Και οι δήμιοι πεθαίνουν

Θυμήθηκα τη φράση του τίτλου επειδή το Σάββατο, που ήταν 10 Ιουνίου, ήταν η επέτειος γεγονότων με τα οποία συνδέεται.

«Και οι δήμιοι πεθαίνουν» είναι o ελληνικός τίτλος της αμερικανικής ταινίας Hangmen also die. Πρόκειται για ένα νουάρ του 1943, σε σκηνοθεσία του Φριτς Λανγκ, που έχει την ιδιομορφία να είναι η μοναδική χολιγουντιανή ταινία στην οποία δούλεψε ο Μπέρτολτ Μπρεχτ.

Η ταινία είναι εμπνευσμένη από τον σκοτωμό του Ράινχαρντ Χάιντριχ, του «δήμιου της Πράγας», ανώτατου στελέχους του ναζιστικού κόμματος και εμπνευστή της «τελικής λύσης». Ο Χάιντριχ εκτελούσε χρέη κυβερνήτη στο προτεκτοράτο της Βοημίας και Μοραβίας (Τσεχίας). Στις 27 Μαΐου 1942 δυο Τσέχοι κομάντο, που είχαν εκπαιδευτεί ειδικά στη Βρετανία, έριξαν χειροβομβίδα στο αυτοκίνητό του. Το «ξανθό κτήνος» τραυματίστηκε, είχε όμως δυνάμεις να βγει και να ανταλλάξει πυρά με τους κομάντο πριν καταρρεύσει. Αφού χαροπάλεψε αρκετές μέρες, έφυγε για την Κόλαση στις 4 Ιουνίου.

Οι τυραννοκτόνοι εντοπίστηκαν, μέρες αργότερα, ύστερα από προδοσία, σε εκκλησία όπου κρύβονταν και αυτοκτόνησαν αντί να παραδοθούν. Η λύσσα των Γερμανών και του Χίτλερ προσωπικά για τον θάνατο του «ανθρώπου με τη σιδερένια καρδιά», όπως τον έλεγαν, ήταν απερίγραπτη και τα αντίποινα ανατριχιαστικά. Διάλεξαν το χωριό Λίντιτσε, 22 χιλιόμετρα μακριά από την Πράγα, επειδή είχαν (ψευδείς, τελικά) πληροφορίες ότι εκεί υπήρχε ομάδα υποστήριξης στην επίθεση κατά του Χάιντριχ. Το περικύκλωσαν και εφάρμοσαν τις λεπτομερείς διαταγές που είχαν.

Εκτέλεσαν όλους τους άντρες. Μετέφεραν τις γυναίκες σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ξεδιάλεξαν από τα παιδιά όσα ήταν «κατάλληλα προς εκγερμανισμό» και τα έδωσαν σε γερμανικές οικογένειες να τα μεγαλώσουν. Τα άλλα, που ήταν τα περισσότερα, τα έστειλαν στον θάλαμο αερίων. Μάζεψαν τα ζώα του χωριού και τα σκότωσαν επίσης. Ξέθαψαν τους νεκρούς από το νεκροταφείο, τους σκύλευσαν από τιμαλφή και χρυσά δόντια και τους έκαψαν. Στη συνέχεια, δύναμη 100 ανδρών εξαφάνισε κάθε ίχνος της ύπαρξης του Λίντιτσε: Ισοπέδωσαν τα σπίτια, εκτρέψανε το ποταμάκι που περνούσε μέσα από το χωριό, έσκαψαν τους δρόμους που πήγαιναν προς και από το χωριό, το σκέπασαν με φρέσκο χώμα και φύτεψαν επάνω καλλιέργειες. Όλα αυτά τα κινηματογραφούσε ένας Τσέχος συνεργάτης των Γερμανών, διότι το Λίντιτσε, σε αντίθεση με άλλες σφαγές, οι Γερμανοί δεν το κρύψανε αλλά αρχικά το διαφήμισαν.

Δυο βδομάδες αργότερα, βρέθηκε ένας πομπός σε ένα γειτονικό χωριό. Εφαρμόστηκαν και εκεί τα ίδια αντίποινα ως προς τους ανθρώπους, αν και χωρίς την εξαφάνιση κάθε ίχνους. Συνολικά, πάνω από 1300 άνθρωποι πέθαναν ως αντίποινα για τον θάνατο του Χάιντριχ.

Η σφαγή του Λίντιτσε συνέβη λοιπόν στις 10 Ιουνίου 1942, αλλά κατά μακάβρια σύμπτωση την ίδια ημερομηνία σημειώθηκαν και άλλες δύο ναζιστικές θηριωδίες -όχι το 1942, αλλά και οι δυο το 1944: στο γαλλικό Οραντούρ συρ Γκλαν και στο Δίστομο. Θα είμαι πιο σύντομος γι’ αυτά.

Το Οραντούρ συρ Γκλαν, κωμόπολη κοντά στη Λιμόζ, ήταν στόχος γερμανικών αντιποίνων που απέβλεπαν στο να τρομοκρατηθεί ο πληθυσμός καθώς η δράση των μακί είχε ενταθεί. Είχε προηγηθεί η απόβαση στη Νορμανδία τις αμέσως προηγούμενες μέρες και οι Γερμανοί ήθελαν να δώσουν ένα παραδειγματικό μάθημα. Συνολικά οι νεκροί ήταν 642, άντρες, γυναίκες και παιδιά. Οι άντρες εκτελέστηκαν με τουφεκισμό. Περίπου 350 γυναικόπαιδα οδηγήθηκαν στην εκκλησία, όπου οι Ναζί τοποθέτησαν εκρηκτικά και την ανατίναξαν. Δεν είχαν υπολογίσει καλά, κι έτσι πολλές γυναίκες και παιδιά επέζησαν, οπότε χρειάστηκε να τα αποτελειώσουν με τα πολυβόλα. Μόνο μία γυναίκα επέζησε.

Την ίδια μέρα, στο Δίστομο της Βοιωτίας γερμανικές δυνάμεις κατοχής, ως αντίποινα για τη δράση των ανταρτών, προχώρησαν σε μια από τις μεγαλύτερες σφαγές στον ελλαδικό χώρο. Ο αριθμός των θυμάτων είναι 214 κατά την Βικιπαίδεια, αν και ο ιστορικός Γιώργος Πετρόπουλος επισημαίνει ότι πρέπει να μετρηθούν και αρκετές δεκάδες κάτοικοι του χωριού που σκοτώθηκαν έξω από το χωριό, καθώς οι Γερμανοί προσέγγιζαν το Δίστομο. Τα του Διστόμου τα ξέρουμε ή θα έπρεπε να τα ξέρουμε -αν όχι, παραπέμπω σε άρθρο του Πετρόπουλου. Σημειώνω πάντως ότι οι Γερμανοί στο Δίστομο διέπραξαν αγριότητες που δεν ταιριάζουν στο κλισέ του ψυχρού εκτελεστή που θερίζει ζωές ασυγκίνητος: βίασαν κοπέλες, λόγχισαν βρέφη, αποκεφάλισαν τον παπά του χωριού. Η ταπείνωση που είχαν υποστεί νωρίτερα την ίδια μέρα όταν μικρές δυνάμεις ανταρτών τούς χτύπησαν στο γειτονικό Στείρι δεν εξηγεί τόση κτηνώδη λύσσα.

Τόσο ειδεχθή ήταν τα εγκλήματα, που ακόμα και η δοσίλογη κυβέρνηση της Αθήνας διαμαρτυρήθηκε. Ένα μήνα αργότερα, οι Γερμανοί έδωσαν στη δημοσιότητα πόρισμα που προβάλλει μια εντελώς φανταστική εκδοχή, ότι το κάψιμο του Διστόμου οφείλεται σε μάχη με οχυρωμένους στο χωριό αντάρτες, ότι εκατοντάδες νεκροί ήταν τάχα αντάρτες και ότι σκοτώθηκαν και μερικοί άμαχοι ως παράπλευρες απώλειες. Πάντως οι Γερμανοί πέρασαν από στρατιωτική δίκη τον λοχαγό Φριτς Λάουτενμπαχ, τον επικεφαλής του αποσπάσματος, αλλά τον απάλλαξαν διότι έκριναν ότι υπερέβη μεν τις διαταγές που είχε αλλά εμφορούμενος από αίσθημα ευθύνης προς τους άνδρες του.

Ο υπεύθυνος για τη σφαγή του Οραντούρ, ο Heinz Lammerding, που ήταν επίσης υπεύθυνος για τη σφαγή στην Tulle (εκτέλεση 99 κατοίκων με απαγχονισμό την προηγούμενη μέρα, 9.6.1944) καταδικάστηκε σε θάνατο ερήμην από το δικαστήριο του Μπορντό το 1953. Ως τότε το κλίμα είχε αλλάξει, και το γερμανικό κράτος αρνήθηκε να τον εκδώσει προβάλλοντας τη δικαιολογία ότι ο Λάμερντινγκ είχε ήδη καταδικαστεί από γερμανικό δικαστήριο και εκτίσει ποινή, άρα η έκδοσή του απαγορευόταν από το Σύνταγμα. Οι Γάλλοι ζήτησαν την έκδοσή του από τους Βρετανούς, που διοικούσαν την περιοχή του Ντίσελντορφ, όπου ζούσε χωρίς να κρύβεται ο Λάμερντινγκ. Τότε αυτός μετακόμισε στο Σλέσβιγκ Χολστάιν. Αργότερα επέστρεψε στο Ντίσελντορφ, ίδρυσε μια κατασκευαστική εταιρεία και έζησε ζωή πετυχημένου επιχειρηματία ώσπου πέθανε από καρκίνο το 1971 στα 66 χρόνια του. Στην κηδεία του τον τίμησαν πολλοί παλιοί συμπολεμιστές του στα SS.

Για το Λίντιτσε άμεσος υπεύθυνος δεν ξέρω αν μπορεί να εντοπιστεί αφού επρόκειτο για μια επιχείρηση αντιποίνων σχεδιασμένη ουσιαστικά από τον ίδιο τον Χίτλερ.

Ο Λάουτενμπαχ σκοτώθηκε στον πόλεμο, στις 16 Οκτωβρίου 1944 –ίσως στην υποχώρηση από την Ελλάδα. Ας δούμε ποια ήταν η τύχη ενός άλλου επιφανούς εγκληματία πολέμου, που είναι υπεύθυνος για πολλές σφαγές στην Κρήτη.

Πρόκειται για τον στρατηγό Κουρτ Στούντεντ, τον υπεύθυνο της σφαγής της Καντάνου, για τον οποίο είδα προ ημερών μια ανάρτηση του δημοσιογράφου Θάνου Παναγόπουλου που τη μεταφέρω αυτούσια:
76η επέτειος σήμερα του αφανισμού της Κανδάνου από τους Γερμανούς (3.6.1941) όμως λίγα είναι γνωστά για το τι απέγινε ο στρατηγός Κουρτ Στούντεντ που διέταξε την εκτέλεση των 180 κατοίκων, την σφαγή των ζώων τους και την πυρπόληση του χωριού. Φυλακίστηκε τον Μάιο του 1947 όταν οι Άγγλοι τον καταδίκασαν στο Λίνενμπουργκ της Κάτω Σαξονίας σε πενταετή φυλάκιση (για εγκλήματα πολέμου μόνο στην ηπειρωτική Ευρώπη όμως, όχι και της Κρήτης) ωστόσο το 1948 τον άφησαν ελεύθερο. Οι Γερμανοί αρνήθηκαν να τον εκδώσουν στην Ελλάδα να δικαστεί για τα εγκλήματά του και ο Στούντεντ έδινε ελεύθερα πλέον συνεντεύξεις, ενώ δημοσιεύματα τον ήθελαν σύμβουλο του Αντενάουερ (αναφορές πρώην ευρωβουλευτή και δημάρχου Ηρακλείου Μ. Καρέλλη – Ελευθεροτυπία 6/3/2011- βάσει των οποίων όταν πέθανε την 1.7.1978 σε ηλικία 88 ετών στο Λέμγκο, μια πόλη της Β. Ρηνανίας – Βεστφαλίας με παραδοσιακά κτίρια, χαρούμενες χρωματιστές προσόψεις και πυργίσκους, κηδεύθηκε με εκδηλώσεις εθνικού πένθους).
Μια περιήγηση στο διαδίκτυο θα δείξει ότι συλλέκτες θα προσφέρουν ακόμη και 42.000 δολάρια για την στολή του «Papa» όπως τον αποκαλούσαν οι στρατιώτες του, σύγχρονοι συγγραφείς θα φωτογραφηθούν στον τάφο του, συνεντεύξεις του και προσωπικές εκδοχές του για τα γεγονότα θα κυκλοφορήσουν ελεύθερα, αφήνοντας έτσι αδικαίωτα τα θύματα όχι μόνο της Κανδάνου, αλλά και της Χερσονήσου Ακρωτηρίου (34 εκτελεσθέντες) του Αστεριού (13) Περιβολιών (1) Αλικιανού (63) Αγιάς (9) Πατελαρίου (8) Βρυσών (22) Λούτρας (10) Σκορδύλου (1) και Άγελε (18).

Τέλος, σε μια πρόσφατη εκδρομή στα βελγογερμανικά σύνορα, πληροφορήθηκα μια άλλη σφαγή και μια άλλη ιστορία εγκληματία, με την οποία και θα τελειώσω. Πρόκειται για τη σφαγή του Μαλμεντύ και τον αξιωματικό των SS που ευθύνεται γι’ αυτό το έγκλημα, τον Γιόαχιμ Πάιπερ.

Ο Πάιπερ είχε διακριθεί για την περιφρόνησή του στην ανθρώπινη ζωή, όμως όχι μόνο των αμάχων αλλά και των αιχμαλώτων ακόμα δε και των δικών του στρατιωτών –πάντοτε οι μονάδες του είχαν μεγάλες απώλειες. Ο ίδιος είναι υπεύθυνος για τη σφαγή στο ιταλικό χωριό Μπόβες το 1943 αλλά και για πάμπολλες σφαγές και εκτελέσεις αιχμαλώτων στο ανατολικό μέτωπο –μέσα σε δυο μέρες, στις 5-6.12.1943 εκτέλεσε 2200 Ρώσους αιχμαλώτους πολέμου.

Στην απελπισμένη αντεπίθεση των Αρδεννών στα τέλη του 1944 του ανατέθηκε, προσωπικά από τον Χίτλερ, η σχεδόν ανέφικτη αποστολή να διασπάσει τις αμερικανικές γραμμές και να φτάσει πάση θυσία μέσα σε τρεις μέρες στον ποταμό Μεύση. Αποτυγχάνει, αλλά εξακολουθεί να δείχνεται ανελέητος και να μην κρατάει αιχμαλώτους –οι μονάδες του σκοτώνουν, με διαταγές του, εκατοντάδες Αμερικανούς αιχμαλώτους και Βελγους πολίτες. Η πιο μαζική σφαγή είναι κοντά στην πόλη Μαλμεντύ, όπου υπάρχει σήμερα μνημείο (το έχω επισκεφτεί). Εκεί εκτελέστηκαν 84 Αμερικανοί αιχμάλωτοι.

Επειδή ήταν Αμερικανοί, ο Πάιπερ δικάστηκε και μάλιστα από αμερικανικό στρατοδικείο και καταδικάστηκε το 1946 μαζί με άλλους σε θάνατο. Οι δικηγόροι τους εκμεταλλεύτηκαν έξυπνα τις δικλείδες που παρέχει το αμερικανικό σύστημα και καθυστέρησαν την εκτέλεση, που ορίστηκε για το 1948. Ως τότε όμως είχε αρχίσει ο ψυχρός πόλεμος και οι εκτελέσεις ναζιστών δεν ήταν πια πολιτικά ορθές. Με πρωταγωνιστή τον γερουσιαστή Μακάρθι (ναι, αυτόν) ξεκίνησε εκστρατεία που κατάφερε την τελευταία στιγμή να αναστείλει την εκτέλεση και τελικά το 1951 οι ποινές μετατράπηκαν σε κάθειρξη 35 ετών, τα οποία δεν κράτησαν τόσο πολύ. Ο Πάιπερ αποφυλακίστηκε τον Δεκέμβριο του 1956. Αρχίζει να δουλεύει στην Πόρσε στη Στουτγάρδη και ανεβαίνει γρήγορα τα σκαλοπάτια της ιεραρχίας, ώσπου το συνδικάτο των εργαζομένων διαμαρτύρεται για την ανέλιξη εγκληματιών πολέμου σε ηγετικές θέσεις και αναγκάζει τη διοίκηση να τον απολύσει –ο Πάιπερ κερδίζει πάντως αποζημίωση από το εργατοδικείο.

Στη δεκαετία του 1960 δουλεύει ως αρθρογράφος για θέματα αυτοκινήτου αλλά έχει διάφορους μπελάδες με τη δικαιοσύνη (π.χ. του κάνουν μήνυση δυο Ιταλοί για τη σφαγή στο Μπόβες) οπότε αποφασίζει να εγκατασταθεί στο χωριό Traves στην ανατολική Γαλλία, μια χώρα στην οποία δεν έχει διαπράξει εγκλήματα πολέμου. Αγοράζει οικόπεδο και χτίζει σπίτι πλάι σε έναν άλλο Γερμανό συμπολεμιστή του, και εκεί ζει μερικά χρόνια ήσυχα με ψευδώνυμο. Το 1974 πηγαίνει στη γειτονική πόλη Βεζούλ να αγοράσει υλικά για να φτιάξει ένα σκυλόσπιτο. Για κακή του τύχη ο μαγαζάτορας είναι κομμουνιστής με δράση στην Αντίσταση. Τον αναγνωρίζει και του λέει στα γερμανικά: – Είστε ο Γιόαχιμ Πάιπερ; Εκείνος χλωμιάζει και φεύγει.

Ο αντιστασιακός δεν έδωσε συνέχεια στο επεισόδιο αμέσως. Μόλις δυο χρόνια αργότερα το εκμυστηρεύτηκε σε έναν δημοσιογράφο της Ουμανιτέ, ο οποίος πήγε στο Βερολίνο και έψαξε τα αρχεία και επιβεβαίωσε την ταυτότητα του Πάιπερ. Έγραψε άρθρο στην Ουμανιτέ. Σε τοπικό επίπεδο προκλήθηκε σάλος και οι κομμουνιστές της περιοχής έκαναν διαδήλωση στο χωριό, κατηγορώντας τον Πάιπερ ότι συμμετέχει ακόμα σε δίκτυα αλληλοβοήθειας των παλαιών Ες Ες. Η σύζυγος του Πάιπερ έφυγε για τη Γερμανία, ενώ ο ίδιος έμεινε μαζί με τον συμπολεμιστή του, υπό αστυνομική προστασία.

Το βράδυ της 13.7.76, μετά τη λήξη της βάρδιας των χωροφυλάκων, ακούγονται πυροβολισμοί από το σπίτι του Πάιπερ το οποίο αργότερα πιάνει φωτιά και καίγεται ολοσχερώς. Μέσα στο σπίτι βρίσκεται ένα πτώμα απανθρακωμένο. Και οι δήμιοι πεθαίνουν λοιπόν, αν και η δικαστική έρευνα ούτε ενόχους βρήκε ούτε μπόρεσε να βεβαιωθεί ότι το πτώμα ήταν του Παιπερ.

 

 




from Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.