης ποσότητας υγρού –ή ποτού.]
  40. φλετρό, το = το πηγάδι < από το αρχαίο φρέαρ. [Στην κοινή ακούγεται ο τύπος ‘φιλιατρό’]



via http://ift.tt/2gPZ9B2

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.