Παγανιστικές δοξασίες της θεσσαλικής επαρχίας

Ενδιαφέρων ακούγεται ο τίτλος, θα μου πείτε, αλλά κομμάτι στεγνός δεν είναι για κυριακάτικο πρωινό και δη καλοκαιρινό; Ποιος έχει όρεξη να διαβάζει δοκίμια περί λαογραφίας μέσα στη ζέστη;

Δίκιο θα είχατε, μόνο που ο τίτλος του βιβλίου που κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες από τις εκδόσεις Αντίποδες, και που θα σας παρουσιάσω σήμερα, είναι παραπλανητικός. Δεν πρόκειται για δοκίμιο, ο συγγραφέας δεν καταγράφει δοξασίες που όντως έχουν επιβιώσει στη θεσσαλική επαρχία: πρόκειται για μυθοπλασία, για σύντομα διηγήματα, που αν θέλαμε να τα κατατάξουμε σε κάποιο είδος θα τα ταξινομούσαμε στη λογοτεχνία τρόμου. Διηγήματα με υπερφυσικό στοιχείο, που όλα τους εκτυλίσσονται στη Θεσσαλία, κυρίως στην ύπαιθρο, και προσφέρουν με τον τρόπο αυτό μια μυθοπλαστική γεωγραφία της περιοχής.

Ο συγγραφέας, ο Χρυσόστομος Τσαπραΐλης, είναι νέος, γεννημένος το 1984 στη Λάρισα (αλλά μεγάλωσε στην Καρδίτσα). Είναι το πρώτο του βιβλίο. Αν συχνάζετε στο Φέισμπουκ ίσως τον είχατε ακούσει, διότι διατηρούσε τη δημοφιλή σελίδα «Παγανιστικές δοξασίες στη θεσσαλική επαρχία», όπου δημοσιεύτηκαν, σε πρώτη μορφή, τα κείμενα του βιβλίου -η σελίδα συνεχίζει άλλωστε να εμπλουτίζεται με καινούργια διηγήματα. Κάποια από τα διηγήματα πρέπει να δημοσιεύτηκαν και στον ιστότοπο Σκρα-Πανκ. Έχουμε δηλαδή πάντρεμα πανάρχαιων πραγμάτων όπως είναι οι δοξασίες για ξωτικά και βρικόλακες με υπερσύγχρονα όπως το Διαδίκτυο και τα κοινωνικά μέσα.

Ίσως επειδή πρωτοδημοσιεύτηκαν στο Διαδίκτυο, που υποτίθεται ότι δεν ευνοεί τα πολλά λόγια, τα διηγήματα είναι πολύ μικρά, ανάμεσα 400 και 700 λέξεις θα έλεγα. Θαρρώ πως κανένα δεν ξεπερνάει τις 3 σελίδες, αν εξαιρέσουμε το προοίμιο και το διήγημα Αργιθέα, που μπαίνει τελευταίο, ως είδος επίμετρο, και που είναι μεγαλούτσικο, καμιά εικοσαριά σελίδες (δεν το έχω διαβάσει ακόμα). Όλα τα άλλα κείμενα του τόμου ικανοποιούν τις προδιαγραφές έκτασης για να θεωρηθούν «μπονζάι» κατά την ορολογία του Γιάννη Πατίλη, μικροδιηγήματα δηλαδή.

Τα διηγήματα είναι οργανωμένα σε τέσσερις ενότητες: 1. Βλαχοχώρια, 2. Καραγκουνοχώρια, 3. Δρακοχώρια, 4. Οι πόλεις του κάμπου. Συνολικά τα διηγήματα είναι 47 συν το επίμετρο. Παρολο που το θέμα είναι παλιακό, αρκετές διηγήσεις εκτυλίσσονται στα χρόνια μας ή στο πολύ πρόσφατο παρελθόν. Ο συγγραφέας ελάχιστους ιδιωματισμούς χρησιμοποιεί -και τους περισσότερους τους επεξηγεί με υποσημείωση.

Μερικά διηγήματα μού άρεσαν πολύ, άλλα όχι τόσο. Είναι όμως ένα βιβλίο που, κατά τη γνώμη μου, δεν σηκώνει να το διαβάσεις μονορούφι, παρόλο που είναι λιγνό, 150 σελίδες. Επειδή είναι πολύ ζοφερό, μετά τις τρεις-τέσσερις ιστορίες γκώνεις και πρέπει να το αφήσεις -και αύριο πάλι. Και οι ιστορίες, αρχικά, μία-μία δημοσιεύτηκαν άλλωστε.

Για να πάρετε μιαν ιδέα, θα παρουσιάσω δύο από τα σύντομα διηγήματα, και πρώτα ένα που, κατ’ εξαίρεση, δεν είναι μαύρο και σκότεινο.

Είναι από την πρώτη ενότητα, τα Βλαχοχώρια

Το ρουμάνι του Αρβανίτη

Πάνω από τη Στεφανιάδα, στην πλαγιά που πίσω της κρύβεται ο ανοιξιάτικος ήλιος, βρίσκεταιτο δάσος του Αρβανίτη, που όσο και να το βλέπει η μέρα ζέστα δεν το πιάνει. Είναι ταγμένο ολάκερο στη νύχτα, από τα ψηλότερα ελάτια μέχρι τα λιγοστά λιθάρια που είναι χωμένα στις ρίζες, και από τη μυρωδιά του πεινασμένου τσακαλιού ώς το νύχι που χαράζει τα μονοπάτια κάθε βράδυ. Περνάνε καμιά φορά τη μέρα οι Στεφανιώτες από το ρουμάνι, αλλά έχει τέτοιο κρύο μέσα, ακόμη και Ιούλη μήνα, που ούτε κάπα από γίδινη τρίχα δεν τους κρατάει ζεστούς. Τη νύχτα κανείς δεν τολμά να μπει μες στο δάσος. Θυμούνται οι περισσότεροι τη γερο-παπαδιά που είχε αλαφρό κεφάλι και το ’82 γλίστρησε τα μεσάνυχτα από το παραθύρι της εκκλησίας, λεπτή σαν βελόνα, και πήρε το παλιό μονοπάτι προς τα πάνω. Στάθηκε έξω από το παράθυρο του τελευταίου σπιτιού και ξύπνησε τους κοιμισμένους με τις φωνές της. Ήθελε να της κουβαλήσουν πετσέτες και τον βαφτιστικό της σταυρό μέχρι την πηγή της Αντάρας, τη βρύση στην καρδιά του δάσους. Πήγαινε να πλυθεί, τους είπε. Σαν κοίταξαν αυτοί από το παραθύρι και την είδαν να στέκεται με το πανιασμένο μούτρο κολλημένο στο τζάμι τους σκιάχτηκαν. Ήταν σαν τον νεκρό που δεν βρίσκει ησυχία μακριά από τους ζωντανούς φίλους του. Ούτε που της αποκριθήκαν και συμφώνησαν να μην πάει κανείς μαζί της στο δάσος. Κανείς δεν τόλμησε να της κουβαλήσει τίποτα κάτω απ’ το φεγγαρόφωτο κι η παπαδιά μετά από λίγο κίνησε μόνη για το δάσος. Έσερνε πίσω της κάτι βαρύ που έκανε το έδαφος να βογκάει, όπως όταν περνάει η άμαξα με τα κακά μαντάτα.

Την άλλη μέρα λούφαξαν μέσα στα σπίτια όλοι οι χωριανοί, γιατί είδαν τι ίχνος είχε αφήσει πάνω στο μονοπάτι αυτό που έσερνε η παπαδιά. Το απόγευμα όμως κίνησε το χωριό όλο να πάει να τη βρει, ζωσμένο με βελέντζες και φανάρια, αλλά μονάχα τη βρύση βρήκαν να στέκει όπως πάντα ψηλή, με την ασημένια κούπα στον βαθύ πυθμένα, που όλοι μπορούσαν να τη δουν αλλά χέρι δεν είχε μπορέσει ποτέ να την πιάσει.

Αυτή την κούπα ο θρύλος λέει πως την είχε αφήσει στη βρύση ένας καβαλάρης απ’ την Άρτα, που δυο αιώνες πριν κάλπαζε γοργά για το σπίτι με τους μανδραγόρες στο Βλάσσι, όπου θα τα ’βαζε με τα χρόνια και τον γερο-Θάνατο τον ίδιο. Είχε σταθεί στη βρύση να πιει νερό και της γύρεψε την καλή τύχη, υποσχόμενος πως, αν γύριζε ζωντανός, θα της χάριζε την ασημένια κούπα του, που όποιος έπινε απ’ αυτή δεν λογούσε τα επόμενα εκατό χρόνια, ήταν σαν να μην τον έπιαναν. Δεν είπε τίποτα η βρύση, αλλά το νερό γαργάρωσε κι ο καβαλάρης επέστρεψε θριαμβευτής από το Βλάσσι και αφιέρωσε την κούπα στη βρύση της Αντάρας. Ούτως ή άλλως δεν τη χρειαζόταν πια, γιατί πλέον ήταν αυτός που κυνήγαγε τα χρόνια κι όχι το αντίστροφο, όπως γίνεται με τους κανονικούς ανθρώπους.

Από τότε, όποιος πίνει από τη βρύση παίρνει λίγη από τη μαγεία της κούπας και κρύβεται από κάποια χρόνια που τον περιμένουν. Όχι όσα παλιότερα, αλλά αρκετά ώστε να κρατήσει μακριά τα γηρατειά για μία ή δύο δεκαετίες ακόμη. Γι’ αυτό και λένε ότι το χωριό είναι ευλογημένο λόγω της μακροζωίας των κατοίκων του. Η γερο-παπαδιά δεν ξαναφάνηκε στο χωριό. Όμως από την επόμενη χρονιά άρχισε να μένει στο σπίτι του παπά ένα μικρό κοριτσάκι με βρεγμένα μαλλιά και μανίκια. Δεν το ’δε κανείς ποτέ στεγνό. Το κορίτσι το βάφτισαν μεγάλο κι έχουν ακόμη να λένε πως δεν κόλλαγε πάνω του ο σταυρός – όσο και να προσπαθούσε η νονά, γλίστραγε από το λαιμό του.

Κι άλλο ένα, από την ενότητα Δρακοχώρια, όπου και τα χωριά του Πηλίου

Το κρεβάτι στο γάντζο

Μέχρι και σήμερα, συνηθίζεται σ’ ένα αρχοντικό της Δράκειας του Πηλίου να κρεμάνε το κρεβάτι του μικρότερου παιδιού από ένα γάντζο στερεωμένο στο ταβάνι, έτσι ώστε αυτό να αιωρείται μια δυο σπιθαμές από το ξύλινο δάπεδο. Αυτό γίνεται μέχρι το παιδί να κλείσει τα δέκα, ή μέχρι να γεννηθεί το επόμενο, το κρεβάτι του οποίου παίρνει πια τη θέση του στο γάντζο. Όταν κρέμεται εκεί, το κρεβάτι κουνιέται με το παραμικρό ρεύμα αέρα και νανουρίζει το παιδί πιο εύκολα, ή έτσι τουλάχιστον προφασίζονται οι γονείς όταν τους ρωτάνε. Άλλες φορές λένε στους γειτόνους πως κρεμάνε το κρεβάτι γιατί οι μεγάλοι νυχτερινοί αρουραίοι, αυτοί που διώχνουν ακόμη και τις γάτες, καιροφυλακτούν κάτω από το κρεβάτι για τη μαλακή σάρκα που ’χουν τα καλοταϊσμένα στερνοπαίδια.

Όλα αυτά βέβαια είναι δικαιολογίες. Το σπίτι έχει ποντίκια και είναι πράγματι αρκετά μεγάλα ώστε να τρομάζουν τις γάτες, αλλά παραμένουν στο υπόγειο και τη σοφίτα, μετά από συμφωνία που είχε κάνει μαζί τους κάποιος πρόγονος. Στην πραγματικότητα οι γάτες είναι αυτές που ενίοτε φωλιάζουν στη σκιά του κρεβατιού, μαζί με παλιοκουβέντες που ξεφεύγουν καμιά φορά από το στόμα των γονιών όταν είναι θυμωμένοι. Αυτές τις κουβέντες που έχουν όψη σκούρα και μαλλιαρή, τις κυνηγάνε οι γάτες του σπιτιού και τις τρώνε ή τις πετάνε μέσα στη σόμπα αν το πορτάκι είναι ανοιχτό. Το κρεβάτι όμως κρέμεται για άλλο λόγο.

Σε εκείνα τα μέρη τριγυρνούσε, τότε όπως και τώρα, η ορδή των Αποδιοπομπαίων, ένα μπουλούκι απ’ όσα οι άνθρωποι ξορκίζουν την πρώτη μέρα του χρόνου. Μέσα σ’ αυτό το συρφετό καλπάζουν οι κακές σπορές των προηγούμενων χρόνων, σκελετωμένες και κάτασπρες σαν τα ποδάρια του λιμού, και τα προδοτικά εργαλεία του τεχνίτη που θα τον σακάτευαν αν τα ’χε κρατήσει. Παραδίπλα είναι η κακιά η στράτα, σκεπασμένη με διασταυρώσεις απατηλές σαν τις κουλούρες του δράκοντα – όποιος την παίρνει μάταια ψάχνει τον προορισμό του, έως ότου απομείνει μονάχα η σκιά του να φέγγει σαν σκούρα φλόγα, προσελκύοντας τον επόμενο δύστυχο οδοιπόρο. Μαζί πάει και το φονικό της επόμενης χρονιάς, κυρτό και απαίσιο στην όψη, λαχταρώντας τους έρημους δρόμους μετά την κηδεία του αδικοχαμένου.

Είναι το φονικό της επόμενης χρονιάς που πάντα έχει στο μάτι το μικρότερο παιδί της οικογένειας, γιατί ήταν μια στερνογεννημένη κόρη που είχε ξεσηκώσει παλιότερα τους χωριανούς. Τους είχε οργανώσει και διώξαν τα δεινά του προηγούμενου χρόνου. Από τότε μάθαινε και τα γύρω χωριά, και πλέον όλοι τα διώχνουν με το που μπαίνει ο Γενάρης. Το φονικό της επόμενης χρονιάς γυρνάει μαζί με την ορδή και μπαίνει μέσα στα σπίτια αθέατο, μα είναι σκεβρωμένο, κι έτσι μόνο άμα βρει το κρεβάτι του μικρότερου παιδιού να ακουμπάει στο πάτωμα το παίρνει στην πλάτη για να το σκοτώσει στις ερημιές. Γι’ αυτό λοιπόν οι κάτοικοι του αρχοντικού της Δράκειας κρεμάνε το κρεβάτι από το γάντζο, και τα Αποδιοπομπαία τούς προσπερνάνε και πάνε στην πόλη, εκεί όπου οι άνθρωποι δεν ξέρουν πώς να φυλαχτούν.__

Κι επειδή εδώ λεξιλογούμε, καταγράφω τις λέξεις του βιβλίου που εξηγεί ο συγγραφέας με υποσημειώσεις, όπως τις εξηγεί.

ματρακάς: παλιό σιδερένιο ποδήλατο [τη λέξη την έχω ακούσει και για σακαράκα, παλιό αυτοκίνητο]

τουλούμπα: χειροκίνητη αντλία νερού

μουνούχι: το ευνουχισμένο νεαρό κριάρι

πουμώνω: πνίγω, καταπνίγω

κατσούλα: μανδύας με κουκούλα

ροΐ: επιτραπέζιο δοχείο για το λάδι

ρεφούλι: ριπή αέρα

γκούσα: ο πρόλοβος των πτηνών

κατζέλι: μεταλλικός γάντζος

κυπρί: κουδούνα ζώου

βιτούλι: αρνί ή κατσίκι, μεταξύ ενός και δύο ετών [η λέξη μάς έχει απασχολήσει κι εδώ]

 




from Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.