Το Παρίσι και ο ανεκπλήρωτος πόθος

Τούτο το σαββατοκύριακο είπα να πεταχτώ μέχρι το Παρίσι -με τα καινούργια τρένα, η μετάβαση απ’ το Δουκάτο διαρκεί μόλις δύο ώρες, λίγο λιγότερο απ’ όσο κάνει το αεροπλάνο από την Ελλάδα.

Δεν ήταν πάντοτε έτσι. Τον μεσοπόλεμο, ας πούμε, που το Παρίσι μεσουρανούσε, το ταξίδι από την Ελλάδα βαστούσε μέρες, το συνηθέστερο με πλοίο ως τη Μασσαλία κι από εκεί με τρένο. Αλλά το βασικό εμπόδιο δεν ήταν ο χρόνος μα το κόστος του ταξιδιού.

Τότε, ένα ταξίδι στο Παρίσι ήταν όνειρο ζωής. Πολλοί είχαν καταφέρει να το εκπληρώσουν, αλλά ο Ορέστης Λάσκος έγραψε ένα ποίημα, που έγινε άλλωστε διάσημο, για κάποιον που δεν θέλησε να εκπληρώσει τον πόθο του ενώ μπορούσε:

Το Παρίσι

Ξέρω έναν κύριο παράξενο πολύ
που λόγια πάντ’ αλλόκοτα μιλεί
για το Παρίσι
στην συντροφιά μας όταν έρθει να καθίσει.

Λένε γι’ αυτόν
πως από τα μαθητικά του χρόνια είχεν ορίσει,
μοναδικό
μες στη ζωή του ιδανικό
να πάει στο Παρίσι.

Χρόνια και χρόνια τον μεθούσε
τ’ ονειρεμένο αυτό ταξίδι
που ποθούσε.

Παντού για κείνο συζητούσε·
μες στα όνειρά του αυτό θωρούσε·
τόσο, που ο πόθος του με τον καιρό
του ’γινε μες στην ύπαρξή του ένα στολίδι
λαμπρό.

Να πάει στο Παρίσι…

Για το ταξίδι αυτό τ’ ονειρευτό
σκότωνε φευγαλέες επιθυμίες
και έκανε αιματηρές οικονομίες
για να το πραγματοποιήσει.

Να πάει στο Παρίσι…

Και να,
που κάποια μέρα στα στερνά
το κατορθώνει.
Κι ένα πρωί μέσα στου τρένου ένα βαγόνι
για το Παρίσι μεθυσμένος ξεκινά.

– Μα,
μόλις αντίκρισε μακριά τον πύργο του Άιφελ
ν’ αχνοδιαγράφεται στο φόντο τ’ ουρανού,
φριχτή μια σκέψη εισόρμησε στην κάμαρα
του νου:

«Κι ύστερα; Κι ύστερα τι θα γινόταν;
Πώς θα μπορούσε πια να ζήσει
με δίχως τη λαχτάρα αυτή για το Παρίσι;»
Γιατί ένιωθε τώρα καλά πως όταν
σε λίγο στο Παρίσι θα βρισκόταν
μέσα σ’ ελάχιστο διάστημ’ ασφαλώς,
θα το βαριόταν.

Και τότε;

– Και τότε
πήρε μια τεράστια απόφαση
που ως τώρα δεν ευρέθηκε να του τη συγχωρήσει
κανείς.
Αντίς να προχωρήσει στο Παρίσι
κατέβηκε σ’ ένα προάστιο,
στο Σαιν Ντενίς.
Και το πρωί απ’ την ίδια οδό
ξανάρθε εδώ.

– Και τώρα, σαν και τότε προτού φύγει, πάλι,
με μια λαχτάρα σαν και πριν μεγάλη,
μιλάει και λέει παντού, πως έχει ορίσει
μοναδικό
μες στη ζωή του ιδανικό
να πάει στο Παρίσι.

Όλα τα ποιήματα κανονικά είναι γραμμένα για ν’ απαγγέλλονται και ν’ ακούγονται, αντί να διαβάζονται, αλλ’ αυτό ισχύει κατεξοχήν για τα ποιήματα του Λάσκου. Ο ίδιος συνήθιζε να τ’απαγγέλλει με στόμφο, κάνοντας επιβλητικές χειρονομίες και σαγηνεύοντας το κοινό του -βέβαια δεν τον πρόλαβα, αλλά έτσι λένε, κι έχω παρακολουθήσει μιαν απαγγελία με τον τρόπο του Λάσκου, από κάποιον που τον είχε γνωρίσει.

Εξίσου γνωστό ποίημα του Λάσκου, πάλι για ταξίδι με τρένο, είναι το «Ταξίδι στο Βλαδιβοστόκ«, που όμως δεν το παραθέτω γιατί θα μας ξεστρατίσει.

Υπάρχει όμως στην ελληνική ποίηση κι ένα ακόμα παράδειγμα εθελοντικής παραίτησης από την εκπλήρωση του ταξιδιωτικού πόθου, λιγότερο γνωστό.

Μου το θύμισε πρόσφατα ο φίλος Γιώργος Ζεβελάκης -τούτη τη φορά το ταξίδι γίνεται με πλοίο, για την Ταορμίνα της Σικελίας, το αρχαίο Ταυρομένιο. Ή μάλλον δεν γίνεται:

Ταξίδι στην Ταορμίνα

Όλο λέω να φύγω μιαν ημέρα,
όλο λέω να πάω στην Ταορμίνα…
Σε πέλαγο γαλάζιας νοσταλγίας
τ’ Όνειρο τραγουδάει σα σειρήνα:
–Ταορμίνα! Ταορμίνα! Ταορμίνα!…
Ω κάλεσμα γλυκό σαν των πουλιώνε
σε πρωινές βραγιές το Μάη το μήνα!

Κι όλο λέω να φύγω, κι όλο λέω
τα πάντα στη ζωή μου να τ’ αφήσω,
να διπλομανταλώσω όλες τις πόρτες
και, δίχως καν τα μάτια να γυρίσω,
μ’ άτρεμα τα φτερά –ν’ αποδημήσω.
Πως τρικυμίζει μέσα μου η λαχτάρα
ν’ αφήσω τη ζωή μου –για να ζήσω!

Τα βράδια, πλάι στη λάμπα μου σκυμμένος,
ξέθωρους χάρτες ναυτικούς κοιτάω,
μπροστά μου έχω παμπάλαια βιβλία,
που κάθε τόσο τα φυλλομετράω:
το δρόμο που θα πάρω μελετάω.

Μα τα χρόνια περνάνε κι όλο μένω,
πάντα κάτι τυχαίνει –και δεν πάω…
Κι ούτε θα πάω ποτές! Η Ταορμίνα
(κι αν υπάρχει) για μένα θε να μείνει
του εξόριστου τ’ Ονείρου μου η Πατρίδα,
σα μια ευτυχία που μου’ ναι ταγμένη
και που ό,τι κι αν συμβεί –με περιμένει,
ενώ, αν είχα πάει, τι θα ’χα τώρα
την άχαρη ζωή μου να γλυκαίνει;

όλα τα ταξίδια μας μείνανε στο χάρτη
κι η Ταορμίνα ακίνητη εκεί
να τραγουδάει ανάλαφρη το δικό μας όνειρο

Η στάση είναι πολύ όμοια με τον ταξιδιώτη του Λάσκου και το Παρίσι.

Ο Ζεβελάκης βρήκε ομοιότητα και με κάτι που είχε γράψει ο Νίκος Καββαδίας -όχι ποίημα.

«..Πηγαίνοντας στην Αλεξάνδρεια ήθελα να πραγματοποιήσω κι ένα παλιό όνειρό μου, που πολλές φορές με βασάνισε. Να γνωρίσω τον ποιητή που έχει συνδέσει το μυστήριό του με το μυστήριο της ηδονικής πόλεως, τον Κ.Π. Καβάφη. Πέρασα πολλές φορές από το σπίτι που μου είπαν πως κάθεται και τον οραματίστηκα σκυμμένον να γράφει στο σκοτεινό του δωμάτιο. Όμως δεν πήγα. Πρέπει ν’ αφήνει κανείς μιαν επιθυμία του ανεκπλήρωτη. Πρέπει κανείς να αφήνει κάτι τι να τον βασανίζει…»
(Νίκος Καββαδίας, “Αλεξάνδρεια”, εφημερίς “Πειραϊκόν Βήμα”, 1931)

Πρέπει κανείς ν’ αφήνει επιθυμία ανεκπλήρωτη -και μάλιστα όταν αφορά όχι τόπο αλλά πρόσωπο, που αύριο μπορει να φύγει από τη ζωή, όπως ο Καβάφης, δυο χρόνια μετά το γραφτό του Καββαδία; Δεν νομίζω ότι συμφωνώ.

Βέβαια, μπορεί κάποιος να κινήσει για το ονειρεμένο ταξίδι και να μην φτάσει ποτέ, κι όχι από επιλογή του, όπως ο ήρωας στο τραγούδι του Μπρασένς, που δεν κατάφερε να φτάσει στην Καρκασόν:

«Je me fais vieux, j’ai soixante ans,
J’ai travaillé toute ma vie
Sans avoir, durant tout ce temps,
Pu satisfaire mon envie.
Je vois bien qu’il n’est ici-bas
De bonheur complet pour personne.
Mon voeu ne s’accomplira pas :
Je n’ai jamais vu Carcassonne !»

«On dit qu’on y voit tous les jours,
Ni plus ni moins que les dimanches,
Des gens s’en aller sur le cours,
En habits neufs, en robes blanches.
On dit qu’on y voit des châteaux
Grands comme ceux de Babylone,
Un évêque et deux généraux !
Je ne connais pas Carcassonne !»

«Le vicaire a cent fois raison :
C’est des imprudents que nous sommes.
Il disait dans son oraison
Que l’ambition perd les hommes.
Si je pouvais trouver pourtant
Deux jours sur la fin de l’automne…
Mon Dieu ! que je mourrais content
Après avoir vu Carcassonne !»

«Mon Dieu ! mon Dieu ! pardonnez-moi
Si ma prière vous offense ;
On voit toujours plus haut que soi,
En vieillesse comme en enfance.
Ma femme, avec mon fils Aignan,
A voyagé jusqu’à Narbonne ;
Mon filleul a vu Perpignan,
Et je n’ai pas vu Carcassonne !»

Ainsi chantait, près de Limoux,
Un paysan courbé par l’âge.
Je lui dis : «Ami, levez-vous ;
Nous allons faire le voyage.»
Nous partîmes le lendemain ;
Mais (que le bon Dieu lui pardonne !)
Il mourut à moitié chemin :
Il n’a jamais vu Carcassonne !

Οι στίχοι δεν είναι του Μπρασένς, ο οποίος όμως έχει γράψει, πάνω στην ίδια μουσική, άλλο ενα τραγούδι με ανεκπλήρωτη επιθυμία, για τον αφαλό της γυναίκας ενός αστυνομικού.

Στο τραγούδι για την Καρκασόν, ο καημένος ο αγρότης που εξηντάρισε και δεν αξιώθηκε να δει την Καρκασόν μένει στο Λιμού, το οποίο απέχει περίπου 25 χιλιόμετρα μονάχα από την Καρκασόν, και βέβαια ο Γάλλος ακροατής το ξέρει αυτό.

Ούτε εγώ έχω πάει ποτέ στην Καρκασόν -έχω περάσει από τη Ναρμπόν, εχω πάει στο Περπινιάν, στη Νιμ, στο Μονπελιέ, έχω κατέβει κάμποσες φορές ίσαμε τη Βαρκελώνη, αλλά στην Καρκασόν όχι. Να δούμε αν θα τα καταφέρω, κι ας μη γινω και τραγούδι.

 

 




via http://ift.tt/2xqerG0

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.