Το νησί των μακάρων (χρονογράφημα του Βάρναλη)

Προχτές πήρα το πρωί το δελφίνι από την Αίγινα και πήγα στο Αγκίστρι. Τα δελφίνια πιάνουν στο Μεγαλοχώρι, την πρωτεύουσα του νησιού, ας πούμε. Περπάτησα τα περίπου 3 χιλιόμετρα ίσαμε τη Σκάλα, που είναι το κανονικό λιμάνι, όπου πιάνουν τα μεγάλα πλοία, τα φεριμπότ. Συνέχισα πιο πέρα και μπήκα στο πευκοδάσος, γεμάτο σκηνίτες ήδη από τα τέλη Ιουνίου· έφτασα ίσαμε την παραλία Χαλικιάδα, όπου συνήθιζα να πηγαίνω στα νιάτα μου.

Παρόλο που είναι νησί μικρό, το Αγκίστρι έχει περισσότερες ενδιαφέρουσες παραλίες από την Αίγινα. Θυμήθηκα λοιπόν ένα χρονογράφημα του Βάρναλη, που υμνεί το νησί και το χαρακτηρίζει «νησί των μακάρων» και «παράδεισο του Σαρωνικού» -ευκαιρία να το παρουσιάσω σήμερα, να δροσιστούμε από τον καύσωνα. Το έχω συμπεριλάβει στο βιβλίο «Αττικά» που περιέχει 400 χρονογραφήματα του Βάρναλη με θέμα την Αθήνα και την Αττική -και, κατ’επέκταση, τα νησιά του Αργοσαρωνικού, ιδίως την Αίγινα όπου ο Βάρναλης είχε περάσει πολλά δημιουργικά καλοκαίρια.

Το χρονογράφημα δημοσιεύτηκε στις 15 Αυγούστου 1941 στην εφημερίδα Πρωία, μέσα στην Κατοχή δηλαδή, αλλά ο Βάρναλης αναθυμιέται ευχάριστες στιγμές από παλιότερες εποχές, μάλλον από τη δεκαετία του 1920. Όπως και σε όλα τα χρονογραφήματα του τόμου, έχω μονοτονίσει το κείμενο και έχω εκσυγχρονίσει την ορθογραφία.

Η φωτογραφία που διάλεξα αδικεί το καταπράσινο νησί, είναι όμως η μόνη απ’ όσες έβγαλα που δείχνει στο ίδιο πλάνο και τη Μετώπη, το νησάκι που βρίσκεται ανάμεσα Αίγινα και Αγκίστρι -αλλά πιο κοντά στο Αγκίστρι, γι’ αυτό και ο Βάρναλης το χαρακτηρίζει «προπύλαια» του Αγκιστριού.

Το νησί των μακάρων

Το Αγκίστρι είναι ο παράδεισος των νησιών του Σαρωνικού. «Πλέει» αντίκρυ στην Αίγινα, γεμάτο πεύκα από καταβολής κόσμου (γι’ αυτό οι αρχαίοι το ονομάζανε Πιτυόεσσα) και μαζί με τα βουνά της Πελοποννήσου και με την αλυσίδα ενός σωρού από ξερόνησα κλείνει τη θάλασσα ολόγυρα και τη μεταβάλλει σε λίμνη.

Άλλοτες της Παναγίας μπαρκάριζε χαράματα στην «Πόπη» από το λιμάνι της Αίγινας η ξέγνοιαστη παρέα, άνοιγε το πανί και το φλόκο κι άιντε μας με το κελάδημα του νερού στα πλάγια και με τη συντροφιά των γλάρων από τα ύψη για το νησί των μακάρων. Εκεί όλα: τα κρουσταλλένια νερά, η πλούσια αμμουδιά, τα πράσινα πεύκα, οι γκρίζες ελιές, τα μελάτα σύκα, το κεχριμπαρένιο ρετσίνι, το εξαίσιο κρασί, ο μυρωμένος αέρας, οι θεόρατες «σφίγγες» (σφήκες) και οι κορακοζώητοι Μαθουσάλες με τις φαντές πουκαμίσες βρίσκονται «από αιώνων» στην πρώτη ημέρα της δημιουργίας, έξω από το νόμο της φθοράς!

Ο αφρός σπιθοβολά και ραντίζει μάγουλα, μπράτσα, λαιμούς· τα μαλλιά των κοριτσιών φλέγονται στον ήλιο· οι καρδιές αγγίζουνε η μία την άλλη· κι η φαντασία δεν ακούει τιμόνι· κι ο αυτοσχέδιος τιμονιέρης κάνει επίτηδες τη βάρκα να χοροπηδά, για να τρομάζουνε τα κορίτσια, εκτός από τη μαύρη Παυλίνα, που είναι δελφίνι και πρώτο βραβείο των κολυμβητικών αγώνων.

Σε μισή ώρα η βάρκα φουντάρει στη Μετώπη. Είναι μια πλάκα από κιτρινόχωμα, με ρηχά νερά, σκεπασμένη από αμπέλια και με μια καλύβα στην άκρη, κανωμένη από καλάμια και κλαδιά. Ένα κεφάλι μισοβγαίνει κρυφά μέσα από τα κλήματα. Είναι ο δραγάτης.

–Ρε πατριώτη, μας δίνεις λίγα σταφύλια;

Ο «πατριώτης» όμως εξακολουθεί να μη φανερώνεται. Είναι ένας παίδαρος ως 18 χρονών, ηλίθιος, που δεν μπορούσε να μιλήσει. Αυτό το φυλακόσκυλο, αντί να φοβερίζει τους ανθρώπους, τους φοβάται· αντί να φυλάει, φυλάγεται. Φυλάγεται όχι να μη του κλέψουνε τα σταφύλια του, παρά για να μη του πάρουν την ευτυχία του, τη μοναξιά του και την ηλιθιότητά του!

Από τη Μετώπη, που είναι τα… προπύλαια του Αγκιστριού, φτάνει σε λίγο η παρέα στο τέρμα των πόθων. Εκεί δεν βγαίνουνε με τα πόδια, παρά με το… κεφάλι. Πέφτουνε όλοι μακροβούτι από την κουπαστή στα βαθιά νερά. Μια ώρα, δυο ώρες; Η ευτυχία δεν έχει τελειωμό, όμως η πείνα έχει πάντοτες αρχή.

Απάνου στην ακτή, έξω από το χωριό, είναι ένα μαγαζάκι με κληματαριά. Εκεί ένας χωριάτης έφερε ένα καλάθι σύκα. Τα σύκα του Αγκιστριού είναι τα καλύτερα της Ελλάδος. Αγόρια και κορίτσια πέφτουνε απάνω στο καλάθι και οι «σφίγγες» τους τ’ αρπάζουνε από το στόμα. Κι όμως πουθενά οι σφήκες δεν είναι τόσο εξημερωμένες όσο στο Αγκίστρι. Έχουνε το θάρρος της φιλίας με τους ανθρώπους. Δεν τις πειράζουν οι άνθρωποι. Εδώ δικαιολογούνε πραγματικά το επιστημονικό τους όνομα: «σφήκες οι κοινωνικοί» (vespae sociales). Ο φίλος που παραθερίζει κάθε καλοκαίρι με τη φαμίλια του σε μιαν απόμακρη ακτή, στήνοντας τη σκηνή του κάτου από τα πεύκα, φροντίζει να τις καλοπιάνει για να έχει την ησυχία του. Τις τρέφει και τις ποτίζει. Κρεμάει το αιγινήτικο κανάτι από το δέντρο καλά στουμπωμένο και τις αφήνει να βυζαίνουνε από τους πόρους τον ιδρώτα του νερού. Και κάτου από το κανάτι αφήνει τις φλούδες των πεπονιών και των σύκων να τις τρώνε τα «οικόσιτα» έντομα. Έτσι δεν τον ενοχλούνε και περνάει το καλοκαίρι του «εν αγαστή αρμονία» μαζί τους. Κι όταν αυτός θέλει να πιει νερό, πλησιάζει με το καλό, σφυρίζει συνθηματικά κι αυτές υποχωρούν μ’ ευγένεια.

Ενώ τα κορίτσια στρώνουνε το τραπέζι, δύο νεαροί πήγανε και φέρανε από το χωριό ένα λαγήνι κρασί, το όγδοο θαύμα του κόσμου! Αλλά τι να πρωτοθυμηθεί κανείς!

Μετά το γενναίο φαγοπότι, ύπνος βαθύς κάτου από τον ίσκιο των… «γελαδιών». Έτσι ονομάζουν εδώ οι χωριάτες τα πεύκα. Τα θεωρούνε πλάσματα ζωντανά και ιερά και ορκίζονται σ’ αυτά. Γιατί από τα πεύκα ζει το χωριό τόσους αιώνες. Απ’ αυτά «αρμέγεται» το φημισμένο ρετσίνι που κάνει το κρασί να μοσκοβολά.

Το απόγευμα πάλι μπάνιο στη θάλασσα ως το ηλιοβασίλεμα. Κι ύστερα πάλι φαγοπότι και ύπνος στην αμμουδιά, κάτου από τα άστρα και δίπλα στο νανούρισμα του φλοίσβου. Άμποτε να μη φέξει ποτές η αυγή του γυρισμού!

 




from Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.