Μια άρια από τον Τροβατόρε

Δίνεται σήμερα στο Ηρώδειο η πρεμιέρα του Τροβατόρε, της δημοφιλέστατης όπερας του Τζουζέπε Βέρντι, σκέφτηκα λοιπόν, μια που δεν μπορώ να πάω, να αφιερώσω το σημερινό άρθρο στην όπερα αυτή. Θα συζητήσουμε για τον τίτλο της όπερας και θα δούμε την υπόθεσή της και μια από τις πιο γνωστές της άριες.

Βέβαια, ο τσαγκάρης δεν έχει αρμοδιότητα παραπάνω απ’ τον αστράγαλο, οπότε τα δικά μου σχόλια δεν θα είναι μουσικολογικά, όσο λεξιλογικά. Δεν κρύβω πάντως ότι μου αρέσει πολύ η ιταλική όπερα μέχρι και τον Βέρντι. Στο ιστολόγιο δεν έχω φανερώσει τόσο πολύ αυτή την κλίση μου, αν και πριν από τρεις μήνες είχα δημοσιεύσει ένα άρθρο για μιαν άρια από τον Κουρέα της Σεβίλλης.

Η όπερα του Βέρντι έχει καθιερωθεί να αναφέρεται στην πατρίδα μας με τον ιταλικό της τίτλο αμετάφραστο, Τροβατόρε (στα ιταλικά Il trovatore). Ο αντίστοιχος ελληνικός όρος είναι «τροβαδούρος», μεταφορά του γαλλ. troubadour.

Οι τροβαδούροι ήταν περιπλανώμενοι λυρικοί ποιητές και μουσικοί που έζησαν στην Προβηγκία και γενικά στη νότια Γαλλία από τον 11ο έως τον 13ο αιώνα. Τραγουδούσαν κυρίως ερωτικά ιπποτικά θέματα στη λεγόμενη γλώσσα του οκ. Την ίδια εποχή στη Βόρεια Γαλλία άκμασαν οι τρουβέροι, που είχαν όμως πιο πολύ πολεμική θεματολογία.

Και οι δυο κατηγορίες τραγουδιστάδων έχουν παρεμφερή ετυμολογία και στην αρχή της αλυσίδας βρίσκεται η ελληνική λέξη τρόπος. Η λέξη περνάει στα λατινικά ως tropus, με πολλές σημασίες μεταξύ των οποίων «ρητορικό σχήμα». Από εκεί παράγεται το υστερολατινικό ρήμα contropare που σημαίνει «μιλώ μεταφορικά», «κάνω συγκρίσεις», καθώς και μια αμάρτυρη παραλλαγή του, το *tropare με σημασία «συνθέτω, εφευρίσκω».

Αυτό το *tropare πήρε λοιπόν δύο σημασίες που σιγά-σιγά χωρίστηκαν, αφενός τη «συνθέτω ένα ποίημα» και αφετέρου τη σημασία «ανακαλύπτω, εφευρίσκω». Από το παλαιοπροβηγκιανό ρήμα trobar, που παραδίδεται και με τις δύο παραπάνω σημασίες, γεννήθηκε η λέξη trobador που δήλωνε τους περιπλανώμενους αυτούς συνθέτες και τραγουδιστές. Η λέξη διαδόθηκε στις άλλες γλώσσες της περιοχής, και στα γαλλικά ως troubadour. Εν τω μεταξύ στα γαλλικά παράγωγο του *tropare ήταν το ρήμα trouver που σιγά-σιγά πήρε αποκλειστικά τη σημασία «βρίσκω» και είναι σήμερα ένα από τα κοινότερα ρήματα της γαλλικής γλώσσας.

(Να πω εδώ ότι η προέλευση του trobar έχει σταθεί αφορμή για μια εξαιρετικά σκληρή επιστημονική διαμάχη, μεταξύ του Schuchardt που υποστήριζε την προέλευση του trobar από το λατ. turbare, και των γάλλων Gaston Paris και Antoine Thomas που υποστήριξαν την προέλευση από το tropus (η οποία έχει πλέον γίνει ευρέως αποδεκτή). Ο ενδιαφερόμενος μπορεί να ανατρέξει στο λεξικό του Corominas στο λήμμα trobar, όπου θα βρει σύνοψη της διαμάχης σε δύο μεγάλες σελίδες, και παράθεση όλων των πηγών ώστε αν θέλει να δει από πρώτο χέρι πώς βρίζονται οι γλωσσολόγοι).

Σύμφωνα με τα λεξικά, στα ελληνικά η λέξη είναι δάνειο από τα γαλλικά· ωστόσο η τροπή του αρχικού ου σε –ο πρέπει να οφείλεται σε επίδραση του ιταλικού trovatore. Φυσικά, αφού η απώτερη αρχή της λέξης είναι ελληνική, ο τροβαδούρος είναι αντιδάνειο.

Στα σημερινά ελληνικά, τροβαδούρος λέγεται μεταφορικά οποιοσδήποτε ρομαντικός ή ερωτικός τραγουδιστής ή συνθέτης. Όταν έχει περισσότερο επικό ύφος, λέγεται βάρδος, που αυτό είναι γαλατικής αρχής. Οι ραψωδοί προς το παρόν έχουν γλυτώσει.

Αλλά ας γυρίσουμε στην όπερα του Βέρντι. Ανέβηκε το 1853, σε λιμπρέτο εμπνευσμένο από ένα ισπανικό θεατρικό έργο του 1830 περίπου. Ο αρχικός λιμπρετίστας πέθανε, ο Βέρντι ζήτησε από τον δεύτερο λιμπρετίστα κάποιες αλλαγές, τελικά το έργο ανέβηκε και γνώρισε μεγάλη επιτυχία από την πρώτη στιγμή -και δίκαια: είναι μια αποθέωση του μπελκάντο, με τέσσερις πολύ δυνατούς ρόλους· ο Καρούζο είχε πει πως είναι πολύ απλό να ανεβάσεις τον Τροβατόρε, πρέπει απλώς να μαζέψεις τους τέσσερις καλύτερους τραγουδιστές στον κόσμο.

Προσοχή, ακολουθεί σπόιλερ. Η υπόθεση του έργου είναι φοβερά μπλεγμένη και γεμάτη εξωφρενικά συμβάντα, σε σημείο που να κάνει τα σενάρια του Μαν. Μανουσάκη να μοιάζουν προσγειωμένα όσο και ένα ντοκιμαντέρ για τους Φλαμανδούς ζωγράφους. Βρισκόμαστε στην Ισπανία, υποθέτω στα χρόνια της Αναγέννησης. Ο κόμης ντι Λούνα αγαπάει την Λεονόρα, η οποία όμως είναι ερωτευμένη με έναν μυστηριώδη τροβαδούρο. Μαθαίνουμε ότι ο πατέρας του κόμη είχε κάψει μια τσιγγάνα που την είχε κατηγορήσει, άδικα, ότι μάγεψε τον αδελφό του κόμη. Καθώς καιγόταν, η τσιγγάνα άφησε ευχή και κατάρα στην κόρη της, την Ατζουσένα ή όπως αλλιώς προφέρεται (*), να εκδικηθεί, κι εκείνη απήγαγε το παιδί, τον αδελφό του κόμη, και το έριξε στη φωτιά.

Ο τροβαδούρος που αγαπάει η Λεονόρα είναι ο Μανρίκο, ιππότης έμπιστος ενός αντίπαλου άρχοντα, που όμως είναι (ή νομίζει πως είναι) και γιος της Ατζουσένας της τσιγγάνας. Μια νύχτα ο κόμης βρίσκεται κάτω από τα παράθυρα της Λεονόρας, ενώ από μακριά ακούγεται το τραγούδι του τροβαδούρου. Η Λεονόρα περιμένει τον Μανρίκο, τρέχει και αγκαλιάζει τον κόμη νομίζοντας πως είναι ο τροβαδούρος, πάνω εκεί έρχεται και ο Μανρίκο, οπότε όλα φανερώνονται και ο κόμης ορκίζεται να τον σκοτώσει, λέγοντας στην Λεονόρα un accento proferisti che a morir lo condannó (μια λέξη που πρόφερες, δηλ. ότι τον αγαπάς, τον καταδίκασε σε θάνατο).

Μπορείτε να ακούσετε το απολαυστικό αυτό τρίο, με υποτίτλους γαλλικούς μάλιστα, στο εξής γιουτουμπάκι (από το 25. περίπου, αν δεν πάει μόνο του).

Μετά μαθαίνουμε πως o Μανρίκο δεν είναι γιος της τσιγγάνας και ότι κατά λάθος η Ατζουσένα έριξε το δικό της παιδί στη φωτιά και ανάθρεψε τον αδελφό του κόμη για παιδί της. Ακολουθούν διάφορες μονομαχίες και μάχες, και ο Μανρίκο με τους άντρες του και με τη Λεονόρα καταφεύγουν σε ένα κάστρο ενώ ο κόμης τούς πολιορκεί. Πιάνει την Ατσουσένα που περιφέρεται εκεί απέξω και, όταν καταλαβαίνει ποια είναι, την ανεβάζει σε ένα σωρό ξύλα για να την κάψει, θέλοντας έτσι να κάνει τον Μανρίκο να βγει. Πράγμα που γίνεται, ο Μανρίκο κάνει μια απελπισμένη έξοδο για να σώσει τη μητέρα του, τον πιάνουν και τον κλείνουν φυλακή. Τελικά η Λεονόρα αυτοκτονεί με δηλητήριο, ο Μανρίκο εκτελείται, και η Ατζουσένα ενημερώνει τον κόμη ότι αυτός που θανάτωσε ήταν ο χαμένος αδελφός του -κι έτσι η εκδίκηση της μητέρας της πραγματώθηκε, κι εκεί τελειώνει το έργο -απλές, καθημερινές ιστορίες που μπορεί να συμβούν στον καθένα.

Η διασημότερη άρια από τον Τροβατόρε είναι μάλλον το Di quella pira, που την λέει ο Μανρίκο όταν βλέπει τη μητέρα του (που δεν είναι μητέρα του, αλλά τέλος πάντων) πάνω στην πυρά. (Pira είναι ακριβώς η πυρά, οι Ιταλοί δεν κρατάνε τις ορθογραφικές ιδιομορφίες). Ειδικότερα είναι καμπαλέτα, όπως λέγονται οι σύντομες άριες που τραγουδιούνται σε γρήγορο τέμπο. Έχει μόνο δυο στροφές, που επαναλαμβάνονται μετά την παρέμβαση της Λεονόρας (προς την οποία απευθύνεται ο Μανρίκο στην αρχή της δεύτερης στροφής, λέγοντάς της ότι δεν μπορεί να τον σταματήσει στο απελπισμένο του εγχείρημα).

Είχα δει ένα σιντί που είχε 34 εκτελέσεις του Di quella pira, από ισάριθμους διαφορετικούς τενόρους και όπως βλέπω υπάρχει και στο γιουτούμπ.

Aκούμε την άρια:

Και τα λόγια με μια πρόχειρη δική μου μετάφραση, πιστή και όχι τραγουδίσιμη. Δεν προλάβαινα να την κάνω καλή, συγγνώμη.

Di quella pira l’orrendo foco
Tutte le fibre m’arse avvampò!…
Empi spegnetela, o ch’io tra poco
Col sangue vostro la spegnerò…


Era già figlio prima d’amarti
Non può frenarmi il tuo martir.
Madre infelice, corro a salvarti,
O teco almeno corro a morir!

Τούτης της πυράς οι φριχτές φλόγες
όλες τις ίνες μου τις κατακαίνε!
Σβήστε την άθλιοι, αλλιώς σε λίγο,
με το αίμα σας θα τη σβήσω εγώ!

Ήμουνα γιος της πριν σ’ αγαπήσω,
το μαρτύριό σου δεν θα με σταματήσει.
Δόλια μανούλα! Έρχομαι να σε σώσω,
Ή αλλιώς τουλάχιστον μαζί σου να πεθάνω!

 

(*) Το όνομα της τσιγγάνας είναι Azucena, που είναι όνομα ισπανικό, αφού άλλωστε η υπόθεση του Τροβατόρε εκτυλίσσεται στην Ισπανία. Θα προφερόταν Αθουθένα στα ισπανικά, αλλά αφού η όπερα είναι ιταλική πρέπει να απορρίψουμε την προφορά αυτή, όπου κυριαρχεί ένας φθόγγος, το θ, που οι Ιταλοί δεν τον έχουν. Υπάρχει και στην Κύπρο το όνομα, όπου λέγεται Αζουσένα. Στα ιταλικά, μάλλον Ατζουσένα.




from Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.