Η Αρουντάτι Ρόι απομυθοποιεί τη «μεγαλύτερη δημοκρατία» του κόσμου!

Στέλιος Ελληνιάδης 


Το σχέδιο του εξωφύλλου είναι
εμπνευσμένο από μουσουλμανικό τάφο
Τις μέρες του Ιουνίου που κυκλοφόρησε το βιβλίο της Αρουντάτι Ρόι The Ministry of Utmost Happiness (εκδόσεις Knopf/Penguin), στα πρωτοσέλιδα των ινδικών εφημερίδων απεικονιζόταν η ζοφερή πραγματικότητα στην οποία αναφέρεται στο μυθιστόρημά της. ΚΑΝΟΝΙΚΑ ΛΙΝΤΣΑΡΙΣΜΑΤΑ. Μέχρι θανάτου. Με σπαθιά, λοστούς και φωτιά! Αλλεπάλληλα κρούσματα βίας από όχλους «αγαναχτισμένων» Ινδουιστών σε βάρος κυρίως Μουσουλμάνων, «Ανέγγιχτων» (Νταλίτ), ιθαγενών και κατοίκων του Κασμίρ. Με πρόσχημα συνήθως ότι κάποιος έσφαξε αγελάδα ή έφαγε μοσχαρίσιο κρέας. Αλλά και ένας έφηβος Μουσουλμάνος λιντσάρεται μέχρι θανάτου στο τρένο ίσως γιατί προσέβαλε τη χώρα των Ινδουιστών. Επιθέσεις δέχονται και όσοι τολμούν να καταγγείλουν τις αδικίες και τους υπαίτιους της βίας. Όσοι χαλούν την εικόνα της «μεγαλύτερης στον κόσμο δημοκρατίας» όπως την αποκαλούν οι πολιτικοί και ολιγάρχες από τους οποίους συστηματικά εκπορεύεται και υποθάλπεται η βία. Τα τελευταία χρόνια, ο ινδουιστικός εξτρεμισμός ενισχύθηκε και από τον αμερικάνικο «πόλεμο εναντίον της τρομοκρατίας».

Η Ρόι ενοχλεί γιατί υπερασπίζεται τους αδύναμους, τα θύματα της εκμετάλλευσης, τους κατατρεγμένους, τους μειονοτικούς, τους φτωχούς, τις γυναίκες, το τρίτο φύλο, τους περιθωριακούς, τους ανέγγιχτους, τα χαμηλότερα στρώματα της ινδικής κοινωνίας, που δεν έχουν δικαίωμα να αλλάξουν κοινωνική θέση. Γεννήθηκες Νταλίτ, θα πεθάνεις Νταλίτ (Ανέγγιχτος)! Πάνω από 250.000 αγρότες αυτοκτόνησαν με φυτοφάρμακα, από την πείνα, τα χρέη και την εκδίωξη από τη γη τους. Εντωμεταξύ, οι εταιρίες για να αυξήσουν την παραγωγή γάλατος ταΐζουν τις αγελάδες με diclofenac που όταν αποβάλλεται στο έδαφος δηλητηριάζει τα πουλιά.

Η Ρόι από πεποίθηση ταυτίζεται με τους ανίσχυρους και αγωνίζεται εναντίον των πανίσχυρων εχθρών τους. Και δεν διστάζει να κάνει κριτική στους ακτιβιστές που κάνουν δημόσιες σχέσεις, στους υπερσυντηρητικούς ισλαμιστές μαχητές, στους αντάρτες για υπέρμετρη βία. Δεν κωλώνει, δεν είναι περαστική, δεν είναι κατά λάθος ή επειδή την έσπρωξε η μοίρα. Είναι από επιλογή. Έχει διαλέξει με ποιους είναι και με ποιους δεν είναι.

Ο κίνδυνος να χαρακτηριστεί προδότης την καταδιώκει από το 1998 που αντιτάχθηκε στις πυρηνικές δοκιμές της Ινδίας. Η κοινωνική ανισότητα, οι παραγκουπόλεις, η περιβαλλοντική υποβάθμιση, η αποικιοκρατία και η παγκοσμιοποίηση, οι καταδότες και οι παραστρατιωτικοί αποτελούν διαρκή στόχο της.

Η φωνή της ενοχλεί αφόρητα τις ελίτ γιατί ακούγεται στεντόρεια σε όλη την οικουμένη. Κεντρικό της μοτίβο: η δικαιοσύνη. Μια κοπέλα, μόνη, χωρίς τις πλάτες ενός κόμματος ή ενός κέντρου εξουσίας. Αριστερή, εύθραυστη και ευάλωτη, εναντίον ενός τεράστιου μηχανισμού εξουσίας, σκληρού και αδίστακτου. Αλλά που δεν αισθάνεται μόνη.

Κοινωνική προστασία


Αρουντάτι Ρόι, Σκίτσο του Πέτρου Ζερβού
Όταν κέρδισε, το 1997, το Βραβείο Μαν Μπούκερ, το σημαντικότερο βραβείο λογοτεχνίας μαζί με το Όσκαρ, για το πρώτο μυθιστόρημά της «Ο θεός των μικρών πραγμάτων», σε ηλικία 37 ετών, πουλώντας 8 εκατομμύρια αντίτυπα σε 42 χώρες, απέκτησε ένα διεθνές δίχτυ προστασίας. Ακόμα και η Μέρκελ, το 2015, ζήτησε να συναντηθεί με την Ρόι. Αλλά η Ρόι δεν επαναπαύτηκε σ’ αυτό το δίχτυ. Αντιθέτως, το τέντωσε στο έπακρο με αγώνες που τη φέρνουν σε σκληρή αντιπαράθεση με το κατεστημένο. Δεν δίστασε να αναμετρηθεί στα πιο ριψοκίνδυνα πεδία, τα άβατα ακόμα και για οργανωμένες πολιτικές οντότητες. Χωρίς να καταφύγει στο εξωτερικό, χωρίς σεκιουριτάδες, χωρίς κρυψώνες και θωρακισμένες πόρτες. Από ένα συνηθισμένο διαμέρισμα στο Δελχί, με πολλά βιβλία και δύο άκακους σκύλους που περιμάζεψε από το δρόμο.

Με το καινούργιο βιβλίο της εκθέτει τολμηρά την απάνθρωπη φύση της «ινδικής δημοκρατίας» και τους βάρβαρους εκπροσώπους της, τους οποίους «φωτογραφίζει» καθαρά. Η παγκόσμια απήχηση που είναι δεδομένη -κρίνοντας από τις αμέτρητες μακροσκελείς παρουσιάσεις που δημοσιεύονται στα ΜΜΕ της Δύσης (New York Times, New Yorker, Guardian, Telegraph, Financial Times, Democracy Now κ.λπ.)- αποτελεί ένα πολύ αιχμηρό πλήγμα στο πολιτικοθρησκευτικό σύμπλεγμα εξουσίας. Οι εθνικιστές είναι κιόλας στα κάγκελα! Η ακραία επίθεση που δέχτηκε από τον βουλευτή του κυβερνώντος κόμματος και γνωστό ηθοποιό του Μπόλιγουντ Paresh Rawal, δείχνει τη σοβαρότητα της κατάστασης και τους νέους κινδύνους. Στην ψύχρα, ο βουλευτής πρότεινε να δέσουν την Ρόι μπροστά σε ένα τζιπ του στρατού αντί για τον διαδηλωτή που πετούσε πέτρες στους αστυνομικούς στο Κασμίρ! Κάτι παρόμοιο είχαν προτείνει άλλοι εθνικιστές εναντίον της δημοσιογράφου Sagarika Ghose, μετά από το σάλο που προκάλεσε το βίντεο με ένα νεαρό, κρατούμενο γιατί πετούσε πέτρες στις δυνάμεις κατοχής, δεμένο μπροστά στο τζιπ σαν ασπίδα του ινδικού στρατού απέναντι σε διαδηλωτές στο Κασμίρ! Πρακτικές που έχουν αντιγράψει από το Ισραήλ (άλλη περιώνυμη «δημοκρατία») σε βάρος Παλαιστινίων. Ένα εκτεταμένο καθεστώς τρόμου, απαγωγών, φυλακίσεων, βασανιστηρίων, εξαφανίσεων και εκτελέσεων επικρατεί στο Κασμίρ. Οι μητέρες των 78.000 δολοφονημένων και εξαφανισμένων διαδηλώνουν, χωρίς αυτό να προβάλλεται στη Δύση που θεωρεί το ινδικό καθεστώς στρατηγικό σύμμαχο. «Είναι η πιο θηριώδης στρατιωτική κατοχή στον κόσμο», λέει η Ρόι. Μόνο κηδείες γίνονται στο Κασμίρ…

Ανεπιθύμητες αλήθειες


Το βιβλίο δεν θα αρέσει σ’ αυτούς που ενοχλούνται όταν τους τρίβεις στη μούρη την ασχήμια του κόσμου μέσα στον οποίο καλοπερνούν. Ούτε σ’ αυτούς που προτιμούν την «καθαρή» λογοτεχνία, όταν όλα παρουσιάζονται με «λυρισμό», με «φαντασία», με «ωραία γλώσσα». Όταν η λογοτεχνία παρουσιάζει την πραγματικότητα ως έμπνευση, αλλά όχι όταν η λογοτεχνία απομυθοποιεί τον εαυτό της αντανακλώντας ανάγλυφα την πραγματικότητα.

Η Αρουντάτι Ρόι δεν έχει τέτοια προβλήματα. Η ζωή της όλη είναι σαν τα γραπτά της. Πιο «λογοτεχνική» και πιο «ρεαλιστική» ζωή δύσκολα θα μπορούσε να ζήσει κανείς. Κι αυτός ο συνδυασμός είναι μυθιστόρημα. Γι’ αυτό, όποιος γράψει ένα μυθιστόρημα με βάση τη ζωή της Ρόι, όπως τη φωνάζουν οι φίλοι της, δεν θα ήταν αδόκιμο να το γράψει με τον τρόπο που είναι γραμμένο το The Ministry of Utmost Happiness.

«Τα ζητήματα που παίζουν είναι πιο πολυποίκιλα από ό, τι στο πρώτο μυθιστόρημα της Ρόι. Εκτείνονται από τις δοκιμασίες της κοινότητας hijra (transsexual) μέχρι την άνοδο του ινδουιστικού εθνικισμού, την κληρονομιά της καταστροφής της Union Carbide στο Bhopal το 1984, την ανεξαρτησία του Κασμίρ, τη δυσχερή κατάσταση των adivasis (αυτόχθονες λαοί), τα θέματα των διακρίσεων των καστών και το γυναικείο ζήτημα. Η Ρόι σημαδεύει διάφορα δημόσια πρόσωπα, ανάμεσά τους τον σημερινό πρωθυπουργό», γράφει η Claire Messud στην εφημερίδα Financial Times.

Οι κριτικοί λογοτεχνίας την συνδέουν με τον Ντίκενς, τον Τολστόι, τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκέζ, τον Σαλμάν Ρουσντί, τον Τζέιμς Μπόλντουιν, τον Ζαν Ζενέ ή τον Νόαμ Τσόμσκι… Ο βραβευμένος με Πούλιτζερ συγγραφέας Siddhartha Mukherjee την συγκρίνει με τον Όργουελ επειδή μιλάει για μια δυστοπική χώρα του παρόντος.

Η μικρή και λεπτεπίλεπτη συγγραφέας είναι αγωνίστρια βαρέων βαρών. Αυτό το φινετσάτο πλάσμα, αυτή η γοητευτική γυναίκα, αυτός ο γλυκός άνθρωπος είναι ο Κάσιους Κλέι της λογοτεχνίας. Όταν γράφει χορεύει και χτυπάει ταυτόχρονα. Θα ήταν πολύ ύποπτο εάν τα fiction βιβλία της ήταν εντελώς ασύνδετα από τα non-fiction. Γι’ αυτό είναι εύστοχη η επισήμανση της Neha Sharma στο New Republic «Η Αρουντάτι Ρόι επανεφευρίσκει το πολιτικό μυθιστόρημα. Στον πυρήνα του είναι μια ωδή στους απόβλητους της Ινδίας. Σχεδόν κάθε χαρακτήρας είναι παράγωγο της καταπίεσης, υποκείμενο στα καπρίτσια διεφθαρμένων πολιτικών δυνάμεων και στην τυραννία του ινδουιστικού εθνικισμού». «Ένα παθιασμένο πολιτικό έργο τέχνης», γράφει ο Hirsh Sawhney (TLS). «Είναι πάντοτε με τους ανθρώπους που δεν έχουν εξουσία», σημείωσε η Daphne Beal (Vogue) όταν η Ρόι την πήγε στο μέρος που γεννήθηκε στο Δελχί ένας Σούφι άγιος του 13ου αιώνα.

Ινδική δημοκρατία, έτος 2017…


Η Αρουντάτι Ρόι με τον κυνηγημένο από τις αμερικάνικες αρχές Edward Snowden.Μαζί τους ο βετεράνος δημοσιογράφος Daniel Ellsberg και ο ακτιβιστής ηθοποιός John Cusack, στη Μόσχα

Στη χειρότερη περίπτωση στα 800 και στην καλύτερη στα 700 εκατομμύρια υπολογίζονται οι φτωχοί στην Ινδία. Φτώχεια όχι ευρωπαϊκού τύπου, αλλά υποασιατικού, με 30 σεντς τη μέρα. Εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι που ζουν στα πεζοδρόμια, σε καλύβες με χαρτόνια και λαμαρίνες, σε λασπότοπους. Εργάτες που δουλεύουν για την κατασκευή πολυτελών εμπορικών κέντρων, γράφει η Ρόι, κοιμούνται στην άκρη των δρόμων μεγάλης κυκλοφορίας για να ζεσταίνονται από τα αέρια που βγάζουν οι εξατμίσεις των φορτηγών που απομακρύνουν και τα ανθρωποφάγα κουνούπια! Οι καρκινοπαθείς στοιβάζονται στις αυλές των νοσοκομείων με φάρμακα που πρέπει να αγοράσουν πανάκριβα στα φαρμακεία ή αμφιβόλου ποιότητας στη μαύρη αγορά. Και πολλοί ασθενείς πέφτουν θύματα της εμπορίας οργάνων.

Στην Ινδία, οι θεσμικά θεωρούμενοι ως κατώτεροι άνθρωποι, δεν είναι κάτι μικρές μειοψηφίες, κάτι ομάδες. Είναι η συντριπτική πλειονότητα των λαών της χώρας. Και η περιθωριοποίησή τους είναι νόμος, σύστημα, είναι η επίσημη τάξη πραγμάτων, αυστηρός κανόνας που η παραβίασή του επιφέρει σκληρές επιπτώσεις, μέχρι και βίαιο θάνατο. 20% είναι οι «Ανέγγιχτοι» και 9% οι «Φυλές», ήτοι περίπου 380 εκατομμύρια άνθρωποι που ανήκουν στις κατώτατες κάστες και 41%, δηλαδή 540 εκ., που ανήκουν στις κατώτερες κάστες και υποκάστες. Συνολικά, σε πληθυσμό 1.340.000, περίπου 920 εκατ. είναι στις κατώτερες και μόνο 420 εκατ. στις ανώτερες τάξεις. Οι ελίτ συντηρούν τις κάστες για να εμποδίζουν τη συσπείρωση των καταπιεσμένων, την αλληλεγγύη μεταξύ τους, την κοινή και ενιαία αντίδρασή τους. Οι διαχωρισμοί είναι άκαμπτοι. Λιγότεροι από το 1% κάνουν γάμους με ανθρώπους από άλλη κάστα. Οι κατώτεροι κάνουν τις πιο δύσκολες και περιφρονημένες εργασίες. Και ό,τι σχετίζεται με αυτούς θεωρείται μιασμένο και βρώμικο.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ένας Ινδός δικηγόρος, Χριστιανός, είχε κάνει ασφαλιστικά μέτρα ζητώντας να αφαιρεθεί από το βιβλίο «Ο θεός των μικρών πραγμάτων» το τελευταίο του κεφάλαιο επειδή αναφερόταν σε ερωτικές πράξεις ανάμεσα σε ανθρώπους από διαφορετικές κάστες που προσέβαλαν τη δική του κάστα.

«Όταν η Άντζουμ συνάντησε για πρώτη φορά τον Σαντάμ αυτός δούλευε στο νεκροτομείο. Ένας από τους περίπου δέκα νεαρούς άντρες των οποίων η δουλειά ήταν να κρατάνε τα πτώματα. Οι Ινδουιστές (Hindu) γιατροί που έπρεπε να κάνουν τις νεκροψίες σκέφτονταν σαν ανώτερη τάξη και δεν άγγιζαν τα νεκρά σώματα από φόβο μήπως μολυνθούν. Οι άντρες που στην πράξη έπιαναν τα πτώματα και πραγματοποιούσαν τις νεκροψίες είχαν προσληφθεί σαν καθαριστές και ανήκαν στην κάστα των καθαριστών και των εργατών βυρσοδεψίας που αποκαλούνται Τσαμάρ. Οι γιατροί, όπως οι περισσότεροι Ινδουιστές (Hindu), τους αντιμετώπιζαν περιφρονητικά και τους θεωρούσαν «Ανέγγιχτους». Οι γιατροί θα στέκονταν σε απόσταση καλύπτοντας με χαρτομάντιλα τα ρουθούνια τους και φωνάζοντας οδηγίες στο προσωπικό για το που έπρεπε να γίνουν τομές και τι έπρεπε να γίνει με τα εντόσθια και τα όργανα. Ο Σαντάμ ήταν ο μοναδικός Μουσουλμάνος ανάμεσα στους καθαριστές που δούλευαν στο νεκροτομείο. Σαν κι αυτούς, είχε γίνει κι ο ίδιος κάτι σαν ερασιτέχνης χειρούργος.»

Κλιματισμός μετά θάνατον


Μία από τις πρωταγωνίστριες του μυθιστορήματος, η Άντζουμ, είναι Μουσουλμάνα ερμαφρόδιτη και από έφηβη ζει σε ένα κοινόβιο τρανς (Hijra) που το έχουν ονομάσει «Το Σπίτι των Ονείρων» μέχρι που μεγαλώνοντας αποφασίζει να μετακομίσει σε ένα παρακατιανό νεκροταφείο όπου χτίζει σιγά-σιγά δωμάτια μέσα στα οποία περιλαμβάνονται και οι τάφοι των προγόνων της. Εκεί φιλοξενεί διάφορους απόκληρους, τρανσέξουαλ, πόρνες, κυνηγημένους, ανέστιους και φίλους που χρειάζονται φροντίδα ή καταφύγιο. Ένα από τα πλεονεκτήματα της πανσιόν είναι ότι «σε αντίθεση με κάθε άλλη γειτονιά στην πόλη, συμπεριλαμβάνοντας και τις πιο εύπορες, δεν υπέφερε από διακοπές ρεύματος. Ούτε καν το καλοκαίρι. Γιατί η Άντζουμ έκλεβε το ρεύμα της από το νεκροτομείο, όπου τα πτώματα είχαν ανάγκη ψύξης όλο το εικοσιτετράωρο. (Οι άποροι της πόλης που κείτονταν μέσα στο κλιματιζόμενο μεγαλείο δεν είχαν ποτέ βιώσει τίποτα σαν κι αυτό όσο ζούσαν.) Η Άντζουμ ονόμασε την πανσιόν της Jannat. Παράδεισο.»

Η Ρόι βλέπει τον κόσμο μέσα από το «Σπίτι των Ονείρων» και μέσα από τον «Παράδεισο». Όπως τον βλέπει μέσα από τα χωριά των ιθαγενών φυλών, μέσα από τις γυναίκες που βιάζονται και καίγονται με τσιγάρα από τους παραστρατιωτικούς στις ζούγκλες του Chhattisgarh και μέσα από τα κρησφύγετα των Μαοϊκών ανταρτών που παλεύουν για να εμποδίσουν την αρπαγή της γης από τις μεγάλες εταιρίες που στερούν από εκατομμύρια ανθρώπους τη μοναδική πηγή επιβίωσης μετατρέποντάς τους σε υπανθρώπους και δούλους. Κι όπως τον βλέπει μέσα από την κοιλάδα και τα βουνά του Κασμίρ που οι ακτιβιστές πολεμούν για να διώξουν 500.000 στρατιώτες της Ινδίας που ασκούν πάνω τους τρομακτική βία με σκοπό να καταπνίξουν τον αγώνα για αυτονομία (Ajadi).

«Όλοι όσοι παρακολούθησαν τον Musa Yeswi να κηδεύει τη γυναίκα και την κόρη του παρατήρησαν πόσο ήσυχος ήταν εκείνη τη μέρα. Δεν έδειχνε καμία λύπη. Φαινόταν απομακρυσμένος και αποσπασμένος, σαν να μην ήταν εκεί. Κι αυτό ήταν μάλλον που τελικά οδήγησε στη σύλληψή του. Ή θα μπορούσε να ήταν ο κτύπος της καρδιάς του. Ίσως ήταν πολύ γρήγορος ή πολύ αργός για ένα αθώο πολίτη. Στα διαβόητα σημεία ελέγχου, μερικές φορές οι στρατιώτες βάζουν τα αφτιά τους στα στήθη των νεαρών αντρών και ακούν το χτύπο της καρδιάς τους. Υπήρχαν φήμες ότι μερικοί στρατιώτες είχαν ακόμα και στηθοσκόπια. “Αυτουνού η καρδιά χτυπάει για Ελευθερία”, λένε, και αυτός μπορεί να είναι επαρκής λόγος για το σώμα που φιλοξενεί την πολύ γρήγορη ή πολύ αργή καρδιά να κάνει μια επίσκεψη στο Cargo, το Papa II ή το Shiraz Cinema – τα πιο τρομερά ανακριτικά κέντρα στην Κοιλάδα. Ο Musa δεν συνελήφθη σε σημείο ελέγχου. Τον τσιμπήσανε από το σπίτι του μετά την κηδεία. Υπέρμετρη ησυχία στην κηδεία της γυναίκας και του παιδιού σου δεν θα περνούσε απαρατήρητη τέτοιες μέρες.»

Η Άντζουμ είχε πάει στο Γκιούτζαρατ με τον Zakir Mian. Είχαν καεί σε ένα τρένο 59 Ινδουιστές προσκυνητές που επιστρέφανε από ένα τόπο στον οποίο κάποτε υπήρχε ένα τζαμί που το είχαν καταστρέψει ολοσχερώς και τώρα ήθελαν στα ερείπιά του να χτίσουν ένα ινδουιστικό ναό. «Η “αντίδραση”, εάν πράγματι ήταν κάτι τέτοιο αυτό, δεν ήταν ούτε ίση ούτε αντίθετη. Οι σκοτωμοί συνεχίστηκαν για βδομάδες και δεν περιορίστηκαν μόνο στις πόλεις. Οι όχλοι ήταν οπλισμένοι με σπαθιά και τρίαινες και φορούσαν βαθυκίτρινες κεφαλοκορδέλες. Είχαν λίστες με διευθύνσεις των μουσουλμανικών σπιτιών, επιχειρήσεων και μαγαζιών. Είχαν στοκ από φιάλες γκαζιού (που εξηγεί την έλλειψη γκαζιού τις προηγούμενες βδομάδες). Όταν οι άνθρωποι που είχαν τραυματιστεί μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο, ο όχλος επιτέθηκε στα νοσοκομεία. Η αστυνομία δεν κατέγραφε τις δολοφονίες. Είπαν, εντελώς λογικά, ότι χρειάζονταν να δουν τα πτώματα. Το κόλπο ήταν ότι η αστυνομία συμμετείχε συχνά στον όχλο, και όταν ο όχλος τελείωνε τη δράση του, τα πτώματα δεν έμοιαζαν πια με πτώματα.» Επικεφαλής στην πολιτεία αυτή ήταν ο Μόντι, ο οποίος έκανε εμπρηστικές παρεμβάσεις και στήριξε όλη την προεκλογική του εκστρατεία πάνω στον εθνικισμό, μιλώντας για την Ινδία των Ινδουιστών. Οι κατηγορίες εναντίον του για τη σφαγή 2.000 ανθρώπων στην πολιτεία του μπήκαν στο αρχείο μόνο αφού κέρδισε τις εκλογές και έγινε πρωθυπουργός ολόκληρης της Ινδίας.

«Υπάρχει μια παρανόηση στις ΗΠΑ ότι το πολιτικό μυθιστόρημα είναι αντικαλλιτεχνικό, διδακτικό ή απλουστευτικό ή πολεμικό, και αυτό το μυθιστόρημα διαψεύδει αυτή την ιδέα. Εκρήγνυται από καλλιτεχνικότητα, αλλά όχι την καλλιτεχνικότητα της μπουρζουαζίας. Είναι μία καλλιτεχνική κραυγή ενάντια στην αδικία. Μια πολυφωνική διαμαρτυρία. Η Ρόι αποσαφηνίζει τη συζήτηση γύρω από την εξουσία και την πολυπολιτισμικότητα με ένα τρόπο που κανένας άλλος συγγραφέας δεν το κάνει. Αυτό το βιβλίο είναι παραπάνω από ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματα διαμαρτυρίας που έχουν ποτέ γραφτεί, που μπορεί να διαβαστεί και να ξαναδιαβαστεί. Είναι το κορυφαίο ερωτικό γράμμα για τον πλούτο και την πολυπλοκότητα της Ινδίας – και του κόσμου – με όλη την ταραχώδη, δοξασμένη και απειλούμενη ετερογένεια.» έγραψε η Anita Felicelli (Los Angeles Review of Books).

(Τα αποσπάσματα είναι από το βιβλίο The Ministry of Utmost Happiness)

Πηγή: e-dromos.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.