Για μπάνιο πάω

Φέτος έτυχε να πάρω νωρίς την καλοκαιρινή μου άδεια, αλλά τον Αύγουστο που όλοι θα διακοπεύετε εγώ θα δουλεύω σκληρά. Οπότε, τη φράση του τίτλου θα μπορούσα να την πω κι εγώ, αν και την έχουν πει κι άλλοι πριν από μένα. Γενικά, ολόκληρο το σημερινό άρθρο θα έχει κάτι από ντεζαβούδι για τους ταχτικούς αναγνώστες του ιστολογίου, αφού αποτελεί, εν μέρει όμως μόνο, επανάληψη παλιότερου άρθρου -σας έχω προειδοποιήσει, άλλωστε, ότι ως τον Σεπτέμβρη το ιστολόγιο θα κινείται με πιο χαλαρούς ρυθμούς.

Το καλοκαίρι κάνουμε μπάνιο στη θάλασσα, αλλά η λέξη δεν αναφέρεται μόνο στο θαλασσινό λουτρό ούτε μόνο στο κολύμπι. Μπάνιο λέγεται και το πλύσιμο ολόκληρου του σώματος, κανονικά όταν γίνεται στη μπανιέρα, αλλά και στο ντους, ενώ συνεκδοχικά μπάνιο λέγεται και ο ειδικός χώρος του σπιτιού ή του ξενοδοχείου που είναι εφοδιασμένος με μπανιέρα ή/και ντουζιέρα και όλα τα απαραίτητα.

Ετυμολογικά, η λέξη «μπάνιο» είναι δάνειο από τα ιταλικά, και όπως θα δούμε είναι αντιδάνειο. Παράλληλα, έχουμε κρατήσει την παλιότερη λέξη, λουτρό, για όλες σχεδόν τις χρήσεις -έτσι, και το δωμάτιο του μπάνιου λέγεται και λουτρό, αλλά και για θαλάσσια λουτρά μιλάμε. Μάλιστα, λέμε μόνο «λουόμενοι» όταν θέλουμε να αναφερθούμε σε όσους βρίσκονται στην πλαζ και κάνουν μπάνιο, δεν έχουμε άλλη λέξη, από τη ρίζα του μπάνιου.

Το λουτρό είναι η κλασική αρχαία ελληνική λέξη -αν και την εποχή εκείνη ο κόσμος δεν είχε στο σπίτι του λουτρό, παρά επισκεπτόταν τα δημόσια λουτρά, που ήταν τόπος συναντήσεων, συζήτησης, ερώτων, συνήθεια ευλογημένη που διατηρήθηκε άλλωστε στην «καθυστερημένη» Ανατολή.

Πλάι όμως στο λουτρό, υπάρχει στην αττική μόνο διάλεκτο, ένα συνώνυμό του, το βαλανείον. Λέξη που δεν απαντά νωρίτερα από τον Πλάτωνα και στον Αριστοφάνη: ουδ’ ες βαλανείον ήλθεν λουσόμενος έλεγε ο κωμωδός στις Νεφέλες για κάποιον τσιγκούνη. Η λέξη φαίνεται να προέρχεται από το ουσ. βαλανεύς, το αγόρι του λουτρού, ο λουτράρης, που ίσως συνδέεται με τη βάλανο, πάντως είναι αμφισβητούμενης ετυμολογίας και δεν έχει ινδοευρωπαϊκά ξαδέρφια.

Το βαλανείον το δανείστηκαν οι Ρωμαίοι, και στα λατινικά το είπαν balneum, τύπος που εκτόπισε πολύ γρήγορα τον κλασικό λατινικό, lavatrina. Μόνο που το σύμπλεγμα -ln- ήταν δυσκολοπρόφερτο για τον πολύ λαό, και γρήγορα στην ομιλούμενη λατινική έγινε baneum. Αυτή είναι και η αφετηρία για όλες τις ρωμανικές γλώσσες, για το bain το γαλλικό και το bagno το ιταλικό, απ’ όπου επέστρεψε και σε μας.

Πιο σωστά, ξαναεπέστρεψε. Διότι, ήδη στην πρωτοβυζαντινή εποχή, ο τύπος baneum ξαναπερνά στην Ανατολή, όπου σε αιγυπτιακούς παπύρους βλέπουμε το βανιάτωρ= λουτράρης και αργότερα το βυζαντινό βανιάριν.

Aπό την άλλη, στα αγγλικά, τα γερμανικά και τις συναφείς γλώσσες η αντίστοιχη λέξη είναι bath, Bad κτλ. από παλαιογερμανική ρίζα που συνδέεται με τη θερμότητα.

Το ιταλικό bagno είχε και μιαν άλλη περιπέτεια όμως. Οι φυλακές του Λιβόρνου είχαν φτιαχτεί στη θέση παλαιών λουτρών και γι’αυτό ονομάστηκαν bagno. Μετά, η λέξη χρησιμοποιήθηκε, από τους Ιταλούς κρατούμενους στις φυλακές της Πόλης, και τελικά καθιερώθηκε με αυτή τη σημασία, κι έτσι στα γαλλικά bagne είναι τα κάτεργα, το μέρος όπου είναι κλεισμένοι οι καταδικασμένοι σε καταναγκαστικά έργα. Αλλά και στην Πόλη η εκκλησία που αρχικά φτιάχτηκε στις φυλακές ονομάστηκε Παναγία του Μπάνιου, και τον 19ο αιώνα χτίστηκε η Παναγία του Παλαιού Μπάνιου σε άλλη τοποθεσία. Η σημασία μπάνιο = κάτεργο στα ελληνικά έμεινε περιορισμένη στη ναυτική ορολογία.

Από το μπάνιο, που είναι bain στα γαλλικά, έχουμε και το μπεν μαρί, στα γαλλικά bain-Marie, από το όνομα της Μαρίας, της αδελφής του Μωυσή, για την οποία πίστευαν τον Μεσαίωνα ότι είχε γράψει αλχημιστικό σύγγραμμα -υπήρχε μια αλχημίστρια του 15ου αι. ονόματι Marie la juive, και μπλέχτηκαν οι Μαρίες.

Το να πηγαίνει κανείς για μπάνιο στη θάλασσα είναι κάτι που οι άνθρωποι της γενιάς μου το θεωρούν δεδομένο, το κάναμε από τα πρώτα παιδικά μας χρόνια οι περισσότεροι. Θα θυμάστε που μετρούσαμε τα μπάνια που έχουμε κάνει κάθε καλοκαίρι, κάποτε μαζί με τα παγωτά που είχαμε φάει: δεκαεφτά μπάνια και είκοσι παγωτά. Κάποιοι μετρούσαν ένα μπάνιο κάθε μέρα, άλλοι δύο αν έκαναν πρωί κι απόγευμα.

Ωστόσο, τα θαλάσσια μπάνια είναι παιδί του προηγούμενου αιώνα -ως μαζικό φαινόμενο θα έλεγα πως δεν είμαι βέβαιος αν έχουν κλείσει εκατό χρόνια ύπαρξης. Τον 18ο και 19ο αιώνα όταν κάποιος έλεγε πως πηγαίνει στα λουτρά εννοούσε θερμά ιαματικά λουτρά σε λουτροπόλεις, σχεδόν πάντα όχι παραθαλάσσιες, στο Αιξ-λε-Μπαιν και στο Μπάντεν-Μπάντεν ή στο Κάρλσμπαντ, όπου σύχναζε η αριστοκρατία όλης της Ευρώπης και όπου περιουσίες χάνονταν στο απαραίτητο καζίνο. Εκεί συχναζε για πολλούς μήνες κάθε χρόνο και ο βασιλιάς μας ο Γεώργιος ο Α’.

Αρχικά, στις πλαζ υπήρχε διαχωρισμός, αλλού έκαναν θαλάσσιο λουτρό οι γυναίκες και αλλού οι άντρες, και υπήρχαν και ειδικοί φύλακες με βάρκα για να μην πλησιάζουν άντρες στην απαγορευμένη περιοχή. Ωστόσο, ήδη από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1920 εμφανίζονται τα «μπεν μιξτ», όρος δανεικός από τα γαλλικά που σήμαινε ότι άντρες και γυναίκες έκαναν μαζί το λουτρό τους στην ίδια περιοχή της παραλίας χωρίς περιορισμούς. Αξίζει ίσως χωριστό άρθρο, διότι ο νεωτερισμός σχολιάστηκε αρκετά και στις εφημερίδες και στα τραγούδια και στην επιθεώρηση, αλλά χαρακτηριστικό είναι ότι μετά τον δεύτερο πόλεμο ο όρος ξεχάστηκε εντελώς διότι περιέπεσε σε αχρησία αφού τα «μπεν μιξτ» αποτέλεσαν τον κανόνα.

Και έτσι σιγά σιγά φτάσαμε στα μπάνια του λαού, όπως είναι το κλισέ που το καθιέρωσε ο Ανδρέας Παπανδρέου θαρρώ το 1985, όταν είπε ότι «δεν θα χαλάσουμε τα μπάνια του λαού» με εκλογές το κατακαλόκαιρο.

Αν πιστέψουμε τα μεγάλα λεξικά μας, τουλάχιστον το ΛΚΝ και τον Μπαμπινιώτη που τα έχω πρόχειρα, από τα θαλάσσια μπάνια προήλθε και το ρήμα «μπανίζω», απ’ όπου και το μπανιστήρι. Όπως λέει το ετυμολογικό λεξικό Μπαμπινιώτη «η συνήθεια μερικών ανδρών στο παρελθόν να κρυφοκοιτάζουν τις λουόμενες γυναίκες που έκαναν μπάνιο με μαγιό οδήγησε στη σημερινή σημασία». Ακούγεται πειστικό, αλλά υπάρχει ένα πρόβλημα χρονολογίας, που δείχνει και την αξία που έχει να αναδιφεί κανείς σώματα κειμένων.

Όπως έχουμε ξαναγράψει, στο βιβλίο «Οι μυστηριώδεις νυκτοκλέπται» του Μηνά Χαμουδόπουλου, που γράφτηκε το 1871, συναντάμε σε ευρεία χρήση τον όρο μπανιστής = κατάσκοπος. Κατά τη γνώμη μου είναι φανερό ότι η χρονολόγηση αυτή αποκλείει να γεννήθηκε ο όρος μπανίζω/μπανιστήρι από τα θαλάσσια μπάνια και τις γυναίκες με μαγιό. Ομολογώ ότι δεν ξέρω ποια είναι η ετυμολογία αυτής της οικογένειας λέξεων, αλλά θεωρώ πιθανότερο να είναι τουρκική. Κι έτσι, ενώ ξεμάθαμε κάτι, αφού καταρρίψαμε την εύλογη ωστόσο προέλευση του μπανίζω από το μπάνιο, δεν μάθαμε κάτι άλλο στη θέση του -συμβαίνει συχνά αυτό όταν γκρεμίζονται οι βεβαιότητες.

Θα κλείσω με ένα τραγούδι που έχει ίδιο τίτλο με το άρθρο μας, «Για μπάνιο πάω». Είναι τραγούδι του 1952, σε μουσική και στίχους Απόστολου Καλδάρα, και έχει ιστορική σημασία αφού είναι η πρώτη ηχογράφηση του Στέλιου Καζαντζίδη. Λένε ότι το ντεμπούτο δεν ήταν καθόλου ενθαρρυντικό -«Ούτε για να βελάζει δεν κάνει αυτός», είπε ο Νίκανδρος Μηλιόπουλος, στέλεχος της Κολούμπια. «Δεν έχεις δικιο, κύριε Μηλιόπουλε, πρόκειται για εξαιρετική φωνή», είπε ο Παπαϊωάννου και έδωσε στον Στέλιο τις Βαλίτσες (Δεν το περίμενα ποτέ) που στάθηκαν η πρώτη επιτυχία του.

Σήμερα όμως, για μπάνιο πάμε.

 

 

 

 




from Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.