Το ελληνικό κέρατο

Ελπίζω να μην πήγε ο νους σας στο πονηρό. Ο τίτλος δεν υπαινίσσεται τίποτα για τα ελληνικά αντρόγυνα. Αντίθετα, έχει σχέση με λαχανικά.

Θα μπορούσα μάλιστα να το βάλω κουίζ, και μάλλον θα είχε και γούστο, να σας ζητήσω δηλαδή να μαντέψετε ποιο λαχανικό λέγεται «ελληνικό κέρατο» σε κάποια ευρωπαϊκή γλώσσα, αλλά υπερίσχυσε η επιθυμία μου να βάλω και φωτογραφία στο άρθρο, οπότε το κουίζ δεν έχει νόημα.

Οπότε, σήμερα θα μιλήσουμε για τις μπάμιες. Η φωτογραφία που συνοδεύει το άρθρο είναι του συγγραφέα Θάνου Κάππα, ο οποίος έγραψε στον τοίχο του στο Φέισμπουκ ένα πολύ ωραίο κείμενο για τη σχέση του με τις μπάμιες, που θα το αναδημοσιεύσω πιο κάτω, αφού πήρα την άδεια. Το κείμενο του Θ.Κ. ήταν και αυτό που μ’ έσπρωξε να γράψω το σημερινό άρθρο, συν το γεγονός ότι έχω πολύν καιρό να προσθέσω άρθρο στο «Μποστάνι των λέξεων», όπως λέω την κατηγορία άρθρων που έχουν να κάνουν με τα λεξιλογικά των λαχανικών και των οσπρίων.

Πριν σας λύσω την απορία ποιοι λένε «ελληνικό κέρατο» την μπάμια, να δούμε γιατί τη λέμε μπάμια εμείς.

Τη λέμε μπάμια, λοιπόν, επειδή δανειστήκαμε τη λέξη από τα τουρκικά, bamya. Η τουρκική λέξη είναι αραβικής αρχής.

Η επίσημη ονομασία του φυτού είναι Ιβίσκος ο εδώδιμος, διότι υπάρχουν και άλλοι ιβίσκοι που χρησιμεύουν σαν καλλωπιστικά φυτά. Δεν νομίζω πάντως ότι η λέξη «ιβίσκος» χρησιμοποιήθηκε ποτέ ευρύτερα. Άλλωστε, αν πεις «έλα να φάμε, έχω μαγειρέψει ιβίσκους» κινδυνεύεις να σε καταγγείλουν στη Φιλοζωική Εταιρεία ότι σκότωσες και τρως κάποιο σπάνιο είδος εξωτικών πουλιών.

Παρεμπιπτόντως, η λέξη ιβίσκος δεν είναι ελληνικής αρχής, είναι δάνειο από το λατινικό hibiscus, το οποίο είναι, λέει, κελτικής αρχής. Και ενώ ο hibiscus έχει h, ο ιβίσκος περιέργως δεν έπαιρνε δασεία, αλλ’ αφού ο άγιος Κριαράς μάς απάλλαξε από τ’ αλεξανδρινά σκουληκάκια δεν μας νοιάζει. Αλλά φλυαρώ.

Ο Σταματάκος λέει ότι το αρχαίο αντίστοιχο της μπάμιας είναι λαθυρίς, αλλά στα κιτάπια μου βρίσκω πως η λαθυρίς αντιστοιχεί σε άλλα φυτά -υπάρχει άλλωστε στη νεότερη γλώσσα το λαθούρι. Φαίνεται ότι ο Σταματάκος έπεσε θύμα παλαιότερων λεξικογράφων, και δεν διάβασε τον πρωτοπόρο Γρ. Παλαιολόγο, ο οποίος από το 1833 το έλεγε ότι την πάμια «κατά λάθος λεξικογράφοι τινές λαθυρίδα ονόμασαν, διότι λαθυρίς είναι το άνθος κινατζιτζεή τουρκιστί λεγόμενον». Και την λέει «πάμια» υποθέτω από κυπριακή επιρροή.

Οι αρχαίοι ημών πρόγονοι μάλλον δεν πρέπει να γνώριζαν τη μπάμια. Στη Βικιπαίδεια βρίσκω ότι ήρθε στην Ευρώπη τον 13ο αιώνα μέσω Αιγύπτου, αλλά ότι η απώτερη προέλευσή της είναι μάλλον η Δυτική Αφρική. Στα αγγλικά, η μπάμια λέγεται okra, που δεν έχει σχέση με την «ωχρά» λίρα ή σπειροχαίτη, αλλά είναι δάνειο από τη γλώσσα Igbo της Δυτικής Αφρικής.

Στα γαλλικά, η μπάμια λέγεται καταρχάς gοmbo, που επίσης είναι αφρικανικό δάνειο -και από εκεί λέγεται gumbo σε διάφορες περιοχές των ΗΠΑ. Ωστόσο, πάλι στα γαλλικά, οι μπάμιες λέγονται και cornes grecques, ελληνικά κέρατα κατά λέξη, κι έτσι λύθηκε το αίνιγμα του τίτλου.

Η ομοιότητα της μπάμιας με το κέρατο είναι οφθαλμοφανής, αλλά γιατί ελληνικά; Ίσως επειδή οι μπάμιες τρώγονται κυρίως στα μέρη τα δικά μας, στην Ανατολική Μεσόγειο. Είναι και φαγητό που ταιριάζει στα δικά μας τα γούστα. Όπως λέει ο προαναφερθείς Παλαιολόγος, «Ολίγοι Ευρωπαίοι εκ των ζώντων εις την Ελλάδα ημπορούν να τας συνηθίσουν, αν και ημείς τας ευρίσκομεν νοστίμους».

Ίσως πάλι οι μπάμιες να έγιναν γνωστές από Έλληνες εμπόρους ή ίσως να τις προτιμούσαν οι Ρωμιοί. Πάντως μού έχει δημιουργηθεί η εντύπωση ότι ο όρος corne grecque συνηθιζόταν κυρίως στα γαλλικά της Μέσης Ανατολής. Ωστόσο, η ονομασία είναι και σήμερα ζωντανή -και εδώ μπορείτε να δείτε μια συνταγή για ελληνικά κέρατα ραγού (όχι, δεν υπάρχει κερασφόρο ζώο ονόματι «ραγός»!)

Εγώ τα… κέρατα τα έμαθα από ένα κατοχικό χρονογράφημα του Βάρναλη, ο οποίος γράφει : μπάμιες μικροκαμωμένες, τριζάτες και περήφανες για τη… μύτη τους, τα «ελληνικά κέρατα», όπως τα λένε οι ξένοι, οι «ιβίσκοι οι εδώδιμοι», όπως τους λέγει η ίδια… η ιστορία.

Τις ίδιες τις μπάμιες τις έμαθα μικρός, αλλά βέβαια στραβομουτσούνιαζα όποτε τις είχαμε φαγητό. Δεν ήμουν ο μόνος. Τα περισσότερα παιδιά αντιπαθούν τις μπάμιες, ίσως επειδή βγάζουν κάτι σαν σάλια. Κάτι ανάλογο λέει και ο Θάνος Κάππας:

Εννοείται πως τις σιχαινόμουν παλιά. Και ξαφνικά ένα μεσημέρι, πρέπει να ήμουν 20-25 χρονών, το ξεφούρνισα στο οικογενειακό τραπέζι: μαμά, πεθύμησα μπάμιες. Αντέδρασε σαν να της είπα ότι σκοπεύω να παντρευτώ – με φίλησε. Κοίταζε ο πατέρας μου, δεν καταλάβαινε προς τι η συγκίνηση. Της άρεσαν πολύ της μαμάς. Όπως της άρεσε κι ένα άλλο φαγητό που έφτιαχνε η γιαγιά, οι κορφάδες (ή κολοκυθοκορφάδες) μαζί με βλήτα και κολοκύθια και λιωμένη φέτα, στην κατσαρόλα. Κορυφαίο φαγητό, έψαξα στη λαϊκή, δεν βρήκα κορφάδες. Είναι τα κοτσάνια από τα κολοκύθια, χωρίς το άνθος, αλλά χρειάζονται έναν ιδιαίτερο καθαρισμό, κάπως περίπλοκο. (σε επόμενο τεύχος μας αυτή η υπερπαραγωγή)

Κατά τα άλλα έχω βελτιώσει την τεχνική. Την προηγούμενη εβδομάδα, για να καθαρίσω μισό κιλό μου πήρε μιάμιση ώρα. Τώρα έπεσα στα σαράντα λεπτά για 750 γραμμάρια. Γάντια, καλοί μου άνθρωποι. Αυτά τα ελαστικά ψευτοχειρουργικά γάντια είναι το μυστικό μας όπλο γιατί μετά το πρώτο τέταρτο τα χέρια πληγώνονται από τα αγκαθάκια, σε πιάνει φοβία και τις καθαρίζεις επιφυλακτικά. Κρίσιμης σημασίας είναι, λέγω και το τονίζω, η κίνηση που κάνει το αριστερό χέρι. Το δεξί κόβει περιμετρικά τον κώνο (κοντά στη λαβή του μαχαιριού, έχει σημασία) καθώς το αριστερό περιστρέφει την μπάμια. Δεν έχω χέρι ελεύθερο να τραβήξω βίντεο. Δείτε αυτό της κυρίας, πιο κάτω.

Στην αρχή λες α, τι ωραία, θα καθαρίσω μπάμιες στο μπαλκόνι – κοίτα ρε Μακρόν από το ελικόπτερο να μαθαίνεις. Και τι ωραίος ήλιος και τι καλά που είμαστε ζωντανοί και πέρασε το καλοκαίρι και είδαμε ακρογιαλιές-δειλινά (μπορεί να το χουν πλανέψει). Μετά το μισάωρο σού έχει τελειώσει η ποίηση και αρχίζεις να μετράς πόσες έχεις στο ταψάκι, πόσες μένουν ακόμα. Προς το τέλος πέφτεις σε παροξυσμικό αμόκ, καθαρίζεις με πάθος, να απαλλαγείς, να τελειώσεις.

Γενικά μου αρέσουν σκέτες αλλά μια ωραία βαρβαρότητα είναι οι μπάμιες με κοτόπουλο, όπου κοτόπουλο είναι το έτοιμο, το ψητό του Βασιλόπουλου. Καλό; Πήγα χαρούμενος αυτή τη μείξη στη μαμά, πώς σου φαίνονται οι μπάμιες; τη ρώτησα. Ε, μπάμιες είναι, μου απάντησε, αλλά το κοτόπουλο είναι πολύ καλά ψημένο, εξαιρετικό!

Εδώ και ένα βίντεο για το πώς καθαρίζονται οι μπάμιες.

Ξαναπαίρνω τη σκυτάλη και συνεχίζω με τα φρασεολογικά και λεξιλογικά της μπάμιας.

Ο μπάμιας είναι ο νωθρός, ο ανόητος, ο σαχλός. Στη Χαρτοπαίχτρα του Ψαθά, ο Βουτσάς αποκαλεί «μπάμια» τον αρραβωνιαστικό της αδερφής του, τον Γιαννάκη -και παρασέρνει και τον πατέρα του, τον Λάμπρο Κωνσταντάρα:

– Μια χαρά παιδί είναι.

– Μπάμιας είναι

– Μια χαρά μπάμιας.

Στο slang.gr βρίσκω ότι μπάμιας είναι και ο μικροτσούτσουνος, αλλά δεν ξέρω αν είναι διαδεδομένη αυτή η σημασία. Βέβαια, λόγω σχήματος και μεγέθους, στα καλιαρντά «μπάμια» είναι πράγματι το μικρό πέος. Καθώς έψαχνα κάτι σε παλιές εφημερίδες, βρήκα ένα χιουμοριστικό σχόλιο, σε εφημερίδα του 1916, που έλεγε ότι το νέο πείραγμα της μόδας, μετά το «καλέ άντες» και το «αούα» ήταν το «κάν’ τη μπάμια» που ίσως να σχετίζεται με την παραπάνω σημασία, αλλά 101 χρόνια μετά δεν θα ψάξουμε μπάμιες στ’ άχυρα.

Αναπόφευκτα ίσως λόγω ηχητικής ομοιότητας, αλλά άδικα, ο Μπάρακ Ομπάμα πήρε το παρατσούκλι Ομπάμιας στα καθ’ ημάς -μερικοί Δάσκαλοι του Γένους όπως ο γελοιογράφος Στάθης το είχαν καθιερώσει και σχεδόν μόνο έτσι τον ανέφεραν.

Στον Ηλία του 16ου, ο Παπαγιαννόπουλος χρησιμοποιεί την έκφραση «έπεσε να κάνει τη μπάμια τη γιαχνιστή», με σημασία «έκανε το κορόιδο, τον ψόφιο κοριό, την πάπια». Δεν ξέρω αν ήταν γνωστή έκφραση ή έμπνευση του Σακελλάριου.

Άλλη εμφάνιση της μπάμιας στα φρασεολογικά και λεξιλογικά μας δεν ξέρω, αν και εικάζω ότι η «σουλουμπάμια», όπως έλεγαν οι Έλληνες που γύρισαν μετά τον πόλεμο από τη Μέση Ανατολή τους υπνόσακους που έφεραν μαζί τους, σχηματίστηκε από το σλίπιν μπαγκ με επιρροή της μπάμιας λόγω της ομοιότητας του σχήματος, ιδίως αν οι στρατιωτικοί υπνόσακκοι είχαν πρασινωπό χρώμα.

Ευτελές ζαρζαβατικό καθώς είναι, μην περιμένετε να βρείτε τη μπάμια σε ποιήματα. Ο Ρίτσος τραγούδησε τα φασολάκια που καθαρίζει η μητέρα στη δροσερήν αυλόπορτα, μια ωραία εικόνα που αργότερα κάποιοι την ειρωνεύτηκαν, αλλά τη μπάμια κανείς δεν ξέρω να τόλμησε να την απαθανατίσει έξω από τη σατιρική ποίηση. Για παράδειγμα, γράφοντας για μια πυρκαγιά στην αγορά, ο Σουρής γράφει:

Εκάηκαν τα βούτυρα, τα μήλα και τ’ αχλάδια,
οι μπάμιες, τα πετρέλαια, τα ραζακιά σταφύλια.

Αλλά βέβαια, υπάρχει και η Λιλιπούπολη, και οι στίχοι της Μαριανίνας Κριεζή για το χοντρό μπιζέλι που χορεύει τσιφτετέλι, ένα τραγούδι που θα μπορούσε να μου χρησιμέψει για οδηγός μελλοντικών άρθρων. Εκεί, η μπάμια χορεύει πεντοζάλη -ταιριάζει να κλείσουμε έτσι.




via http://ift.tt/2gZrQyG

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.