Έλληνες στον Ρωσικό Στρατό: Για την πατρίδα και την Ορθοδοξία

Έλληνες εντάχθηκαν στον Ρωσικό Στρατό ήδη από τα μέσα του 16ου αιώνα, από τότε που η Ρωσία εμφανίστηκε ως προστάτης των ορθοδόξων.

Ο πλέον διάσημος Έλληνας πολεμιστής στην υπηρεσία των Ρώσων δεν ήταν άλλος από τον Λάμπρο Κατσώνη.

Ο Λάμπρος Κατσώνης εξελίχθηκε σε έναν από τους μεγαλύτερους Έλληνες πολεμιστές όλων των εποχών.

Ήταν ο άνδρας ο οποίος αψηφώντας δύο αυτοκρατορίες της εποχής, πολέμησε μόνος εναντίον των Οθωμανών. Γεννήθηκε το 1752 στη Λειβαδιά της Βοιωτίας.

Ο νεαρός Λάμπρος μεγάλωνε σκλάβος στην ίδια του την πατρίδα όταν έξαφνα ένα γεγονός ήρθε να συνταράξει τη ζωή του.

Ήταν 17 μόνο ετών όταν κατηγορήθηκε για τον φόνο κάποιου Τούρκου. Έτσι για να σώσει τη ζωή του αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σπίτι του και να καταφύγει στη Ζάκυνθο.

Από εκεί πέρασε στο Λιβόρνο, κέντρο τότε των ρωσικών ναυτικών προπαρασκευών, ενόψει του νέου ρωσο-τουρκικού πολέμου.

Ο Λάμπρος δεν έχασε φυσικά καιρό και αμέσως κατατάχθηκε στις ρωσικές ένοπλες δυνάμεις με τις οποίες συμμετείχε στις επιχειρήσεις των ετών 1770-74 κατά των Τούρκων.
Η δράση του αυτή απετέλεσε πραγματικό σχολείο για αυτόν. Ο Κατσώνης εξοικειώθηκε με το υγρό στοιχείο, το έμαθε και το αγάπησε.

Μετά το πέρας του πολέμου ο Λάμπρος, μαζί με άλλους 3.000 Έλληνες, ακολούθησε τους Ρώσους και έφτασε στην Κριμαία.

Εκεί κατατάχθηκε στο «Ελληνικός Τάγμα της Μπαλακλάβας». Στο τάγμα αυτό «Κυνηγών» (ελαφρού πεζικού ακροβολιστών), κατατάχθηκαν αποκλειστικά Έλληνες, για αυτό ονομαζόταν και «ελληνικό τάγμα».

Το τάγμα σχηματίστηκε το 1775 κατά τη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού πολέμου του και έλαβε το βάπτισμα του πυρός στις μάχες γύρω από το Αζόφ, μαχόμενο κατά των Τούρκων και των Τατάρων συμμάχων τους, με πρώτο διοικητή τον Μανιάτη Στέφανο Μαυρομιχάλη.

Ο ίδιος ο Κατσώνης, διακρίθηκε ιδιαίτερα στις εκεί μάχες και προήχθη σε αξιωματικό. Μετά το πέρας του πολέμου κατά τω Τούρκων, το Τάγμα, εντεταγμένο σε μια ρωσική στρατιά, υπό τον Ποτέμκιν, στάλθηκε στον Καύκασο, όπου έδρασε κατά των Περσών. Ο Κατσώνης και πάλι διακρίθηκε και προήχθη σε λοχαγό επ’ ανδραγαθία, από τον ίδιο τον Ποτέμκιν.

Κατόπιν, και ενόψει της έκρηξης του νέου ρωσοτουρκικού πολέμου, ο Καστώνης στάλθηκε στην Ιταλία και κατόπιν στην Ελλάδα, όπου ανέπτυξε την γνωστή δράση του, ως ναυμάχος.
Το Ελληνικό Τάγμα των Κυνηγών της Μπαλακλάβα, όμως συνέχισε να υπηρετεί στον ρωσικό στρατό. Το 1779 αναδιοργανώθηκε και ονομάστηκε Ελληνικό Σύνταγμα Πεζικού.

Η δύναμη του τότε έφτανε του 850 άνδρες. Το 1784 το σώμα μεταφέρθηκε στη Μπαλακλάβα και το 1796 έλαβε το όνομα «Ελληνικόν Τάγμα Πεζικού Μπαλακλάβας».

Έλαβε ενεργό μέρος στους Ναπολεόντειους Πολέμους, στον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1806 – 12, του 1828 – 29, αλλά και στον Κριμαϊκό Πόλεμο , μαζί με την Ελληνική Ορδόδοξον Λεγεώνα. Το Τάγμα διαλύθηκε το 1859.

Το 1795 όμως οι Ρώσοι συγκρότησαν και ένα ακόμα ελληνικό τάγμα, αυτό της Οδησσό. Το τάγμα αυτό διαλύθηκε το 1797, αλλά επανιδρύθηκε το 1803 με την ονομασία «Ελληνικόν Τάγμα Πεζικού Οδησσού».

Το συγκεκριμένο τάγμα ήταν συγκροτημένο όπως και τα κοινά ρωσικά τάγμα, διαθέτων τέσσερις λόχους των 120 – 150 ανδρών. Το Τάγμα έλαβε επίσης μέρος στους Ναπολεόντειους Πολέμους και στον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1806 – 12 και διαλύθηκε το 1819.

Ένα ακόμα ελληνικό τμήμα που έδρασε υπό τις σημαίες της Ρωσίας ήταν και το «Ελληνικόν Σώμα».
Το σώμα αυτό συγκροτήθηκε το 1806, με την κήρυξη του Ρωσοτουρκικού πολέμου και έδρασε στη σημερινή Ρουμανία.

Το σώμα επανδρώθηκε από Έλληνες εθελοντές, σκοπός των οποίων ήταν, σύμφωνα με προκήρυξη που εξέδωσαν, η απελευθέρωση της Ελλάδας από τους Τούρκους.

Έμβλημα του Σώματος ήταν η Πρόμαχος Αθηνά με τον ροπαλοφόρο Ηρακλή. Η δύναμη του Σώματος έφτασε τους 1.500 άνδρες, τους οποίους ο συνταγματάρχης του Νικόλαος Πάγκαλος οργάνωσε σε τέσσερα ελαφρά τάγμα (λεγεώνες) και σε μία «λεγεώνα» ελαφρών ιππέων στις υπομονάδες αυτές ο Πάγκαλος έδωσε τα ονόματα «Ολυμπιακή», «Θεσσαλική», «Σπαρτιατική», Θρακική», και «Μακεδονική».

Το ελληνικό σώμα πολέμησε γενναία και διακρίθηκε στις επιχειρήσεις.

Οι Ρώσοι όμως το διέλυσαν το 1808, λόγω της προσκόλλησης του σε εθνικοαπελευθερωτικά ιδεώδη.

Το 1806 ξέσπασε νέος ρωσοτουρκικός πόλεμος. Ο Ρώσος ναύαρχος Σενιάβιν κατέπλευσε τότε στη Μεσόγειο και επιχείρησε να ξεσηκώσει τους Έλληνες.

Δεν το κατόρθωσε όμως και περιορίσθηκε στην συγκρότηση δύο ελληνικών ταγμάτων στα Επτάνησα, στο πρώτο ελεύθερο τμήμα ελληνικής γης, την Ιόνιο Πολιτεία, για τη συγκρότηση της οποίας βοήθησε αφάνταστα ο πατριάρχης Γρηγόριος Ε’.

Στο μεταξύ οι Γάλλοι διήγειραν τον Αλή πασά κατά της Ιονίου Πολιτείας, η οποία βρισκόταν υπό την «προστασία» της Μ. Βρετανίας. Οι τουρκαλβανοί του Αλή λεηλάτησαν την Πρέβεζα και τη Βόνιτσα, αλλά αποκρούστηκαν στη Λευκάδα, την άμυνα της οποίας διεύθυνε κάποιος Ιωάννης Καποδίστριας.

Μετά τη νίκη στη Λευκάδα πολλοί οπλαρχηγοί που είχαν καταφύγει στα Επτάνησα επέστρεψαν στη Ρούμελη και ενώθηκαν με τον περίφημο κλέφτη Κατσαντώνη και τον Σουλιώτη αρχηγό Κίτσο Μπότσαρη.

Την ίδια περίπου εποχή ο περίφημος αρματολός Νικοτσάρας αποφάσισε να συγκροτήσει και πολεμικό στόλο.

Με ορμητήριο τον Πλαταμώνα συγκρότησε πειρατικό στόλο με τον οποίο τρομοκρατούσε τους Τούρκους.

Φρόντισε μάλιστα να διαδώσει ότι δεν πολεμά κατά του σουλτάνου αλλά κατά του τυραννικού Αλή.

Πιεζόμενος όμως από τους εχθρούς, ο Νικοτσάρας δέχθηκε την παράτολμη πρόταση των Ρώσων να κινηθεί από την Κατερίνη στη Μολδοβλαχία!

Στις 23 Ιουλίου 1806 ο Νικοτσάρας με 550 άνδρες άρχισε την επική του πορεία προς τη σημερινή Ρουμανία. Κατόπιν σειρά μαχών ο Νικοτσάρας έφτασε ως το Νευροκόπι.

Από εκεί καταδιωκόμενος από 15.000 Τούρκους στράφηκε ξανά προς νότο και βρήκε καταφύγιο στο Άγιο Όρος. Από εκεί πέρασε με 180 άνδρες του στη Σκόπελο. Η ειρήνη του Τιλσίτ, το 1807, έθεσε τέρμα στον γαλλορωσικό πόλεμο και στην άμεση ανάμιξη των Ελλήνων σε αυτόν.

Ένα άλλο ελληνικό σώμα που συγκρότησαν οι Ρώσοι ήταν και η «Λεγεών Ελαφρών Τυφεκιοφόρων», που συγκροτήθηκε στα Επτάνησα το 1805. Και το σώμα αυτό ήταν βραχύβιο.

Τέλος 200 περίπου Έλληνες εκπαιδεύτηκαν ως αξιωματικοί στην Στρατιωτική Ακαδημία Ομόδοξων, που είχε ιδρύσει η Μ. Αικατερίνη και λειτούργησε από το 1775 έως το 1796. Οι Έλληνες αξιωματικοί στελέχωσαν μονάδες του ρωσικού στρατού.

Με το ξέσπασμα της Επανάστασης του 1821 πολλοί από αυτούς ήρθαν αρχικά στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, μαζί με τον Α. Υψηλάντη, στρατηγό επίσης του ρωσικού στρατού και υπασπιστή τσάρου Αλεξάνδρου, βοηθώντας στη συγκρότηση του Ιερού Λόχου και του τακτικού ιππικού και πυροβολικού.

Μετά την αποτυχία της εκεί εξέγερσης, οι επιζώντες κατέβηκαν στην Ελλάδα και οι περισσότεροι από αυτούς κατετάγησαν στα τακτικά σώματα, του Δ. Υψηλάντη, του Ροδίου και του Φαβιέρου.
Τέλος ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση των αδερφών Αλεξάνδρου και Δημητρίου Υψηλάντη. Καταγόμενοι από ονομαστή οικογένεια φαναριώτων και βοεβόδων των παραδουνάβιων ηγεμονιών, οι αδερφοί Υψηλάντη κατέφυγαν στη Ρωσία μς την έναρξη του ρωσοτουρκικού πολέμου το 1806.

Και οι δύο σπούδασαν στη ρωσική στρατιωτική ακαδημία και τοποθετήθηκαν ως αξιωματικοί στον ρωσικό στρατό.

Ο Αλέξανδρος έγινε επιτελής του Τσάρου και πολέμησε κατά του Ναπολέοντα το 1812 –14. Έχασε μάλιστα το δεξί του χέρι στη μάχη της Δρέσδης (κατ’ άλλους στη μάχη του Μπάουτσεν) το 1813.

Προήχθη σε στρατηγό και τιμήθηκε με τον τίτλο του πρίγκιπα της Ρωσίας. Αποκηρύχθηκε από τον τσάρο όταν ανέλαβε την ηγεσία της ελληνικής επανάστασης στη Μολδοβλαχία.

Ο Δημήτριος Υψηλάντης έφτασε στο βαθμό του λοχαγού του ρωσικού στρατού. Κατόπιν ήρθε στην Ελλάδα και πολέμησε στην Επανάσταση.

armynow.net

The post Έλληνες στον Ρωσικό Στρατό: Για την πατρίδα και την Ορθοδοξία appeared first on Triklopodia.

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.