Τρώνε σπετζοφάι οι Spice Girls;

Ομολογώ πως δεν μπορώ να απαντήσω στην ερώτηση του τίτλου αν και φαντάζομαι πως η απάντηση θα είναι αρνητική: αφενός, για να μάθουν το σπετζοφάι πρέπει να βρεθούν από τα μέρη μας, αν και όχι αναγκαστικά στο Πήλιο, και αφετέρου πάω στοίχημα ότι το χωριάτικο λουκάνικο δεν ικανοποιεί τις υγιεινιστικές προδιαγραφές που με θρησκευτική ευλάβεια πρέπει να τηρούν οι αστέρες του θεάματος. Υπάρχει κι άλλο ένα προβληματάκι, ότι το πενταμελές συγκρότημα έχει διαλυθεί και οι περσινές προσπάθειες να ανασυσταθούν με τρία από τα αρχικά μέλη δεν ευοδώθηκαν.

Αρνητική όμως είναι η απάντηση αν εννοήσουμε κυριολεκτικά την ερώτηση. Ωστόσο, εμείς εδώ λεξιλογούμε, κι έτσι το σημερινό άρθρο δεν θα είναι αφιερωμενο στο διαιτολόγιο του γνωστού συγκροτήματος, αλλά στο κατά πόσον υπάρχει ετυμολογική σχέση ανάμεσα στο σπετζοφάι και στη λέξη spice.

Αυτήν ακριβώς την ερώτηση την έθεσε σε σχόλιο ένας φίλος του ιστολογίου πριν από μερικές μέρες, σκέφτηκα λοιπόν ότι προσφέρεται για ένα σύντομο αρθράκι, τέτοιο που ταιριάζει σε μια καλοκαιρινή Παρασκευή.

Το σπετζοφάι λοιπόν, σύμφωνα με την επικρατέστερη εξήγηση, πήρε την ονομασία του από τις πιπεριές, που αποτελούν βασικό του συστατικό -οι δε καυτερές πιπεριές λέγονται και σπέντζες στο Πήλιο και σε άλλα πολλά σημεία της χώρας, αλλά και στα αρβανίτικα.

Στα Ρόδινα ακρογιάλια του, ο Παπαδιαμάντης, αντικρινός στο Πήλιο, παρουσιάζει έναν διάλογο με τον Κώστα, επιστάτη ενός κτήματος, που του αρέσει να ανακατεύει στην κουβέντα του τούρκικες λέξεις. Του λέει ο Κώστας, και μεταφράζει αμέσως ο αφηγητής:

― Σπέντζες ἰστέρσιν; μοῦ ἐφώναξε μακρόθεν ὁ Κώστας. Βὰρ τσόκ. (Πιπεριὲς θέλεις; Ἔχω πολλές.)

Επειδή η λέξη σπέντζα = πιπεριά δεν είναι πανελλήνια και επειδή σήμερα δεν είναι πια τόσο γνωστή, πολύς κόσμος το σπετζοφάι το παρετυμολογεί με τις Σπέτσες και το λέει σπετσοφάι -αλλά για τις Σπέτσες θα μιλήσουμε πιο κάτω.

Οι σπέντζες λοιπόν, οι καυτερές πιπεριές, προέρχονται από το ιταλικό spezie, που σημαίνει τα μπαχαρικά. Η ιταλική λέξη ανάγεται στο υστερολατινικό species (πληθυντικός) «μπαχαρικά, φάρμακα, εμπορεύματα», ενώ στην κλασική λατινική η λέξη σήμαινε, απλώς και γενικώς, «είδος» -από εκεί και τα σημερινά αγγλικά specimen, species, special.

Από την υστερολατινική λέξη έχουμε λοιπόν το ιταλικό spezie, το γαλλικό épices και το αγγλικό spice, για τα μπαχαρικά, που τον μεσαίωνα ήταν πολύτιμα και βρίσκονταν στο σταυροδρόμι ανάμεσα στη φαρμακοποιία, τη μαγειρική και την αλχημεία.

Από την ίδια ρίζα και ο ενετός spezier, ο πρόγονος του σημερινού φαρμακοποιού, που πέρασε στα ελληνικά ως σπετσιέρης ή σπετσέρης, και σπετσαρία το φαρμακείο. Με τον γλωσσικό καθαρισμό του 19ου αιώνα η λέξη ξεχάστηκε σήμερα, αν και έχει αφήσει ίχνη, π.χ. στο αδέσποτο ρεμπέτικο «Καλέ μάνα δεν μπορώ», όπου η άρρωστη κόρη ζητάει «το γιατρό και το σπετσέρη με τα φάρμακα στο χέρι». Ο σπετσέρης, βέβαια, έφτιαχνε ο ίδιος τα φάρμακα που πουλούσε. Στον Ντον Τζοβάνι του Μότσαρτ, η Τσερλίνα, θέλοντας να παρηγορήσει τον Μαζέτο που έχει ξυλοκοπηθεί από τον μεταμφιεσμένο Ντον Τζοβάνι, του υπόσχεται πως θα του δώσει ένα φάρμακο che lo speziale non lo sa far (που ο σπετσιέρης δεν ξέρει να το φτιάξει) -είναι το ίδιο που «Κάνει καλό» κατά Κηλαηδόνη.

Από τα μπαχαρικά λοιπόν, που νοστιμίζουν και αρωματίζουν τα πιάτα μας, η λέξη spice πήρε και μεταφορικές σημασίες στα αγγλικά, δηλώνοντας οτιδήποτε προσδίδει νοστιμιά στη ζωή -άλλωστε κι εμείς λέμε για κάτι ότι είναι «το αλατοπίπερο». Και από εκεί, οι Spice girls, οι οποίες ετυμολογικά τουλάχιστον τρώνε σπετζοφάι.

Δεν τελειώσαμε όμως διότι υπάρχουν δύο αστερίσκοι, δυο υποσημειώσεις, που ίσως χαλάνε λίγο αυτή την ετυμολογική αλυσίδα.

Η πρώτη ένσταση είναι ότι υπάρχουν εναλλακτικές ετυμολογίες για το σπετζοφάι που το απομακρύνουν από τις σπέντζες και τα μπαχαρικά. Κατά το ΛΚΝ, η λέξη είναι νόθο σύνθετο από το ιταλ. spezzatino και το φαΐ. Ωστόσο, με όλον τον σεβασμό στον αείμνηστο Πετρούνια που έκανε τις ετυμολογίες του ΛΚΝ, η άποψη αυτή, που τη δέχεται και η Βικιπαίδεια, δεν μου φαίνεται πειστική. Το spezzatino είναι το κομματιαστό κοκκινιστό κρέας, κάτι που απέχει αρκετά από το να περιγράψει το σπετζοφάι, χώρια που δεν βλέπω τους ενδιάμεσους τύπους, εκτός αν δεχτούμε πως το ελληνικό πιάτο το ονομάτισε κάποιος γλωσσομαθής μάγειρος -κι όταν έχουμε τις σπέντζες δεν νομίζω πως πρέπει να πάμε πιο μακριά.

Η δεύτερη ένσταση ή μάλλον υποσημείωση είναι πως «σπέντζα» ονομαζόταν επί τουρκοκρατίας ένα είδος φόρου της έγγειας ιδιοκτησίας που επιβαλλόταν στους μη μουσουλμάνους. Η τουρκική λέξη είναι İspençe -αγνοώ την ετυμολογία της.

Και κλείνουμε με τις Σπέτσες που τις αναφέραμε παρεμπιπτόντως, επειδή κάποιοι παρετυμολογούν το σπετζοφάι/σπετσοφάι από εκεί. Για την ετυμολογία του ονόματος του νησιού υπάρχουν διάφορες θεωρίες -κάποιοι το ανάγουν στο αρχαίο Πιτυούσα, που το είδαμε τις προάλλες με αφορμή το άρθρο για το Αγκίστρι -ο Πιτυουσιώτης, λένε, παρεφθάρη σε Πετσιώτη, και από εκεί το όνομα Πέτσες, τις Πέτσες, τις Σπέτσες. Ο Σκαρλάτος Βυζάντιος αν κατάλαβα καλά το συνδέει με το ιταλικό pesce, ψάρια, ενώ στο λεξικό του Μπαμπινιώτη βρίσκω ότι η επικρατέστερη εκδοχή θέλει το όνομα του νησιού να προέρχεται από το ιταλικό spezie = μπαχαρικά.

Αν ισχύει η εκδοχή αυτή βλέπουμε πως το σπετζοφάι συνδέεται όχι μόνο με τις Spice Girls αλλά και με τις Σπέτσες -μπορώ να κάνω κάμποσους συνδυασμούς με αυτά τα τρία πράγματα, αλλά προτιμώ να κλείσω εδώ το άρθρο.




from Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.