Η θερμιώτικη ντοπιολαλιά (συνεργασία του Δημήτρη Μαρτίνου)

Με πολλή χαρά δημοσιεύω σήμερα μια συνεργασία του φίλου μας του Δημήτρη Μαρτίνου για τη θερμιώτικη ντοπιολαλιά, δηλαδή τη ντοπιολαλιά της Κύθνου.Έχω ξαναγράψει ότι κάθε νησί αποτελεί, από μια άποψη, ένα ιδιαίτερο γλωσσικό οικοσύστημα κι έτσι, παρόλο που ασφαλώς υπάρχουν πολύ μεγάλες ομοιότητες ανάμεσα στις ντοπιολαλιές των κυκλαδονησιών, ωστόσο θα υπάρχουν και πολλές ιδιομορφίες.

Ο Δημήτρης έχει κάνει πολύ καλή δουλειά, σχεδόν τέλεια (ίσως θα μπορούσε να δώσει παραδειγματικές φράσεις σε όλα τα λήμματα). Προτάσσει μια ενδιαφέρουσα εισαγωγή για τη θερμιώτικη ντοπιολαλιά και ακολουθούν 22 λήμματα, πολλά από τα οποία τα έχει ήδη αναπτύξει εκτενέστερα στο slang.gr

Κατ’ εξαίρεση, το άρθρο δημοσιεύεται σε πολυτονικό, όπως προτιμάει ο Δημήτρης αν και δεν βλέπω τι προσφέρει αυτό -μάλλον δυσκολεύει κάποιους που μας διαβάζουν από ταμπλέτες.

Εγώ δεν είχα να προσθέσω σχεδόν τίποτα, το κείμενο είναι πολύ καλογραμμένο. Ωστόσο, για τα τέσσερα πρώτα λήμματα προσθέτω τι αναφέρει σχετικά το Ιστορικό Λεξικό της Ακαδημίας (διότι το τμήμα που έχει εκδοθεί καλύπτει μόνο τα πρώτα λήμματα, από Α έως ΔΙ).Κάνω και καναδυό ακόμα παρατηρήσεις, πάντα σε αγκύλες. Και βέβαια, δεν χρησιμοποιώ πολυτονικό]

Αν άλλοι φίλοι παρακινηθούν να γράψουν ανάλογα άρθρα για τη ντοπιολαλιά της ιδιαίτερης πατρίδας τους, είναι καλοδεχούμενα!

Η ΘΕΡΜΙΩΤΙΚΗ ΝΤΟΠΙΟΛΑΛΙΑ

Μὲ ἀφορμὴ τὴν ἀναβίωση δύο παλαιότερων ἄρθρων γιὰ τὴν ντοπιολαλιὰ τῆς Ἀμοργοῦ (πρώτο και δεύτερο), σκέφτηκα νὰ γράψω κάτι γιὰ τὴν ντοπιολαλιὰ τῶν Θερμιῶν ἤ τῆς Κύθνου, ὅπως εἶναι ἡ ἐπίσημη ὀνομασία τοῦ νησιοῦ.

Ζητῶ, ἐκ προοιμίου, τὴν ἐπιείκειά σας, ἐπειδὴ δὲν ἔχω κάποιαν ἐπιστημονικὴ  γνώση τοῦ ἀντικειμένου. Παρουσιάζω κάποιες λέξεις τῆς ντοπιολαλιᾶς ποὺ, κατὰ τὴ γνώμη μου, ἔχουν ἐνδιαφέρον. Πρὲπει νὰ τονίσω πὼς δὲν ἔκανα κάποιαν ἐπιτόπια ἔρευνα. Ἔγραψα γιὰ κάποιες λέξεις, ὅπως τὶς θυμᾶμαι νὰ τὶς λένε πρόσωπα τοῦ οἰκογενειακοῦ μου περιβάλλοντος, ἀλλὰ καὶ τοῦ εὑρύτερου περιβάλλοντος τοῦ χωριοῦ μου, τῆς Δρυοπίδας ἤ Σύλλακα.

Τὸ νησί ἔχει δύο κύριους οἰκισμούς ποὺ παλιότερα, πρίν τὴν διοικητικὴ μεταρρύθμιση καὶ τὴν δημιουργία ἑνιαίου δήμου, ἦταν ἕδρες τῶν δύο κοινοτήτων τοῦ Νησιοῦ: Τὴ Χώρα, ἤ Μεσσαριὰ ποὺ ὀνομάστηκε Κύθνος μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανοὺς καὶ τὸ Χωριὸ ἢ Σύλλακα ποὺ ὀνομάστηκε Δρυοπίδα.

Παλιότερα ὑπῆρχε ἔντονος ἀνταγωνισμὸς ἀνάμεσα στὰ δυὸ χωριὰ ποὺ ἔφτανε στὰ ὅρια τῆς ἀντιπαλότητας. Γι᾿ αὐτὸ δὲν ἦταν πολλὲς οἱ ἐπαφὲς μεταξύ τους, πράγμα ποὺ φαίνεται καὶ στὴν ντοπιολαλιά, ὅπου ὑπάρχουν κοινὲς λέξεις καὶ ἐκφράσεις, ἀλλὰ καὶ διαφορές.

Θὰ παραθέσω λίγα ἱστορικὰ στοιχεῖα ποὺ εἶναι ἀπαραίτητα γιὰ νὰ κατανοήσουμε τὶς ἐπιδράσεις ποὺ δέχτηκε ἡ Θερμιώτικη ντοπιολαλιά. Ἡ ἱστορικὴ πορεία τῶν Θερμιῶν, κατὰ τὴν τελευταία χιλιετία, ὁπότε διαμορφώθηκε ἡ ντοπιολαλιά, εἶναι πάνω κάτω ἡ ἴδια  μὲ αὐτὴν τῶν ὑπολοίπων νησιῶν τῶν Κυκλάδων.

Μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Πόλης ἀπὸ τοὺς Φράγκους, τὸ 1204, οἱ Κυκλάδες, μαζί μὲ ἄλλα νησιά τοῦ Αἰγαίου, πέρασαν στὴν ἐξουσία τῶν Βενετσιάνων, μὲ τὴν δημιουργία τοῦ Δουκάτου τῆς Νάξου ἀπὸ τὸν Μάρκο Σανοῦδο. Στὰ μέσα τοῦ δέκατου ἕκτου αἰώνα πέρασαν στὴν Ὀθωμανικὴ κυριαρχία ἀλλοῦ μὲ βίαιο κι ἀλλοῦ μὲ εἰρηνικὸ τρόπο. Γιὰ κάποιο χρονικὸ διάστημα ὑπῆρξε ἕνα ἰδιότυπο καθεστὼς συγκυριαρχίας. Τὴν ἄνοιξη, ποὺ κατέβαινε στὸ Αἰγαῖο ὁ ὀθωμανικὸς στόλος γιὰ νὰ μαζέψει φόρους καὶ πληρώματα, ἄρχιζε ἡ ὀθωμανικὴ κυριαρχία στὰ νησιά. Τὸ φθινόπωρο, ποὺ ἐπέστρεφε ὁ στόλος στὴν Πόλη, ἐπικρατοῦσε ἕνα ἰδιότυπο καθεστὼς αὐτονομίας στὰ περισσότερα  νησιά, ὅπου δὲν ὑπῆρχαν μόνιμες  ὀθωμανικὲς φρουρές. Τότε οἱ δυτικοὶ κουρσάροι ἐπέστρεφαν στὰ νησιὰ καὶ μάλιστα σὲ μερικὰ ἀπ᾿ αὐτά εἶχαν ἐγκαταστήσει τὶς  οἰκογένειές τους. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα τὸ (ἐρειπωμένο σήμερα) τμῆμα τῆς Χώρας τῆς Κιμώλου, μὲ τὰ οἰκόσημα στὶς προσόψεις τῶν σπιτιῶν.

Τὰ Θερμιά, ὀνομασία ποὺ προῆλθε ἀπὸ τὶς θερμὲς πηγὲς ποὺ ὑπάρχουν στὸ νησί, ἀπελευθερώθηκαν μετὰ τὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821 καὶ ξαναπῆραν τὴν ἀρχαία ὀνομασία, Κύθνος.

Ἡ ντοπιολαλιὰ ἔχει πολλὲς ἐπιρροὲς ἀπὸ τὴν ἰταλικὴ γλώσσα καὶ εἰδικὰ ἀπὸ τὴν βενετσιάνικη διάλεκτο καὶ ἀπὸ τὰ τούρκικα, κυρίως ἐξ αἰτίας τῆς ἐπαφῆς μὲ τὰ ὑπόλοιπα μέρη τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Στὸ νησί, ὅπως στὰ περισσότερα  μικρὰ νησιὰ, δὲν ὑπῆρξε μόνιμη ἐγκατάσταση Ὀθωμανῶν. Ὅμως ὑπῆρχε συνεχὴς ἐπαφὴ μὲ τὰ Μικρασιατικὰ παράλια, ἀκόμα καὶ μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση καὶ μέχρι τὸ 1922, ἀπὸ ναυτικοὺς, ἐμπόρους καὶ κοντραμπατζῆδες. Ἐπίσης ὑπάρχουν λίγες  ἀρβανίτικες λέξεις (π.χ. βλάμης: φίλος). Παρά τὸ γεγονὸς ὅτι ὑπάρχουν κάποια ἀρβανίτικα ἐπώνυμα (π.χ. Γκούμας) δὲν φαίνεται νὰ ὑπῆρξε μαζικὸς ἐποικισμὸς τοῦ νησιοῦ ἀπὸ Ἀρβανίτες, ὅπως ἔγινε στὰ νησιὰ τοῦ Ἀργοσαρωνικοῦ καὶ στὴν Ἄνδρο.

Σημείωση 1η. Τὶς περισσότερες ἀπὸ τὶς λέξεις ποὺ ἀκολουθοῦν τὶς ἔχω παρουσιάσει στὸ slang.gr καὶ βάζω σχετικὲς παραπομπές γιὰ ὅσους θέλουν περισσότερες πληροφορίες.

Σημείωση 2η. Κάθε πληροφορία, παρατήρηση ἤ διόρθωση (ἰδιαίτερα στὰ λεξιλογικὰ ὅπου κάνω κάποιες ἐρασιτεχνικὲς ἀπόπειρες ἐτυμολογίας) εἶναι εὐπρόσδεκτη.

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙ

ἀμαλαγιά: θαλασσινὸς «τόπος» ποὺ δὲν ἔχει ψαρευτεῖ γιὰ κάποιο διάστημα καὶ ὡς ἐκ τούτου πολλὰ ὑποσχόμενος. Πιθανὴ ἐτυμολογία ἀπὸ τὸ ἀμάλαγος: ἁγνὸς, ἀνέγγιχτος, παρθένος

http://ift.tt/2tJogcz

[Στο ΙΛΝΕ καταγράφεται σε πολλά μέρη, και στεριανά, διότι χρησιμοποιείται επίσης για απάτητα λιβάδια]

ἀνεμοκυκλίζω: Μιὰ λέξη, ἄκρως ποιητικὴ κατά τὴ γνώμη μου, ποὺ σημαίνει χάνω, βάζω (ἤ μοῦ πέφτει) κάτι κάπου καὶ δὲν τὸ βρίσκω, «τὸ παίρνει ὁ ἄνεμος».

http://ift.tt/2gMjVUD

[Στο ΙΛΝΕ και ως ενεργητικό και ως μέσο, με διάφορες σημασίες π.χ. πνέω κατά διαφόρους διευθύνσεις, παρασύρω, και  σε μέση φωνή με τη θερμιώτικη σημασία, που καταγράφεται μόνο στην Κύθνο. Και φράση: Τι ανάθεμα έγινες; Ανεμοκυκλίστης; = πού χάθηκες;]

βαγιολίζω: Περιποιοῦμαι, κανακεύω. Χαρακτηριστικό τὸ παράδειγμα, ὅπως τὸ θυμᾶμαι, κάπου στὰ τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ ’50.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ

Μπὰς καὶ δὲν τόνε βγαγιολίζω; Μὰ ‘κεῖνος μοῦ βαρεῖ.

Ἡ γερόντισσα, ποὺ ἔλεγε τὸ παράπονό της, γιὰ κακομεταχείριση ἀπὸ τὸ γέρο της, μιλοῦσε τὰ «παλιὰ» θερμιώτικα. Ἂν καὶ μικρό παιδί, τότε, μοῦ ἔκαναν τέτοιαν ἐντύπωση, ποὺ τὰ θυμᾶμαι ἀκόμα. Χαρακτηριστικὴ ἡ ἐκφορὰ τοῦ «γ» μετὰ τὸ «β»: βγαγιολίζω ἀντί βαγιολίζω. Αὐτό τὸ ἄκουγα τότε κι ἀπό ἄλλους ἡλικιωμένους ποὺ ἔλεγαν Βγαγγέλη ἀντί Βαγγέλη. Ἂν δὲν ἀπατῶμαι αὐτό συμβαίνει καὶ σ᾿ ἄλλα νησιά.

Γιὰ τὴν ἐτυμολογία βρῆκα (http://ift.tt/2tJd7IF):

βαγιλίζω

και βαγιουλίζω και βαϊλίζω και βαγιολίζω (Μ βαγιλίζω)
περιποιούμαι, φροντίζω

νεοελλ.
νανουρίζω
κολακεύω.

ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. βαγιλίζω < ουσ. βάγιλος, το δε βαϊλίζω < ουσ. βαΐλας, ενώ το βαγιολίζω < βάγιο, παρετυμολογικά

http://ift.tt/2gMjXMf

[Το βαϊλίζω, βαγιλίζω υπάρχει στο ΙΛΝΕ που το δίνει σε Κυκλάδες, Κρήτη, Πελοπόννησο αλλά και Πόντο]

γεροντομοίρι: Τὸ τμῆμα τῆς περιουσίας ποὺ κρατοῦσαν οἱ γονεῖς γιὰ τὰ γεράματά τους. Συνήθως τό ‘παιρνε ὅποιος απὸ τὰ παιδιὰ ἤ τοὺς ὑπόλοιπους συγγενεῖς τοὺς φρὸντιζε στὸ τέλος τῆς ζωῆς τους.

http://ift.tt/2tJiZBC

[Στο ΙΛΝΕ καταγράφεται σε πολλά νησιά του Αιγαίου, στην Κρήτη αλλά και στη Στερεά]

Δουλιῶ: δειλιάζω, σκιάζομαι, φοβᾶμαι

ἔμπος (τό): Χαμηλὴ νέφωση, προμήνυμα βροχῆς.  Ἀπὸ μιὰ μικρὴν ἔρευνα στὸ γκούγκλ, βρῆκα ὅτι, στὴ μὲν Κρήτη, σημαίνει ὁμίχλη, στὴ δὲ Λευκάδα, καταρρακτώδη βροχή, δηλαδὴ παρεμφερεῖς ἔννοιες. Ἀγνώστου (σὲ μένα) ἐτυμολογίας.

http://ift.tt/2gMjZDR

Ζύα: Ἡ ζυγιὰ τῶν μουσικῶν ὀργάνων ποὺ  συνήθως παίζουν στὸ νησί: βιολί λαοῦτο. Συνὴθως τ᾿ ἀποκαλοῦν «βιολιά».

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ

Ἤρθαμε στὸ κέφι καὶ πήραμε τὰ βιολιά.

Στὸ γάμο παίζανε τρεῖς ζύες βιολιὰ

θράψη: Συνθῆκες κατάλληλες γι᾿ ἁλώνισμα. Ὑψηλὴ θερμοκρασία καὶ χαμηλὴ ὑγρασία βοηθοῦν στὸ νὰ θρυμματίζονται εὔκολα τὰ στάχυα. Πιθανὴ ἐτυμολογία ἀπὸ τὸ θραῦσις.

ἱστορίζομαι: φαντασιώνομαι, ἀναπολῶ.

Δὲν ἔχει καμιὰ σχέση μὲ τὰ ὁμόρριζα ἱστορίζω ποὺ σημαίνει εἰκονογραφῶ καὶ ἐξιστορῶ/ἀνιστορῶ ποὺ σημαίνει ἀφηγοῦμαι.

http://ift.tt/2tJzVrX

 

καρβατζίκα: Σχετικὰ μικρὸ ταγάρι γιὰ τὴν πλάτη (κάτι σὰν τὸ σημερινὸ back-pack) ποὺ χρησιμοποιοῦσαν οἱ ἀγρότες τῆς Κύθνου γιὰ νὰ μεταφέρουν τὸ κολατσιό τους ἢ ἄλλα μικροπράγματα. Φτιάχνονταν ἀπὸ ὑφαντὸ πανὶ, μάλλινο ἢ βαμβακερό.

Πιθανὴ ἐτυμολογία ὰπὸ τὸ τούρκικο karva που σημαίνει καμήλα δρομάς.  http://ift.tt/2gMtt1Y

http://ift.tt/2tJd93f

 Προφανώς επειδή θυμίζει την καμπούρα στην πλάτη της καμήλας.

http://ift.tt/2gM8AE4

κρόδομα/καγιὰ/μόλος.

Τρεῖς, σχεδὸν ταυτόσημες, λέξεις ποὺ δείχνουν τὶς βασικὲς ἐπιρροὲς τῆς θερμιώτικης ντοπιολαλιᾶς.

Τὸ κρόδομα εἶναι μεγάλη πέτρα, ἀγκωνάρι. Εἶναι βασικὸ δομικὸ στοιχεῖο σὲ τοίχους ἀπὸ ξερολιθιά.

Πιθανὴ ἐτυμολογία ἀπὸ τὸ ἄκρον+δόμος. Ἡ ἐναλλακτικὴ ἐτυμολογία ἀπὸ τὸ ἄκρον+δῶμα (ποὺ ὁδηγεῖ στὴν γραφὴ κρόδωμα) μοῦ φαίνεται λιγότερο πιθανή.

καγιά: μεγάλη πέτρα, βράχος. Ἀπὸ τὸ τούρκικο kaya.

μόλος: πέτρα, μικρότερη σὲ μέγεθος ἀπὸ τὶς προηγούμενες, ποὺ μποροῦμε νὰ τὴν πετάξουμε. Ἀπὸ τὸ ἰταλικὸ molo.

Περισσότερα στὸ http://ift.tt/2tJd7Zb

λάνω: συνουσιάζομαι, βατεύω, γαμῶ.

Προέλευση ἀπὸ τὸ μσν. λάμνω: κωπηλατῶ καὶ τὸ ἀρχαῖο ἐλαύνω. Ὅπως λέει ὁ ΚΑΒ (στὸ σχόλιο 26), ἡ λέξη χρησιμοποιεῖται μὲ τὴν ἴδιαν ἔννοια στὶς Ἐκκλησιάζουσες τοῦ Ἀριστοφάνη.

Χαρακτηριστικὸ εἶναι ὅτι σὲ κάποια παράγωγα τῆς λέξης διατηρεῖται τὸ μ  ἀπὸ τὸ λάμνω, ὅπως τὸ λάμεται : εἶναι σὲ οἶστρο, ζητάει (γιὰ θηλυκὰ ζῶα), λαμᾶτος : σωματώδης, ρωμαλέος.

Περισσότερα:http://ift.tt/2tJ3g5C

μασαρεύω: περιποιοῦμαι, τακτοποιῶ τὰ ζῶα.

Συνήθως συναντᾶται στὴν ἔκφραση «μασαρεύω τὰ πράματα»

Πέρα  ἀπὸ τὴν καθαρὰ ἀγροτικὴ χρήση, ἡ λέξη ἔχει ἐπεκταθεῖ καὶ στὴν οἰκιακὴ/καθημερινὴ ζωὴ μὲ τὴν ἔννοια τοῦ «τακτοποιῶ», «καταφέρνω», «βολεύω», κυριολεκτικὰ ἢ μεταφορικά.

Προέλευση ἀπὸ τὸ ἰταλικὸ masseria : μεγάλο ἀγρόκτημα, λατιφούντιο. Ἀπὸ τὸ masseria προέρχεται καὶ τὸ τοπωνύμιο Μεσσαριά, παλιότερη ὀνομασία τῆς Χώρας ἤ Κύθνου. Ἡ ἐτυμολόγηση ἀπὸ τὴ μέση τῶν ὀρέων => μεσαορία  εἶναι μᾶλλον Πορτοκαλισμός.

Περισσότερα: http://ift.tt/2gMk3DB

[Υπάρχουν όμως πάμπολλα τοπωνύμια Μεσαρά/Μεσαριά. Όλα είναι άραγε σε μέρη που είχαν Ιταλούς;]

νταϊντίζω/σοπορτάρω: Δυὸ συνώνυμες λέξεις ποὺ σημαίνουν ἀντέχω, ὑπομένω, ἀποδέχομαι .

Ἡ πρώτη προέρχεται ἀπὸ τὸ τούρκικο dayanmak ποὺ τὸ βρίσκουμε σὲ διάφορα μέρη τῆς χώρας μας καὶ ὡς νταγιαντῶνταγιαντίζω. Ἐπίσης στὴν προστακτικὴ ἐκτὸς ἀπὸ νταγιάντα τὸ βρίσκουμε καὶ ὡς νταγιά:

Νταγιά, καρδούλα μου, νταγιὰ
κι ἔχει ὁ Θεὸς κι ἡ Παναγιά.

Ἡ δεύτερη προέρχεται ἀπὸ τὸ ἰταλικὸ sopportare.

http://ift.tt/2tJ81fN

ξάι (τό), πληθ. ξάγια: μέτρο χωρητικότητας δημητριακῶν. Ἤταν ἕνα κυλινδρικὸ μεταλλικὸ δοχεῖο μὲ χερούλι (παλιότερα ξύλινο) χωρητικότητας 7 ὀκάδων κριθαριοῦ.

Ἐτυμολογία ἀπὸ τὸ ἑλληνιστικὸ ἐξάγιον καὶ τὸ λατινικὸ exagium

http://ift.tt/2gMk4HF

 

ὄχτα: πέτρινος τοῖχος ἀπὸ ξερολιθιὰ γιὰ τὴ συγκράτηση τοῦ χώματος στὶς πλαγιὲς τῶν λόφων τοῦ νησιοῦ. Ἔτσι δημιουργοῦσαν τὶς σκάλες ἢ ἀναβαθμίδες, ὅπου ἔσπερναν κριθάρι.

 

περγάζω: ὀργώνω μὲ τὴν ἀξίνη. Στὰ Θερμιὰ πρῶτα ἔσπερναν καὶ μετὰ ζευγάριζαν (ὄργωναν) γιὰ νὰ σκεπάσουν τοὺς σπόρους. Στὶς ἄκρες τοῦ χωραφιοῦ, ποὺ δὲν ἔφτανε τὸ ἀλέτρι, σκέπαζαν τοὺς σπόρους σκάβοντας μὲ τὴν ἀξίνη.

Κατὰ τὴ γνώμη μου ἡ λέξη προέρχεται ἀπὸ τὸ ἐργάζομαι, μὲ τὴν ἔννοια τοῦ ὁμορρίζου του ὀργώνω (<εργώνω < έργον http://ift.tt/2tJ3jhO καὶ http://ift.tt/2gMpe6z

Πιθανῶς προκύπτει μὲ τὴν προσθήκη τοῦ προθήματος ἀπο- μὲ τὴν ἔννοια τοῦ τελειώματος μιᾶς διαδικασίας (π.χ. ἀπογαλακτισμὸς) καί τὴν ἔκθλιψη τοῦ ἀρχικοῦ α, ὅπως ἀναφέρω κι ἐδῶ (http://ift.tt/2tJhcN2) :

Η τοποθέτηση των ορνών ή όρνιασμα στην ντοπιολαλιά γινόταν στο πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιούνη και συνήθως είχαν τελειώσει με τ’ όρνιασμα (είχαν απορνιαστεί ή ‘πορνιαστεί κατά τη ντοπιολαλιά) μέχρι τη γιορτή του Άϊ-Γιάννη στις 24 του μήνα. Γι’ αυτό αυτή η γιορτή, που αλλού τη λένε του Κλήδονα, στη Κύθνο τη λένε τ’ Αϊ-Γιάννη του ‘Πορνιαστή.

http://ift.tt/2gMk62f

συνεικάζω: σχηματίζω, συνθέτω στὸ μυαλό μου τὴν εἰκόνα κάποιου προσώπου, ἀντικειμένου, γεγονότος κλπ.

Ἡ ἐτυμολογία προφανής: συν+εἰκάζω (μὲ τὴν ἔννοια τοῦ εἰκονίζω και ὄχι τοῦ πιθανολογῶ).

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ

«Κάτι μοῦ λέει τ’ ὄνομα, γιοκαράκι μου, μὰ δὲν τόνε συνεικάζω». Ἔτσι μοῦ ‘λεγε ἡ γιαγιά, ὅταν (σπανίως, γιατί μέχρι τὸ τέλος εἶχε πλήρη διαύγεια) δὲν θυμόταν κάποιον.

http://ift.tt/2tJ81fN

τραβαγιάρω: δουλεύω, ἀσχολοῦμαι, τραβιέμαι

Εἶναι ἡ πιὸ σχολιασμένη λέξη τῆς ντοπιολαλιᾶς, ἀπ᾿ ὅσες ἀνέβασα στὸ slang.gr.

Ἀξίζει τὸν κόπο νὰ διαβάσει κανεὶς τὸ σχετικὸ λῆμμα μὲ τὰ σχόλια και τὶς παραπομπές, ὅπου πολὺ σημαντικὴ εἶναι αὐτὴ ποὺ παραπέμπει σὲ λῆμμα http://ift.tt/2gMpfr9 καὶ σὲ ἄρθρο τοῦ Νικοκύρη γιὰ τὰ ντράβαλα. http://ift.tt/2tJ5GBt

Συνοπτικὰ ἀναφέρω πὼς ἡ λέξη σχετίζεται μὲ τὸ γαλλικὸ travailler (δουλεύω), τὸ ὁποῖο προέρχεται ἀπὸ τὸ παλιὸ γαλλικὸ traveillier (ὑποφέρω) ποὺ μὲ τὴ σειρὰ του προέρχεται ἀπὸ τὸ «κοινὸ» (vulgar) λατινικὸ tripaliare (ὑποφέρω) κι αὐτὸ ἀπὸ τὸ tripalium, ἕνα πολὺ ὀδυνηρὸ βασανιστήριο μὲ τρία παλούκια.

Ἐπίσης σχετίζεται μὲ τὸ travel, πράγμα ποὺ δείχνει πὼς τὴν ἐποχὴν ἐκείνη καὶ τὰ ταξίδια ἦταν βάσανο.

Περισσότερα στὶς ἀπὸ πάνω παραπομπὲς.

φυλλάδα: τὸ φυτὸ πικροδάφνη. Μεταφορικὰ κάτι πολὺ πικρὸ, π.χ. «Φυλλάδα τὸν ἔκανες τὸν καφέ!»

Ὑπάρχει καὶ ἡ ἔκφραση πικροφυλλαδιάστηκα : πικράθηκα πάρα πολύ.

http://ift.tt/2gMpgLJ

χαρανί: μεγάλο καζάνι. Παλιὰ, ὅταν τὰ παιδιὰ ρωτοῦσαν τί φαΐ ἔχει καὶ ἡ μάνα δὲν εἶχε μαγειρέψει, τοὺς ἀπαντοῦσε: «Τὸ τσουκάλι μὲσ᾿ τὸ χαρανί.

Προέλευση ἀπὸ τὸ τούρκικο haran.

ψωμώνω: φλερτάρω, ἐρωτοτροπῶ.

[Εδώ θα ήθελε περισσότερα, και μια παραδειγματική φράση. Μήπως από το ψωμί ή ψωμοτύρι που ρίχνουμε στα ψάρια για δόλωμα;]

 




from Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.