Τα μάτια και το διασάκι

Διασταυρώθηκα τις προάλλες με μια νεανική παρέα στο δρόμο. Ήταν ένα αγόρι, πανύψηλο όπως τα περισσότερα της γενιάς του, και τρία κορίτσια. Συζητούσαν για ντυσίματα, αλλά δεν πρόσεξα τι έλεγαν. Μόλις έφυγαν από το οπτικό μου πεδίο, μία από τις κοπέλες φώναξε, διαμαρτυρόμενη:

– Τι κοιτάζεις, ρε, τι κοιτάζεις;

Δεν ήθελα να γυρίσω να κοιτάξω κι εγώ, πάντως το αγόρι απάντησε μάλλον ατάραχο

– Τα μάτια τα έχουμε για να κοιτάζουμε· αλλιώς θα αγγίζαμε με τα χέρια.

Δεν δόθηκε συνέχεια στη συζήτηση, τουλάχιστον ώσπου ν’ απομακρυνθούν.

Ήταν νέα παιδιά, κάτω από τα είκοσι, οπότε στις παρέες τους δεν θα συνηθιζόταν η στερεότυπη απάντηση που είχα ακούσει μικρός:

– Για τα πάντα υπάρχει νόμος, για τα μάτια όχι όμως.

Την παροιμιώδη αυτή φράση την είχα πρωτακούσει από τη γιαγιά μου, και πάνε πολλά χρόνια που δεν θυμάμαι να την έχω ακούσει, ωστόσο γκουγκλίζοντας τη βρίσκω να χρησιμοποιείται αρκετά, ιδίως ως εισαγωγή σε φωτογραφίες που δείχνουν άντρες να ρίχνουν αμήχανα, λάγνα ή έκπληκτα βλέμματα σε καλλίγραμμες και όχι βαριά ντυμένες γυναίκες, συχνά σε αθλητικές συναντήσεις.

Η φράση που μας απασχολεί σήμερα θα μπορούσε ίσως να μπει λεζάντα και στη διάσημη φωτογραφία αριστερά, όπου η Σοφία Λόρεν λοξοκοιτάζει επιτιμητικά το αποκαλυπτικό ντεκολτέ της Τζέιν Μάνσφιλντ.

Όμως εδώ λεξιλογούμε κι έτσι δεν θα επεκταθούμε στις καλλίγραμμες και στα κάλλη τους. Επιστρέφουμε στη φράση, που μου έδινε ανέκαθεν την εντύπωση πως έχει φτιαχτεί στο σχολείο ή σε αστικό περιβάλλον, δεν είναι δηλαδή αυθεντικά λαϊκή. Ίσως την εντύπωση αυτή να μου τη δημιουργεί η ρίμα, που είναι πρωτότυπη αλλά πεποιημένη.

Σε κάθε περίπτωση όμως, η παροιμία τα έχει τα χρονάκια της κι έτσι αρχικά θα χρησιμοποιήθηκε, υποθέτω, για τις σπάνιες περιπτώσεις που ένα ζευγάρι αγαπημένων μπορούσαν να συναντηθούν από μακριά και να ανταλλάξουν βλέμματα ή, ακόμα πιθανότερο, για άντρα που περνούσε κάτω από τα παραθύρια της καλής του ρίχνοντας περιπαθείς ματιές.

Την κατάσταση αυτή την εικονογραφεί ωραία ένα δίστιχο που έχω σημειώσει στα κιτάπια μου, μάλλον κρητικό από μαντινάδα:

Πέρνα λεβέντη απ’ το στενό, πέρνα από το σοκάκι
κι ακόμα δεν εδόθηκε των εμμαθιώ διασάκι

Ο δεύτερος στίχος βρίσκεται και σε άλλες συλλογές, συνήθως με τον ομαλότερο τύπο: ακόμα δεν εδόθηκε των ομματιών διασάκι.

Και μια μαντινάδα που την είχε αναφέρει παλιότερα η φίλη μας η Έφη

Εμήνυσές μου μη μ περνώ συχνά ΄πο το σοκάκι
μ’ ακόμη δεν εβάλανε των αματιώ διασάκι

Τι είναι όμως το διασάκι; Είναι λέξη που μπερδεύει, διότι το αρχικό δια- μάς προϊδεάζει για ελληνική ετυμολογία, αλλά το διασάκι δεν έχει σχέση ούτε με το σακί ούτε με το δισάκι και το αρχικό «δια» είναι προϊόν παρετυμολογίας.

Τη λέξη δεν την έχουν τα σύγχρονα λεξικά μας, ενώ ο Δημητράκος καταγράφει μόνον έναν τύπο της και μία σημασία της. Μεταφέρω εδώ κάποιες δικές μου σημειώσεις για το διασάκι, μια και τη λέξη αυτή την έχω συμπεριλάβει στις 366 Λέξεις που χάνονται.

Λοιπόν, όσο κι αν δεν του φαίνεται, το διασάκι είναι τουρκικό δάνειο, από το yasak (νόμος, κανονισμός, απαγόρευση). Η ελληνικη λέξη σημαίνει απαγόρευση, περιορισμός νομικής ή άλλης φύσεως και δευτερευόντως «ανάγκη, δύσκολη περίσταση». Εμφανίζεται και ο τύπος «γιασάκι», πιο κοντά στο τουρκικό πρωτότυπο. Κατά τον Φιλήντα, για να τραπεί το yasak σε «διασάκι» λειτούργησε παρετυμολογία με τη «διαταγή». Ο Δημητράκος καταγράφει μόνο τον τύπο «γιασάκι» και μόνο με τη σημασία «λαφυραγωγία», την οποία δεν καταγράφει το Ιστορικό Λεξικό της Ακαδημίας.

Τον καιρό της τουρκοκρατίας, διασάκι ήταν ο περιορισμός που έβαζε ο καϊμακάμης ή ο ντόπιος διοικητής στους χριστιανούς, π.χ. απαγόρευση να οπλοφορούν ή να φορούν επιδεικτικά ρούχα ή φανταχτερά καπέλα. Η λέξη εφαρμόστηκε και γενικότερα στη νομοθεσία, π.χ. στον ορισμό ζωνών δενδροφύτευσης ή στον ορισμό της κυνηγετικής περιόδου (οπότε υπήρχε διασάκι στο να κυνηγάς τον υπόλοιπο χρόνο).

Η λέξη καταγράφεται έντονα στην Κρήτη, στα νησιά του Βορείου Αιγαίου αλλά και στην Ήπειρο, τις Κυκλάδες ή την Πελοπόννησο. Τη βρίσκω παντως και σε άλλα μέρη, ακόμα και στην Ιθάκη. Όπως είπαμε, συχνός είναι σε δημοτικά τραγούδια ο στίχος «Ακόμα δεν εδόθηκε των ομματιών διασάκι», δηλ. στα μάτια περιορισμός δεν μπαίνει. Και ως παροιμία: «Τα μάτια διασάκι δεν έχουνε», αλλά υπάρχει και η αντίθετη: «Έχουνε και τα μάτια διασάκι» (μόλις χτες ο φίλος μας ο Μιχάλης έκανε λόγο για ζευγάρια αντικρουόμενων παροιμιών -ας προσθέσουμε κι αυτό).

Υπάρχει και ο γιασαξής ή διασαξής (ή διασαχτσής), που ήταν ένοπλος σωματοφύλακας υψηλών προσώπων επί τουρκοκρατίας, συχνά Τούρκος στρατιώτης που εκτελούσε χρέη θυρωρού και κλητήρα σε προξενεία χριστιανικών κρατών. Ο Μακρυγιάννης στα απομνημονεύματά του περιγράφει μια σκηνή όπου έχει καταφύγει στο σπίτι του πρόξενου (του κονσόλου) της Ρωσίας και φοβάται πως αν κάνει να βγει θα τον πιάσουνε οι Τούρκοι απέξω:

Φύλαγαν απόξω την πόρτα οι διασαχτζήδες οι Tούρκοι του κονσόλου και άλλοι Tούρκοι, ότι τόμαθαν οπού ήμουν μέσα και ήθελαν να βγω να με πιάσουνε.

Διασαξής είναι και ο θηροφύλακας στην Κρήτη. Βρίσκω κάπου και ένα κρητικό με τον διασαξή να χρησιμοποιείται κάπως αυθαίρετα:

Εγώ θα γίνω διασαξής να σπάσω το διασάκι
να το περάσω αγάπη μου το τσακουμά σοκάκι.

Τσακουμά σοκάκι είναι αυτό που στα… κανονικά ελληνικά το λέμε «τσικμά σοκάκ» δηλαδή το τυφλό σοκάκι. Υπάρχει και τραγούδι με τον τίτλο Τσακουμά σοκάκι, που το λένε ο Γιώργης Ξυλούρης και ο Γιώργης Βρέντζος, αλλά δεν το βρίσκω.

Οπότε θα τελειώσω με ποίημα, ένα ποίημα που το έγραψε το 1924 ο μυτιληνιός Θείελπης Λευκίας, φιλος του παππού μου, που για να πικάρει τον αρχαιολάτρη πατέρα του πήρε το ψευδώνυμο Βρανάς Μπεγιάζης (επανεκτουρκίζοντας το εξελληνισμένο οικογενειακό τους επώνυμο, που αρχικά ήταν Μπεγιάζης και ο πατέρας του το έκανε Λευκίας).

Το ποίημα λέγεται Διασάκι και είναι μια ποιητική απαγόρευση προς καλλονή: να μη βγαίνει στο μπαλκόνι της διότι προκαλεί αναστάτωση στη γειτονιά -σήμερα στο Διαδίκτυο χρησιμοποιούν το ελαφρώς ανόητο «μοιράζει εγκεφαλικά». Προτιμώ το διασάκι του Μπεγιάζη:

Διασάκι

Να μη σε δω και ξαναβγείς
και κάτσεις στο μπαλκόνι
κι έχεις απά στο κάγκελο
το πόδι ανεβασμένο.

Περνούσε ο γιος της Ντόμινας
και ρέκαξε ο τσαχπίνης.
Περνούσε ένας πραματευτής
και κόπηκε η μιλιά του.

Περνούσε κι ο Μπαρμπα-Χατζής,
σαράντα χρόνια χήρος,
και κρυφοκοντοστάθηκε
κι έσαξε τα γυαλιά του.

Το αναπάντεχο είναι πως το ποίημα έχει μελοποιηθεί από τον Γιώργο Καραμήτρο. Το ακούμε από τη Δέσποινα Πανοπούλου.

 

 

Ο μυτιληνιός Θείελπης Λευκίας, με το ψευδώνυμο Βρανάς Μπεγιάζης έγραψε ποίημα (1924) με τίτλο Διασάκι σε μια όμορφη που όποτε έβγαινε στο μπαλκόνι αναστάτωνε τη γειτονιά: «Να μη σε δω και ξαναβγείς και κάτσεις στο μπαλκόνι / κι έχεις απά στο κάγκελο το πόδι ανεβασμένο».




from Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.