Φραντς Κάφκα, ο ιδιόμορφος λογοτέχνης που έπλασε το δικό του σκοτεινό καφκικό σύμπαν




Λίγοι συγγραφείς έχουν εξερευνήσει την ανθρώπινη προσπάθεια για γνώση και ασφάλεια όσο ο Τσέχος Φραντς Κάφκα, ένας από τους μεγαλύτερους και λιγότερο κατανοητούς λογοτέχνες του 20ού αιώνα, παρά τους τόνους σελίδων και τις εκτενείς αναλύσεις του έργου του.
Η ιδιομορφία των μυθιστορημάτων και το περιχαρακωμένο λογοτεχνικό του σύμπαν, που αφορά λες μόνο στον συγγραφέα τους, στέκει ορόσημο στην ιστορία της γραφής: κανείς άλλος δεν κατάφερε να δημιουργήσει αυτό το ονειρικά παράξενο κλίμα παραδοξότητας και παραλογισμού, το οποίο διαποτίζει το έργο του τσέχου δημιουργού.
Παρά ταύτα, η αισθητική αξία του έργου του συνιστά ένα μείζον λογοτεχνικό γεγονός που δεν θα μπορούσε παρά να επηρεάσει καθοριστικά, έστω και εκ των υστέρων, την πορεία της μυθιστοριογραφίας.
«Χάρη στον Κάφκα κατανόησα πώς ένα μυθιστόρημα μπορεί να γραφεί κι αλλιώς», συνήθιζε να λέει ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες για τον άνθρωπο που δεν ήταν συγγραφέας πλήρους απασχόλησης, αλλά πτυχιούχος νομικής που εργαζόταν σε ασφαλιστική εταιρία το πρωί και έγραφε στον ελεύθερο χρόνο του τα βράδια!
Και βέβαια αν δεν ήταν ο φίλος του, Μαξ Μπροντ, που δεν σεβάστηκε την επιθυμία του συγγραφέα να καταστραφεί το σύνολο του έργου του μετά τον πρόωρο θάνατό του από φυματίωση, κανείς δεν θα γνώριζε τον λογοτέχνη που άλλαξε την ιστορία της γραφής, με το σκοτεινό και απειλητικό του σύμπαν: η «Δίκη», ο «Πύργος» και η «Αμερική» θα παρέμεναν για πάντα εκεί που τα προόριζε ο συντάκτης τους, στο καφκικό σκοτάδι…
Πρώτα χρόνια
Ο Φραντς Κάφκα γεννιέται στις 3 Ιουλίου 1883 στην Πράγα, την πρωτεύουσα της Βοημίας, τμήματος τότε της Αυστροουγγαρίας, μέσα σε εύπορη οικογένεια εβραϊκής καταγωγής. Ήταν το μεγαλύτερο από τα έξι παιδιά της οικογένειας, αν και την παιδική του ηλικία θα τη στοίχειωνε ο θάνατος των δύο αδερφών του, όπως βέβαια και η θυελλώδης σχέση του με τον πατέρα του.
Ο ευκατάστατος υφασματέμπορος ονειρευόταν μια άλλη ζωή για τον γιο του και δεν κατάλαβε ποτέ το όνειρό του να γίνει συγγραφέας, όπως εξάλλου έκανε και η στοργική μητέρα του, η οποία όμως δεν συμμεριζόταν επίσης τη δημιουργική πλευρά του ευαίσθητου νεαρού.
Ο ίδιος άλλωστε ο Κάφκα, στα εκτενή του «Ημερολόγια», που καλύπτουν μια περίοδο 13 ετών (1910-1923), αποδίδει τα προβλήματα στην προσωπική και ερωτική του ζωή στην ταραγμένη σχέση με τον αυταρχικό του πατέρα: «Υπέφερα πολύ με τις σκέψεις μου», σημειώνει κάπου με νόημα. Παρά ταύτα, από τη σχέση αυτή δεν μπόρεσε να ξεφύγει ποτέ, περνώντας το μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής του κοντά στους γονείς του.
Ο Κάφκα φοίτησε σε γερμανόφωνο γυμνάσιο της Πράγας, ένα ιδιωτικό σχολείο για τα παιδιά της ανώτερης τάξης της πόλης, και διακρίθηκε στις σχολικές επιδόσεις, παρά τις περιπέτειες που είχε με τη σχολική εξουσία στη ζωή του. Μετά την αποφοίτηση, γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο της Πράγας με σκοπό να σπουδάσει χημεία, έπειτα όμως από μόλις δύο εβδομάδες αποφάσισε να αφιερωθεί στα νομικά.
Η ακαδημαϊκή αυτή αλλαγή ευχαρίστησε πολύ τον δεσποτικό πατέρα του, ο οποίος του επέτρεψε να παρακολουθήσει μαθήματα τέχνης και λογοτεχνίας ταυτοχρόνως με τις σπουδές του. Το 1906 θα βρει τον Κάφκα με το πτυχίο νομικής ανά χείρας, με τον νεαρό ασκούμενο δικηγόρο να κάνει την πρακτική του σε δικηγορικό γραφείο για έναν χρόνο…
Εργασιακές περιπέτειες
Αφού τελείωσε με τη νομική προπαρασκευή, βρήκε δουλειά σε μια ιταλική ασφαλιστική εταιρία στα τέλη του 1907. Το εξαντλητικό ωράριο ωστόσο του στερεί τη δυνατότητα να γράφει και ο ίδιος βυθίζεται στη θλίψη και την απελπισία. Στη συγκεκριμένη φίρμα άντεξε λίγο περισσότερο από έναν χρόνο και στα ημερολόγιά του μνημονεύει με χαρά τη στιγμή της παραίτησής του.
Κατόπιν έπιασε δουλειά στο Ινστιτούτο Ασφάλισης Εργατικών Ατυχημάτων του Βασιλείου της Βοημίας, σε μια θέση στην οποία θα παραμείνει για τα επόμενα 10 χρόνια. Η εργατικότητα και η νοημοσύνη του γρήγορα θα τον μετατρέψουν σε δεξί χέρι του αφεντικού, αν και ο ίδιος δεν είχε ποτέ επιδιώξεις για καριέρα στον χώρο. Το μόνο που ήθελε ήταν χρόνο για να γράφει και η συγκεκριμένη θέση του το παρείχε αυτό.
Ο Κάφκα θα παραμείνει στο Ινστιτούτο μέχρι το 1917, όταν ένα νέο ξέσπασμα της φυματίωσης που τον ταλαιπωρούσε από την παιδική του ηλικία θα τον αναγκάσει να πάρει μια μακρά αναρρωτική άδεια. Από τη συγκεκριμένη θέση θα παραιτηθεί οριστικά το 1922, όταν η εύθραυστη πια κατάσταση της υγείας του δεν του επέτρεπε να εργαστεί…
Έρωτας και υγεία
Παρά το γεγονός ότι η δημόσια εικόνα του ήταν αυτή ενός ιδιαιτέρως κοινωνικού ανθρώπου, εύκολου στις συναναστροφές και πολύ αγαπητού στους κύκλους του, η προσωπική του ζωή ήταν βουτηγμένη στο περίπλοκο των σκέψεών του και την ατολμία που ένιωθε να αφιερωθεί πλήρως στη γραφή. Ταυτοχρόνως, οι ανασφάλειές του άφησαν το στίγμα τους στην ερωτική του ζωή, όπως και η απροθυμία του να κάνει το μεγάλο βήμα.
Την ώρα λοιπόν που πάντα έψεγε τον εαυτό του γιατί δεν ακολούθησε τον προορισμό του, το γράψιμο, την ίδια απροθυμία επέδειξε και στη σχέση του με τη σύντροφό του, Felice Bauer, την οποία αρραβωνιάστηκε δύο φορές πριν το ζευγάρι τραβήξει τελικά χωριστούς δρόμους το 1917, όταν και νοσηλεύτηκε σε σανατόριο για την πάθησή του.
Επόμενος σταθμός στην προσωπική του ζωή, η Dora Dymant, την οποία γνώρισε όταν η υγεία του είχε πάρει πια την κάτω βόλτα. Παρά ταύτα, οι δυο τους ερωτεύονται παράφορα και περνούν ένα διάστημα κοινής ζωής στο Βερολίνο, στην προσπάθειά του συγγραφέα να ξεφύγει από την επίδραση της δυναστικής οικογένειάς του και να αφοσιωθεί στο γράψιμο, αν και πλέον μαστιζόταν από κατάθλιψη, ημικρανίες, κρίσεις άγχους και αϋπνία. Τα δεινά της υγείας του θα φέρουν το ζευγάρι και πάλι στην Πράγα, με τον ίδιο να νοσηλεύεται σε σανατόριο της Βιέννης λίγο αργότερα, σε μια ύστατη προσπάθεια να απαλλαγεί από τη φυματίωση.
Στο σανατόριο είναι που θα αφήσει ο μεγάλος τσέχος λογοτέχνης την τελευταία του πνοή, στις 3 Ιουνίου 1924. Η σορός του μεταφέρθηκε στην Πράγα για να ταφεί στο εβραϊκό κοιμητήριο της πόλης, δίπλα στους γονείς του…
Εργογραφία
Γενικότερα, η ζωή του Φραντς Κάφκα υπήρξε απλή, χωρίς πολλές μετακινήσεις και συναισθηματικές διακυμάνσεις. Λίγες μέρες μάλιστα πριν από τον θάνατό του, παρακάλεσε τον καλό του φίλο Μαξ Μπροντ να κάψει τα αδημοσίευτα χειρόγραφά του, εντολή που ευτυχώς εκείνος παράκουσε και έσωσε έτσι τον κορυφαίο σήμερα λογοτέχνη από την αφάνεια.
Ο Μπροντ είναι που επιμελήθηκε τα τρία ημιτελή μυθιστορήματά του και τα εξέδωσε μετά τον θάνατο του συγγραφέα τους: «Η Δίκη» κυκλοφόρησε το 1925, «Ο Πύργος» το 1926 και η «Αμερική» το 1927. Και πάλι όμως έπρεπε να έρθουν οι γάλλοι σουρεαλιστές, όπως ο Αντρέ Μπρετόν, αλλά και μια σειρά ακόμα από θαυμαστές του έργου του (όπως οι Καμί και Σαρτρ), το οποίο ήταν γνωστό μόνο στους στενούς λογοτεχνικούς κύκλους της Γερμανίας, για να γίνουν τα μυθιστορήματά του ανάρπαστα στη Γαλλία αρχικά και κατόπιν στον κόσμο ολόκληρο.
Κι αυτό γιατί παρά το γεγονός ότι ο Κάφκα δημοσίευσε μια χούφτα κειμένων του εν ζωή, όπως τη μνημειώδη «Μεταμόρφωση» (1916), την «Αποικία των Τιμωρημένων», τον «Αγροτικό Γιατρό», αλλά και «Το γράμμα στον πατέρα» (1919), η εβραϊκή του καταγωγή μπήκε στο στόχαστρο των Ναζί ήδη από νωρίς: η Γκεστάπο κατέσχεσε τα γερμανικά χειρόγραφά του από το σπίτι της συντρόφου του στο Βερολίνο (τα οποία δεν έχουν ανασυρθεί μέχρι σήμερα), ενώ από το 1935 απαγορεύτηκε η δημοσίευση των έργων του. Όσο για τους ανθρώπους που θα μπορούσαν να βεβαιώσουν την ύπαρξη τόσο του λογοτέχνη όσο και του έργου του, όπως οι τρεις αδελφές του, φίλοι και συγγενείς, έμελλε να βρουν όλοι τραγικό τέλος στα ναζιστικά κολαστήρια.
Τα αρχεία του καταστράφηκαν, η βιβλιοθήκη και πολλές από τις επιστολές του χάθηκαν διά παντός και λίγο έλειψε να μην έπαιρνε καν μυρωδιά η ανθρωπότητα για τον μεγάλο τσέχο λογοτέχνη! Ο οποίος παρέμεινε παραγωγικός και λογοτεχνικά δραστήριος παρά τη ραγδαία επιδείνωση της υγείας του. Και πώς θα μπορούσε εξάλλου να συμβεί διαφορετικά για τον συνεπή αυτό εραστή της γραφής; Όπως το ήθελε άλλωστε και ο ίδιος: «Ό,τι δεν είναι λογοτεχνία, με κάνει να πλήττω και το μισώ γιατί με ενοχλεί ή με εμποδίζει έστω και μόνο στη φαντασία μου. Έτσι, δεν έχει νόημα για μένα η οικογενειακή ζωή, εκτός από τη θέση του παρατηρητή, στην καλύτερη περίπτωση»…
Κι αν η αξία κάποιων πραγμάτων μετριέται -δυστυχώς- με το χρήμα, αξίζει να σημειωθεί ότι το χειρόγραφο της «Δίκης» πουλήθηκε το 1988 έναντι 1,98 εκατ. δολαρίων, ποσό-ρεκόρ εκείνη την εποχή για χειρόγραφο σύγχρονου έργου…



via http://ift.tt/2w0RdCB

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.