Ζαχάρ Πριλέπιν – Εικόνες εγκατάλειψης (απόσπασμα από το Σάνκια)

Σήμερα δημοσιεύω ένα εκτενές απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Ρώσου συγγραφέα Ζαχάρ Πριλέπιν «Σάνκια». Ο Ζαχάρ Πριλέπιν, 42 χρονών, είναι ίσως ο πιο πολυδιαβασμένος Ρώσος συγγραφέας της γενιάς του, της μετασοβιετικής δηλαδή γενιάς. Τον έχουν παρομοιάσει με τον Χεμινγουέι και με τον Τολστόι. Είχε επισκεφτεί πριν από δυο-τρεις μήνες την Ελλάδα και έδωσε μια συνέντευξη που μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Ο Πριλέπιν πολέμησε στην Τσετσενία κατά τη θητεία του στον στρατό, ενώ για ένα διάστημα υπηρέτησε στις ειδικές δυνάμεις της ομοσπονδιακής αστυνομίας. Είναι ή ήταν μέλος του εθνικομπολσεβικικού κόμματος του επίσης συγγραφέα Εντουάρντ Λιμόνοφ, είναι αντίπαλος του Πούτιν και τον τελευταίο καιρό βρίσκεται στο Ντονμπάς όπου μάχεται με το μέρος των αυτονομιστών, ας τους ονομάσουμε έτσι.

Πριν από μια βδομάδα είχαμε δημοσιεύσει ένα αφήγημα του φίλου μας του Dryhammer με τις εντυπώσεις του από το μετασοβιετικό Μούρμανσκ. Λίγες μέρες αργότερα, πήρα ηλεμήνυμα από αναγνώστρια του ιστολογίου, με το ψευδώνυμο Ranele, που μου είπε ότι έχει μεταφράσει, για να δοκιμάσει τις δυνάμεις της, κομμάτια από ένα μυθιστόρημα του Πριλέπιν, που δίνουν παρόμοιες εικόνες εγκατάλειψης όπως το αφήγημα για το Μούρμανσκ και μου έστειλε ένα απόσπασμα, αν ήθελα να το δημοσιεύσω στο ιστολόγιο.

Το ενδιαφέρον είναι πως η Ranele, αν και πρέπει να έχει σπουδάσει στην Ελλάδα, δεν έχει μητρική της γλώσσα τα ελληνικά, όπως μού διευκρίνισε, πράγμα που κάνει τη δουλειά της ακόμα πιο δύσκολη. Έκανα κάποιες μικροεπεμβάσεις στη μετάφρασή της, κακώς ίσως. Δεν είχα διαβάσει Πριλέπιν, διότι δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά, αλλά το δείγμα που θα δείτε μου άρεσε, όσο κι αν είναι καταθλιπτικό και πνιγηρό.

Το μυθιστόρημα «Σάνκια», απ’ όπου είναι παρμένο το απόσπασμα που θα διαβάσετε, είναι το πρώτο του Πριλέπιν και κυκλοφόρησε το 2006. Έχει μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες, έχει βραβευτεί και έχει γίνει ταινία. Το Σάνκια είναι όνομα, αρσενικό, συχνά παιδικό. Είναι χαϊδευτικό του Σάσα, το οποίο με τη σειρά του είναι υποκοριστικό του Αλεξάντρ. Ο ήρωας λέγεται Σάσα Τίσιν, αλλά η γιαγιά και ο παππούς του τον φωνάζουν Σάνκια. Εδώ μπορείτε να δείτε τον ιστότοπο του μυθιστορήματος (από τα σφυροδρέπανα θα καταλάβετε ότι ο Σάσα ανήκει σε μια αριστερή μαχητική οργάνωση) και εδώ τον ιστότοπο του Πριλέπιν. Βέβαια, όλα αυτά τα καλούδια είναι χρήσιμα κυρίως σε ρωσομαθείς. Το απόσπασμα που παραθέτουμε είναι το δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου. Παρουσιάζει την επιστροφή του Σάσα στο χωριό του που αργοπεθαίνει.

Για τους ρωσομαθείς, έχω ανεβάσει εδώ σε δίστηλο κείμενο το πρωτότυπο με τη μετάφραση της Ranele (χωρίς τις δικές μου επεμβάσεις). Το κείμενο είναι αρκετά μεγάλο (πάνω από 9000 λέξεις) αλλά δεν θέλησα να το περικόψω. Οφείλω να πω ότι συγκινήθηκα διαβάζοντας τους χωρικούς της Ρωσίας να μιλούν με ιδιωματισμούς του θεσσαλικού κάμπου.

Το κείμενο που θα διαβάσετε είναι βέβαια αδημοσίευτο. Στο μεταξύ, διαβάζω ότι έχει αναγγελθεί  η μετάφραση του μυθιστορήματος του Πριλέπιν από ελληνικόν εκδοτικό οίκο, οπότε λογικά ο «Σάνκια» θα κυκλοφορήσει μέσα στο χρόνο, αλλά εσείς θα μπορέσετε να πάρετε μια ιδέα από τώρα, έστω και σε ανεπίσημη μετάφραση.

Κεφάλαιο Β΄

Ο δρόμος μέχρι το χωριό ως συνήθως είχε πολύ τράνταγμα και κούνημα. Το φτηνιάρικο «Λάντα της δεκάρας» έτριζε ολόκληρο, στο παρμπρίζ στη θέση του σήματος κρεμόταν ένα ημερολόγιο με μεγάλα ψηφία της φετινής χρονιάς, το ημερολόγιο έπρεπε να μπερδεύει τους φύλακες των δρόμων. Στο δρόμο προς το χωριό συνάντησαν μόνο ένα μπλόκο, ο τροχονόμος έριξε μια περιφρονητική ματιά στο «Λάντα της δεκάρας» και γύρισε αλλού το βλέμμα του.

Ο συγχωριανός σ΄ όλη τη διαδρομή δεν έβγαλε κουβέντα, κάποιες φορές έστηνε το αυτί του για να ακούσει διάφορους ήχους και τριγμούς που έκανε το αμάξι. Τις εναλλαγές αυτών των ήχων ο Σάσα τις άκουγε ως εντελώς τυχαίες ενώ ο συγχωριανός φαινόταν να ξεχωρίζει την παραμικρή συνιστώσα αυτής της κακοφωνίας.

Περνώντας από το μπλόκο της τροχαίας, ο οδηγός σφίχτηκε σχεδόν ανεπαίσθητα, το βλέμμα του έγινε πιο βαρύ, έσφιξε πιο γερά το τιμόνι και στύλωσε τα μάτια του στο δρόμο, φοβούμενος ακόμα κι ένα φευγαλέο βλέμμα του να διασταυρωθεί με τον τροχονόμο, λες και επρόκειτο για κάνα στοιχειό ανήμερο. Στο επόμενο δευτερόλεπτο αφότου πέρασαν το μπλόκο ο οδηγός χαλάρωσε. Το ίδιο μάλλον και ο Σάσα.

Ο ασφαλτόδρομος λίγο μετά το μπλόκο γινόταν χωματόδρομος και αφού άφηνε πίσω του τα περιβόλια και δυο ήσυχα, χωρίς σκυλιά, χωριουδάκια, εισχωρούσε μέσα στο πευκόδασος. Εκεί μέσα ήταν θεοσκότεινα. Ο δρόμος στρωμένος, πάνω από την παλιά στενή σιδηροδρομική γραμμή, σε έκανε να αναπηδάς αδιάκοπα και βασανιστικά, εκθέτοντας στο αμάξι τα πυκνά και γερά του παΐδια.

«Το αμάξι της δεκάρας» με το μοναδικό του φανάρι φώτιζε διαολεμένα το δρόμο, το άλλο έφεγγε ίσα ίσα για να φωτίζει τον εαυτό του. Μες στο φως του αυτοκινήτου έγερναν και τινάζονταν τα κλαδιά. Κάπου από την παιδική ηλικία ξαφνικά ξετρύπωσε ο φόβος του για το σκοτάδι, για το δάσος. O Σάσα άναψε το τσιγάρο και όλοι οι φόβοι του μεμιάς σβήστηκαν.

Θυμήθηκε πώς κάποτε με τον πατέρα του θέριζαν με την κόσα τα χορτάρια, – ο Σάσα ήταν τότε γύρω στα εννέα. Θέριζε ο πατέρας, ο Σάσα έκανε κάποιες απόπειρες μόνο την ώρα που ο πατέρας του κάπνιζε. Κυρίως όμως μάζευε τα χόρτα που είχε κόψει ο πατέρας του, φτιάχνοντας αράδες αράδες. Πύκνωσε το σούρουπο, είχαν κανονίσει να τους πάρει ένα φορτηγό, μα εκείνο δεν έλεγε να φανεί. Ο πατέρας άναψε τη φωτιά. Ο Σάσα μάζευε τα κλαριά φοβούμενος να απομακρυνθεί  από το φως. Ο πατέρας του όμως έφευγε μακριά από το ξέφωτο και χωνόταν μες στο θεοσκότεινο δάσος, ο Σάσα με τρόμο άκουγε πως μέσα έτριζαν τα σπασμένα κλαδιά, επιτέλους κάποια στιγμή εκείνος εμφανιζόταν κουβαλώντας  μια τεράστια λεία. Η φωτιά τρεμόπαιζε, τα τσάκνα έτριζαν.

Όπου να ΄ναι θα φανεί εκείνο το ξέφωτο… Νάτο.

Το φορτηγό τελικά ήρθε να τους πάρει. Ο πατέρας είπε στον οδηγό: «Θα διανυκτερεύσω εδώ». Όταν ξεμάκραιναν, ο Σάσα πρόβαλε το κεφάλι του από το παράθυρο του φορτηγού. Ο πατέρας του καθόταν όρθιος μακριά από τη φωτιά. Ο μικρός δεν κατάφερε να δει το πρόσωπό του.

«Και τι έγινε; Τι θα γινόταν άμα το ΄βλεπες; … Τι θαρρείς πως θα έβλεπες;»

Η φωνή μέσα του ήταν ειρωνική, σχεδόν εκνευρισμένη. Ο Σάσα δεν την χώνευε και δεν θέλησε να της απαντήσει. Προς στιγμήν σφάλισε τα βλέφαρά του και προσπάθησε να σκεφτεί κάτι άλλο.

Βρώμικο παρμπρίζ. Ημερολόγιο. Ακινητοποιημένοι στη μέση καθαριστήρες. Ορθάνοιχτο ντουλαπάκι με σπασμένη την πορτούλα. Ο Σάσα δυο φορές έβαλε πίσω τα σπιρτόκουτα που είχαν πέσει κάτω από κεi πέρα, την τρίτη τα ΄ριξε δίπλα στο μοχλό ταχυτήτων. Αξύριστα μάγουλα του οδηγού.

Ο οδηγός στο χωριό είχε ένα σπίτι που σάπιζε αργά και σταθερά.

Ο Σάσα στο χωριό είχε τον παππού και τη γιαγιά, τους γονείς του πατέρα του. Είχε να τους δει ένα χρόνο. Δεν υπήρχε καμιά πρόσβαση στο χωριό ούτε το φθινόπωρο, ούτε το χειμώνα, ούτε την άνοιξη –παρά μόνο τον ζεστό και άβροχο Μάη. Εκτός και αν έπαιρνες το τρακτέρ. Μετρημένοι στα δάχτυλα ήταν εκείνοι που αποτολμούσαν να κινήσουν προς τα κει με κάποιο άλλο όχημα.

Δεν ήθελε πια να καπνίσει, το τσιγάρο δεν συντόμευε– ως συνήθως – το δρόμο, μα τραβούσε σε βάθος αηδιαστικά και άνοστα παρέα με το δρόμο, και η στάχτη –όταν το αμάξι έβρισκε πάνω στις τραβέρσες του παλιού σιδηρόδρομου –έπεφτε πάνω στο παντελόνι του, και ο οδηγός του ριχνε λοξές ματιές καθώς τίναζε από πάνω του τις φωτεινές σπίθες.

«Τι μαλάκας!»- έβρισε ο Σάσα, στενοχωρημένος που είχε κάψει το παντελόνι του, και πέταξε στο παράθυρο το μισοτελειωμένο τσιγάρο.

Ύστερα γλίστρησε προς τα κάτω, μισοξαπλώνοντας στο κάθισμα και ανοίγοντας φαρδιά πλατιά τα πόδια του για στήριγμα. Έτσι προσπάθησε τουλάχιστον για λίγο να χαλαρώσει το κουρασμένο από τα ταξίδια κορμί του. Όμως  ένα καινούριο τράνταγμα τον έριξε πάνω στον οδηγό. Πήγε να του ζητήσει συγγνώμη, μα ύστερα μετάνιωσε, και έκατσε πιο ψηλά, στυλώνοντας το βλέμμα του μπροστά.

…Μες στο κεφάλι του στριφογύριζε κάτι ακαθόριστο και εντελώς αδιάφορο. Άλλες φορές έκπληκτος παρατηρούσε αυτό το στροβίλισμα, φαινομενικά δικών του σκέψεων  που δεν τις όριζε σχεδόν καθόλου – το χαλαρό συνονθύλευμα  παρατηρήσεων, συνειρμών ανάμεσα σε κάποιες ακαθόριστες εντυπώσεις και σε κάτι πια σχεδόν τελείως ξεχασμένο.

Η μοναξιά του φαινόταν αδιανόητη ακριβώς επειδή του ήταν εντελώς αδύνατον να παραμείνει ολοκληρωτικά μόνος του, τετ- α-τετ με τον εαυτό του – έξω από αυτές τις αντανακλάσεις που είχαν αφήσει όλοι όσοι πέρασαν από τη ζωή του, χωρίς τα πολλά πολλά αγκάθια από τις κακίες, και τα λάθη, και τις στενοχώριες. Ποια στο καλό μοναξιά, σαν έχει μνήμη ο άνθρωπος, – εκείνη πάντα του παραστέκει, αυστηρή και αδυσώπητη;

«Για ποια μοναξιά πρόκειται, αν όλα όσα έχεις ζήσει είναι μέσα σου και μαζί σου, σάμπως είσαι ένας παγωτατζής που έχει ξεπουλήσει την πραμάτειά του, μα συνεχίζει να κυκλοφορεί με το καροτσάκι του και, ξαπλώνοντας το βράδυ, το βάζει δίπλα του, αποζητώντας τη δροσιά του …» -σκέφτηκε ο Σάσα, και ειρωνεύτηκε τον εαυτό του ρουθουνίζοντας. «Σαχλαμάρες, σκέτες σαχλαμάρες» είπε η εσωτερική του φωνή. Ο Σάσα και πάλι δεν απάντησε, μα αυτή τη φορά συμφώνησε.

   * * *

Το χωριό ήταν σκοτεινό, σε πολλά σπίτια δεν είχαν ανάψει φώτα.

Ο Σάσα δεν αισθανόταν σχεδόν καθόλου κάποια έστω μικρή αναστάτωση επειδή γύριζε στα μέρη όπου είχε μεγαλώσει.

Είχε καιρό που του φαινόταν ότι γυρίζοντας στο χωριό, δύσκολα κανείς μπορεί να αισθανθεί χαρά  –τόσο θλιβερό και αποκαρδιωτικό ήταν το θέαμα που αντίκριζε.

Μερικοί συγχωριανοί, που βάδιζαν στην άκρη του δρόμου, σταμάτησαν, κοιτάζοντας ερευνητικά μες στο αμάξι: ποιος είναι; πού πάει; Ο Σάσα δεν προσπάθησε καν να τους κοιτάξει, δεν ήθελε να αναγνωρίσει κανέναν. Όλα του φαίνονταν τόσο απόμακρα και ανοίκεια.

Ο οδηγός σταμάτησε μπροστά στο δικό του σπίτι.

– Θα συνεχίσεις με τα πόδια; – είτε ρώτησε, είτε δήλωσε απλώς, χωρίς να ρωτά.

-Και βέβαια. – είπε κατεβαίνοντας ο Σάσα, προσπαθώντας η απάντησή του να μην ηχήσει ως θιγμένη (δεν του βγήκε καλά).

Τα λεφτά για την κούρσα του τα είχε δώσει ακόμα στην πόλη.

Ξεμούδιασε το κορμί του και παίρνοντας ένα εντελώς σκοτεινό δρομάκι ξεκίνησε για το πατρικό του.

Ο δρόμος ήταν χαλασμένος και βρώμικος. Από κάποια σπίτια τα μικρά σκουπίδια, αποφάγια και αποπλύματα τα πετούσαν ή τα έχυναν κατευθείαν στα αυλάκια κοντά στα σπίτια – οι κότες έτρωγαν ό,τι μπορούσαν να φάνε, τα υπόλοιπα όμως σιγά σιγά σάπιζαν. Ο Σάσα τραβιόταν μακριά από τα αυλάκια –μαντεύοντάς τα από τη βρώμα που ανέδιδαν και από την αηδιαστική απαλότητα του νωπού χώματος γεμάτου σαπίλα.

Αποφάσισε να κόψει το δρόμο προς το σπίτι του που βρισκόταν σε έναν άλλο μαχαλά, πηγαίνοντας από τους μπαχτσέδες. Επιπλέον, για να μην είναι τόσο ανυπόφορο, ήταν καλύτερα να πλησιασει το πατρικό του απαρατήρητος, από την πίσω αυλή, να βυθιστεί αργά αργά μες στην ασχήμια και την εγκατάλειψη.

Έστριψε στο μονοπάτι, τα πόδια του γλιστρούσαν μες στη λάσπη. Για να ισορροπεί, κουνούσε τα χέρια του και έβριζε σιγανά…

Ήταν μάταιο να προσέχει τις λάσπες διασχίζοντας τον μπαχτσέ· έτσι κι αλλιώς έπηξε μέσα, λερώθηκε και τα τελευταία μέτρα μέχρι την πύλη τρέκλιζε, τσαλαβουτώντας μες στην μαύρη λασπουριά χωρίς πια να φυλάγεται.

«Μπας και έχεις ξεχάσει πώς να τραβήξεις το σύρτη;» -Προσπάθησε να διασκεδάσει και να ταρακουνήσει κάπως τον εαυτό του. Με δυσκολία πέρασε το χέρι του μέσα από τη σχισμή της πύλης (όταν ήταν μικρός τα κατάφερνε καλύτερα –με το λεπτό το χεράκι του) και τράβηξε το σύρτη.

-Ορίστε, δεν το ξέχασα! – είπε ψιθυριστά ο Σάσα, ξεγελώντας τον εαυτό του με μια βεβιασμένη ψεύτικη χαρά: για τελευταία φορά προσπάθησε να δώσει ώθηση στο ανύπαρκτο του κέφι λες και κουνούσε πέρα δώθε κούνιες, μα δεν αισθάνθηκε ούτε κάποιον ενθουσιασμό ούτε τίποτα απολύτως.

-Δεν ξέχασα, – επανέλαβε ακόμα μια φορά φωναχτά, και η κουβέντα αυτή δεν είχε πια σχέση με τίποτα, δεν αφορούσε πια τίποτα, απλώς έπρεπε κάτι να πει καθώς έκλεινε την πύλη και προχωρούσε στην αυλή ανάμεσα σε έναν αχερώνα και δύο υπόστεγα εγκαταλελειμμένα από τον ανήμπορο πια παππού. Πιο πέρα βρισκόταν ένα αχούρι, που εδώ και ένα χρόνο δεν στέγαζε κανένα κατσικάκι, εδώ και τρία χρόνια δεν φιλοξενούσε κανένα γουρουνάκι, και εδώ και δέκα χρόνια που το είχε εγκαταλείψει η αγελαδίτσα Ντομάνκα καθώς την πήραν για το τελευταίο της ταξίδι. Το αχούρι δεν ανέδιδε πια καμιά μυρωδιά ζωής, κοπριάς, κανένα μαλλιαρό πλάσμα δεν έκανε τοκ-τοκ χτυπώντας τις οπλές του, δεν μασουλούσε, ανασαίνοντας βαριά και τρομάζοντας από τα βήματα του Σάσα. Μύριζε μονάχα μούχλα και λάσπη.

Ο Σάσα έριξε μια θλιμμένη ματιά στο σπίτι –τα μικρά παράθυρα ήταν θεοσκότεινα. Πατώντας προσεκτικά, απαλά, εκείνος πέρασε τον ξεχαρβαλωμένο φράχτη που υψωνόταν από δεξιά και την κεραμιδοκόκκινη πλευρά του σπιτιού που έριχνε τον ίσκιο της από αριστερά, και για κάποιο λόγο σταμάτησε στη γωνιά του σπιτιού πίσω από την οποία βρισκόταν η εξώπορτα. Δίπλα στην είσοδο υπήρχε ένα παγκάκι, ο Σάσα το θυμόταν καλά και γνώριζε πια ότι η γιαγιά καθόταν στο παγκάκι, με τα απαλά, κουρασμένα της χέρια ακουμπισμένα πάνω στα γόνατα.

Στο δρόμο κοντά στο σπίτι στεκόταν ένας πιτσιρίκος με μια βίτσα στο χέρι. Μουρμουρίζοντας κάτι εκείνος βίτσιζε το νερό μες στο λάκκο και σφύριζε, αναπηδώντας πέρα για να μην πιτσιλιστεί.

Ο Σάσα έκανε ακόμα ένα μικρό βήμα.

Όντως, η γιαγιά καθόταν στο παγκάκι απαθέστατη και ακίνητη, σάμπως δεν έβλεπε μπροστά της. Και η συμπεριφορά του πιτσιρικά, το παιχνίδι του, η φωνή του έδιναν την εντύπωση ότι κι εκείνος με τη σειρά του ούτε έβλεπε ούτε θυμόταν τη γιαγιά που καθόταν στο παγκάκι. Η γιαγιά και το πιτσιρίκι σαν να βρίσκονταν σε δυο παράλληλα σύμπαντα.

Ο δρόμος ήταν άδειος, σκοτεινός και βρώμικος, όπως όλοι οι υπόλοιποι δρόμοι του χωριού. Πέρα από τους μπαχτσέδες, που είχαν χορταριάσει από τα πυκνά ζιζάνια βρισκόταν άλλη μια σειρά γειτονικών σπιτιών που διακρίνονταν από τα λιγοστά κίτρινα παραθυρούλια. Ο ήλιος έδυε, κόντευε να βασιλέψει.

Ο πιτσιρίκος κουνούσε τη βίτσα, περπατώντας πέρα δώθε.

Η γιαγιά κοιτούσε πέρα από το πιτσιρίκο, πέρα από τους μπαχτσέδες, πέρα από τα δέντρα χωρίς να ανοιγοκλείνει τα μάτια της.

Το χωριό έσβηνε και αργοπέθαινε –  αυτό έκανε μπαμ από μακριά. Είχε ξεκοπεί σαν το σκαμμένο, σκληρό, σκοτεινό παγόβουνο και έπλεε αργοσάλευτα μακριά από τον υπόλοιπο κόσμο. Εγκαταλελειμμένα χαμόσπιτα αραδιασμένα κατά μήκος του δρόμου, μαύριζαν με τις μουχλιασμένες πλευρές και τις σαπισμένες σανίδες. Πάνω στις στέγες από τα αχούρια φύτρωναν τα χορτάρια ακόμα και κάτι καχεκτικά δεντράκια, που είχαν πιαστεί, μα δεν έβρισκαν τόπο για να απλώσουν τις ρίζες τους –κάτω από τις αδύνατες τους ρίζες βρίσκονταν κρύοι και αδειανοί χώροι όπου κάτω από τις σπασμένες ποτίστρες και τα τρύπια βαρέλια χώνονταν οι δεντρογαλιές, οι οποίες κυκλοφορούσαν πια εντελώς ανενόχλητες. Οι θάμνοι θρασομανούσαν και έπνιγαν το δρόμο.

Μέσα σε όλη αυτή την αργή και σχεδόν συντελεσμένη αποσύνθεση ο πιτσιρίκος φαινόταν ως μια παράξενη, αισχρή παραφωνία.

-Σάνκια… -έβγαλε με μια πνοή η γιαγιά, όταν ο Σάσα, σφίγγοντας τα δόντια του μην τυχόν και κάνει καμιά μεταβολή και την κοπανήσει μέσα από τους μπαχτσέδες, έκανε ένα βήμα μπροστά, και έριξε την τσάντα του χάμω, και άπλωσε τα χέρια του προς τη γιαγιά.

-Με τι ήρθες; – τον ρώτησε. –Θα είχε κούρσα, ε; Μοναχός σου;

Ο Σάσα απαντούσε καταφατικά ότι ήρθε μόνος του, ότι ήρθε με το αμάξι, κοιτάζοντας ερευνητικά το ηλιοκαμένο, στρόγγυλο πρόσωπο της γιαγιάς, κατευθείαν μες στα βουρκωμένα της μάτια.

-Τις προάλλες σκεφτόμουν πώς και δεν φάνηκε ακόμα ο Σάνκια, -του είπε, και ο Σάσα αισθάνθηκε ένα μικρό παράπονο στη φωνή της. – Γράμματα δε γράφει. Ο παππούς θα αποθάνει, και ο Σάνκια ούτε που θα το μάθει…

Η γιαγιά είπε «θα αποθάνει», και γι΄ αυτό η λέξη ακούστηκε ακόμη πιο ανυπεράσπιστα και πιο μοιρολατρικά. Δεν υπήρχε κάτι το σκληρό σε αυτή την κουβέντα, απέπνεε όμως έναν αναπόφευκτο μαρασμό.

Ο πιτσιρίκος με απορία σήκωσε τα μάτια του πάνω στον Σάσα που αγκάλιαζε και φιλούσε τη γιαγιά του, σφίγγοντας τους απαλούς της ώμους. Ίσως για τον πιτσιρίκο αυτό να ήταν το ίδιο παράξενο με το να αγκαλιάσει κανείς ένα δέντρο ή τη γωνία ενός υπόστεγου.

Ο Σάσα σήκωσε την τσάντα του, μα στεκόταν ακόμα διστακτικός. Η γιαγιά άνοιξε την εξώπορτα.

-Ο παππούς δεν μπορεί, την βγάζει δεν την βγάζει μέχρι το Σεπτέμβρη… Δε σηκώνεται, μπουκιά δε βάζει στο στόμα, μονάχα πού και πού πίνει λίγο νεράκι, -έλεγε σιγανά η γιαγιά, μπαίνοντας στον προθάλαμο.

Ο Σάσα δίσταζε να μπει μες στην ίζμπα, όπου ήταν ξαπλωμένος ο παππούς, και πέρασε ακολουθώντας τη γιαγιά κατευθείαν στην κουζίνα. Εκείνη σύμφωνα με την καλή χωριάτικη συνήθεια βάλθηκε αμέσως να μαγειρεύει, χωρίς να τον ταράξει στις ερωτήσεις, που και για αυτές θα ερχόταν η σειρά τους.

Μες στην κουζίνα έφεγγε μια αδύναμη λαμπίτσα. Όλα ήταν γεμάτα από μυγοφτύσματα, και όταν η γιαγιά μπήκε μέσα, μερικές μύγες σηκώθηκαν αθόρυβα στον αέρα. Φέρνοντας μερικές γύρες κάθισαν και πάλι – ήταν χορτάτες και νωθρές.

Η γιαγιά σιγομίλαγε για τα παιδιά της –είχε τρεις γιους, τον πατέρα του Σάσα και τους δυο θείους του, ένας από τους οποίους ήταν και ο νονός του. Όλοι τους είχαν πεθάνει.

Πρώτος πέθανε ο μικρότερος, ο Σεριόζα – τράκαρε με το μηχανάκι, ήταν μεθυσμένος.

Πριν δυο χρόνια, το καλοκαίρι, σ’ έναν μεθυσμένο καβγά σκοτώθηκε ο νονός του Σάσα, ο Νικολάι, ο μεσαίος γιος. Τον παράχωσαν δίπλα στο μικρότερο αδελφό του.

Και πριν ενάμιση χρόνο στην πόλη από όπου ήρθε ο Σάσα, πέθανε ο πατέρας του Σάσα, ο Βασίλι. Ήταν ο πιο μορφωμένος της οικογένειας, καθηγητής πανεπιστημίου, μα και κείνος έπινε, και ιδίως προς το τέλος της ζωής του έπινε πολύ και ασταμάτητα.

Ο Σάσα έφερε τον πατέρα  -στο φέρετρο – μες στο χειμώνα… ο δρόμος ήταν εφιαλτικός… ήταν οδυνηρό μόνο και μόνο να τον θυμάται.

-Άμα φουκαλίσω την αυλή και πάω στον παππού, -διηγούνταν η γιαγιά. –«Βρε παππού, μπας και δεν είναι αλήθεια που πέθανε ο Βάσια μας;» – τον ρωτώ. Μπας και μου δοκήθηκε στον ύπνο τούτο το κακό; «Μπας και είναι ψέμα!» -συμφωνάει και ο παππούς … Σάνκια, πες μου κι εσύ πώς το΄κανε και πέθανε…

Ο Σάσα καθόταν στο τραπέζι στρωμένο με ένα παλιό πλαστικό τραπεζομάντηλο, και στριφογύριζε στα δάχτυλά του ένα τσιγάρο.

Η γιαγιά μιλούσε σιγανά:

-Κάθομαι με τις ώρες στο παραθύρι. Κάθομαι και συλλογιούμαι. Άμα μου ΄λεγε κανείς: τράβα χίλιες μέρες, ξυπόλυτη, μες στο καταχείμωνο να δεις τους γιόκες σου, θα πάγαινα. Ούτε να μιλήσω, ούτε να αγγίξω, απλώς να ιδώ πως ανασαίνουν.

Η γιαγιά μιλούσε ήρεμα, μα πίσω από τις κουβέντες της κρυβόταν ο μαύρος ζόφος, εκείνη ακριβώς η αδιανόητη μοναξιά, για την οποία πριν λίγο συλλογιζόταν ο Σάσα, – μια μοναξιά που αποκάλυπτε μια εντελώς διαφορετική της όψη –απέραντη, στερημένη από την όποια ηχώ, όπου δεν αντηχούσε καμία μα καμία ζώσα φωνή.

-Πώς είναι δυνατόν ο Βάσκια μου να έχει διαβάσει τόσα και τόσα βιβλία και να μην βρει πουθενά ότι δεν κάνει να πίνει βότκα; -ρωτούσε η γιαγιά τον Σάσα μην περιμένοντας καμιά απάντηση. –Έχει διαβάσει του κόσμου τα βιβλία, δε λέει αυτού πέρα ότι ο κοσμάκης πεθαίνει από βότκα;

Ο Σάσα δεν έλεγε κουβέντα.

-Και να ορίστε; – έχουν μπει όλοι τους μες στο χώμα. Δε θα ξανασηκωθούν ποτές τους, δε θα ξαναπιούν ποτές τους τη ρημάδα τη βότκα, δε θα παγαίνουν πουθενά, ούτε θ’ αλλάξουν καμιά κουβέντα με κάποιονα. Αυτό ήταν, το΄πιαν το μοιράδι τους. Λογαριάζαμε με τον παππού να πλαγιάσουμε δίπλα στο μικρότερο γιόκα μας, μα ο Κόλκια και ο Βάσκια βιάστηκαν να χωθούν μες στους λάκκους μας. Τώρα όμως δεν υπάρχει μέρος για μας.

Η γιαγιά μαγείρευε χρησιμοποιώντας δύο τηγάνια ταυτόχρονα –στο ένα ζέσταινε, ανακατεύοντας τις πατάτες με το κρέας, στο άλλο σύριζαν και τσιτσίριζαν τα αγαπημένα του Σάσα μπλινί – οι λεπτές, σχεδόν διάφανες κρέπες με τη γλυκιά, τραγανή, ηλιοκαμένη ακρούλα. Η γιαγιά μαγείρευε χωρίς βιασύνη, σβέλτα και επιδέξια, χωρίς να σκέφτεται τι και πώς μαγειρεύει, και θα μπορούσε μάλλον να το κάνει με κλειστά τα μάτια και ακόμα να αποστασιοποιηθεί τελείως από αυτό που έκανε.

-Φέτος το χειμώνα έσφαξα και τα τελευταία μου παπάκια, -διηγούνταν η γιαγιά, ανασκαλεύοντας τις πατάτες με το κρέας στο τηγάνι, -δεν έχω πια δυνάμεις να παγαίνω στο ποτάμι. Να κατεβώ κατεβαίνω η έρμη, στον ανήφορο όμως ίσα που σερνόμουν – οι πάπιες με περίμεναν, μ΄ έκραζαν οι καημενούλες.

Η κουβέντα της γιαγιάς μεταπηδούσε ανεπαίσθητα από το ένα στο άλλο, έτσι κι αλλιώς όμως  επρόκειτο για ένα και το αυτό – ότι όλοι πέθαναν και τίποτα πια δεν είχε κανένα νόημα.

-Ο παππούς έχει κουφαθεί τελείως, δεν ακούει τίποτα … Την τελευταία φορά που σηκώθηκε ήταν τον Ιούνη. Πήγε στο αποχωρητήριο και έπεσε μες στην αυλή. «Γιατί σηκώθηκες, του λέω. –Αφού σου βαλα τον κουβά!» Με χίλια ζόρια τον σήκωσα από καταγής.

Η γιαγιά χαμήλωσε τη φωτιά κάτω από τις πατάτες και το κρέας, έβγαλε την τελευταία κρέπα από το άλλο τηγάνι και πήγε μες στην ίζμπα.

Ο Σάσα σηκώθηκε, έφερε μερικές φούρλες μες στην κουζίνα και βγήκε έξω για να καπνίσει. Βγαίνοντας έξω, άκουσε τη γιαγιά να μιλάει δυνατά στον παππού:

-Ήρθε ο Σάνκια! Ο Σάνκια!

-Ο Σάνκια; Και γιατί δεν έρχεται μέσα να με δει; Σάμπως σ΄άκουσα να μιλάς σε κάποιονα …

Είχε σκοτεινιάσει για τα καλά. Όλο το χωριό βυθίστηκε μες στην ησυχία.

Ο πιτσιρίκος έφυγε. Είχε αφήσει τη βίτσα του κάτω στο λάκκο.

Το τσιγάρο κάπνιζε. Η στάχτη όμως δεν έπεφτε.

Από μπροστά πέρασε τρεκλίζοντας ένας μεθυσμένος ξεπεσμένος συγχωριανός, χωρίς να δώσει καμιά σημασία στον Σάσα.

-Τι δεν έρχεσαι να με δεις, Σάνκια; -ρώτησε ο παππούς, όταν ο Σάσα μπήκε μες στην ίζμπα και έκατσε δίπλα του.

Στη φωνή του ακουγόταν αμυδρά μια  γεροντίστικη ειρωνεία – τι έγινε, μπας και φοβάσαι εμένανε, τον ετοιμοθάνατο παππού σου. Και μαζί με την ειρωνεία ακουγόταν και μια έγνοια – κάνε υπομονή, παλικάρι μου, δε θα σε χασομερήσω πολύ.

Ο παππούς είχε αδυνατίσει, οι κοκκαλιάρικοι του ώμοι πετάγονταν έξω, το γκριζωπό μήλο του Αδάμ έβγαινε προς τα έξω, τα αδύναμα του μάτια έκλειναν συνεχώς. Ο παππούς ετοιμαζόταν να πεθάνει. Όταν μιλούσε, ο λαιμός του έβγαζε ρόγχους, και οι λέξεις μόλις που ξεχώριζαν.

-Σάνκια, δεν έχει φόβο ο θάνατος… Έχω ζήσει πολλά χρόνια. Βαρέθηκα πια. Να ορίστε, περιμένω ξαπλωμένος και δε με παίρνει ο Χάρος. Αυτά που λες, Σάνκια…

Ο Σάσα δε έλεγε κουβέντα μονάχα τον κοίταγε.

-Ας τονα να φάει, είντος από το δρόμο! –του είπε η γιαγιά καθώς έμπαινε μέσα. –Θα προλάβεις ακόμα να χορτάσεις κουβέντες! Δεν πεθαίνεις ώσπου να φάει!

-Σάματι δεν τον αφήνω, – είπε ο παππούς. –Τράβα, Σάνκια, να φας…

Ο Σάσα χωρίς να φέρει αντίρρηση πήγε στην κουζίνα. Ο παππούς κάτι ψιθύριζε, με κάποιον κουβέντιαζε κλείνοντας τα μάτια του.

Η γιαγιά ρώτησε τον Σάσα να μάθει για τη μάνα του, αν επρόκειτο να παντρευτεί ξανά, αν και κείνος αγαπούσε το ποτό και πού δούλευε εκείνο τον καιρό. Η μάνα του δε σκόπευε να παντρευτεί, ο Σάσα δεν έπινε έτσι όπως το εννοούσε η γιαγιά, όσο για τη δουλειά δεν της είπε την αλήθεια. Δούλευε μεν, αλλά βαριόταν να της εξηγήσει με τι ακριβώς ασχολούνταν. Οι μόνες δουλειές που γνώριζαν οι γέροι ήταν να δουλεύεις τη γη ή να δουλεύεις σε κάνα εργοστάσιο ή νοσοκομείο ή σχολείο… Και είχαν απόλυτο δίκιο. Όμως στην εποχή μας αυτές οι δουλειές είχαν γίνει– στις περισσότερες των περιπτώσεων – μοίρα  αποτυχημένων, ταλαιπωρημένων από τη ζωή ανθρώπων.

Η γιαγιά, όπως το συνήθιζαν στο χωριό, τον τρατάρισε, και ο Σάνια με ευχαρίστηση ήπιε τη σπιτικιά βότκα συνοδεύοντάς την με κρέας και πατάτες, ώστε να χαλαρώσει και να ξεχαστεί λιγουλάκι. Ήπιε και ένα και δύο και τρία ποτηράκια.

Στο διπλανό δωμάτιο αργοπέθαινε ο παππούς. Ο Σάσα έτρωγε με όρεξη. Είχε πεινάσει. Τα μπλινί ήταν το ίδιο νόστιμα με τότε που ήταν μικρός.

Η γιαγιά μιλούσε για αυτά που είχαν γίνει στο χωριό.

Στο τελευταίο σπίτι του μαχαλά τους ζούσε ένας συγχωριανός, όλοι τον φώναζαν Λαιμαριά. Ο Σάσα τον γνώριζε καλά. Και ο πατέρας του γνώριζε τον Λαιμαριά, ήταν φίλοι, μα η φιλία τους ήταν σιγανή χωρίς πολλά πολλά λόγια.

Ο Λαιμαριάς είχε καθάρια μάτια και ήταν γερός και δυνατός σαν βόδι. Το περασμένο καλοκαίρι κρεμάστηκε. Είχαν έρθει οι γιοι του από την πόλη να τον βοηθήσουν με τον κήπο. Δουλεύοντας στον κήπο ο Λαιμαριάς μάλωσε με τα παιδιά του. Από καιρό δεν τα πήγαιναν καλά. Αφού μάλωσε τους φοβέριξε: «Θα σας δείξω εγώ!» και έφυγε για το σπίτι. Τα παιδιά του δεν του έδωσαν σημασία και συνέχισαν τη δουλειά τους. Όταν έφτασαν στο σπίτι, βρήκαν τον πατέρα τους μες στο στάβλο –είχε κρεμαστεί απ΄ το μεσιανό δοκάρι, λυγίζοντας τα πόδια του.

Δεν υπήρχε πια ο Λαιμαριάς.

Σε ένα παραδιπλανό σπίτι ζούσε μαζί με τη μάνα του ένας συγχωριανός με το παρατσούκλι Επίτροπος. Τον έλεγαν έτσι, επειδή μια τελευταία πενταετία δεν έφτιαχνε τίποτα, χάζευε μονάχα τους συγχωριανούς από τα άγρια χαράματα στημένος όρθιος και στηριγμένος πάνω στο φράχτη της αυλής του. Είχε χωρίσει με τη γυναίκα του, ζούσε με τη σύνταξη της μάνας του. Ο Σάσα πάντα τον έβλεπε με μια δόση καχυποψίας σαν κάτι αφύσικο και αρρωστημένο. Τι έκανε ένας σαραντάχρονος άντρας μόνος του χωρίς γυναίκα; Η κορούλα του, μωράκι ακόμα, μεγάλωνε μόνη της χωρίς την παρουσία του πατέρα της… Θα μπορούσε κανείς να περάσει θηλιά στο λαιμό του από μια τέτοια ζωή. Μα εκείνος δεν το είχε κάνει. Πρώτα πέθανε η ήσυχη μανούλα του, και ύστερα από λίγο έφυγε και κείνος από καρδιά.

Δυο γιοι μιας άλλης κοντινής γειτόνισσας σκοτώθηκαν ακόμα τότε που ο μικρότερος θείος του Σάσα είχε τρακάρει με το μηχανάκι του, – και τα αγόρια της γειτόνισσας χτύπησαν και αυτά με το μηχανάκι. Έτσι συνέβαινε: τα τελευταία χρόνια του προηγούμενου καθεστώτος η αγροτιά είχε συσσωρεύσει επιτέλους λίγο λίπος, είχε μαζέψει ένα κομπόδεμα. Το πρώτο, λοιπόν, που έκανε ο αγρότης που όλη του τη ζωή μοχθούσε και έχυνε ποτάμια ιδρώτα, ήταν να κακομάθει το τέκνο του ό, τι ηλικία και αν είχε. Εκείνα τα χρόνια όλη η πιτσιρικαρία θέλησε να αφήσει τα ποδήλατα της και να ανεβεί πάνω στις μηχανές. Στο χωριό όχι μόνο δεν είχε τροχονόμο, αλλά ακόμα και ο αστυνομικός του τμήματος εμφανιζόταν στη χάση και στη φέξη έτσι που όλοι κυκλοφορούσαν χύμα και τύφλα στο μεθύσι. Κι αμέσως άρχισαν να σκοτώνονται. Τρακάριζαν άσχημα, συντρίβονταν ολοκληρωτικά, πετούσαν πριν σκοτωθούν εκσφενδονιζόμενοι κατά την πρόσκρουση από τις σέλες σε ακτίνα πενήντα, μερικές φορές ακόμα και εβδομήντα μέτρων, στούκαραν με τα χαζά τους κεφάλια στα δέντρα και φράχτες, έσπαζαν όλα τους τα κόκαλά έτσι που το σώμα τους μεταμορφωνόταν σε μια κοκκινωπή άμορφη μάζα, κάποιες φορές χτυπούσαν και τα νέα κορίτσια που επέβαιναν στο πίσω κάθισμα. Και αν δεν σκοτώνονταν, συχνά τσάκιζαν τα κορμιά τους και καθηλώνονταν κατάκοιτες στα κρεβάτια, στριφογυρίζοντας κάθε λίγο και λιγάκι μες στο μυαλό τους εκείνο το άτυχο βράδυ.

Ο Σάσα όντας ακόμα πολύ μικρός, πεταγόταν συχνά στο μαγαζί του χωριού για ψωμί και εκεί κοντά συναντούσε πότε τρεις, πότε πέντε, πότε ακόμα περισσότερες γυναίκες με τα μαύρα μαντήλια – ολονών οι γιοι είχαν σκοτωθεί στα τρακαρίσματα. Οι γυναίκες στέκονταν και μιλούσαν σιγανά για το πώς έζησαν και για το πώς σκοτώθηκαν τα παιδάκια τους. Και μερικές κουβέντες που είχαν ακουστεί από τον Σάσα τυχαία καθ΄οδόν από τα χείλη των μαυροφορεμένων γυναικών, ύστερα για πολύ καιρό ακόμα στριφογύρναγαν μες στο κεφάλι του μην βρίσκοντας κάπου να κατασταλάξουν.

Τα τελευταία χρόνια κάποιοι είχαν φύγει από το χωριό, έλεγε η γιαγιά, άλλοι έσβησαν σιγά σιγά πριν την ώρα τους, και έμεινε σε όλον τον μαχαλά μόνο ένας άντρας ονόματι Αηδόνης , αν και κανένας δε θυμόταν πια για ποιο λόγο τον αποκαλούσαν έτσι. Εκείνος, άγνωστο πού, κάθε βράδυ γινόταν στουπί στο μεθύσι, γύριζε σπίτι, και χωρίς κανένα λόγο φώναζε στην αμίλητη γυναίκα του που από καιρό είχε καταραστεί τα πάντα και είχε βουβαθεί μες στην απόγνωσή της. Παιδιά δεν είχαν. Τα βράδια μες στο μισοάδειο χωριό ακούγονταν τα ουρλιαχτά του Αηδόνη.

Μεθυσμένος ως ήταν δεν αναγνώριζε κανέναν, διέσχιζε το χωριό, χωρίς να προσέχει τίποτα και κανέναν, και μόνο η θλιβερή όψη της γυναίκας του τον γύριζε στη θολή πραγματικότητα από το μεθυσμένο του υπερπέραν, ξυπνώντας μέσα του μια σχεδόν βιολογική ανάγκη να ουρλιάζει και να τσακώνεται, μην έχοντας την παραμικρή συναίσθηση αυτών που ξεστόμιζε.

Ο Αηδόνης ήταν εκείνος που πέρασε μπροστά από το σπίτι όταν ο Σάσα κάπνιζε κοντά στο φράχτη.

Η γιαγιά μάζεψε το τραπέζι, πήγε να στρώσει το κρεβάτι για τον Σάσα μες στο δωμάτιο πίσω από το μεσότοιχο του οποίου κοιμόταν ο παππούς.

Στρώνοντας το κρεβάτι, εκείνη θυμόταν πως σε αυτό κοιμόταν και ο Βάσια, το σπλάχνο της, το παιδούλι της, μεγαλωμένο με πολλή αγάπη μετά τον πόλεμο που με τις αγροτικές δουλειές σιγά σιγά αντρώθηκε και έγινε ένα ψηλόλιγνο παλικάρι με τα αραιωμένα από πολύ νωρίς μαλλιά, που άφησε το πατρικό του σπίτι και γύρισε πίσω ως κοτζάμ άντρας πια μες στον οποίο μόνο εκείνη μπορούσε αβίαστα να ξεχωρίσει εκείνο το ίδιο και απαράλλαχτο παιδούλι της. Και να που σταμάτησε η καρδιά του, και τέλειωσε.

Όταν ο Βάσια πρωτόπαθε καρδιά, τον είδε στον ύπνο της. Ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι και της έλεγε: «Μάνα, εδώ μου πονάει, δεν μπορώ να πάρω ανάσα», -και της έδειχνε την καρδιά του.

Εκείνη αμέσως έτρεξε στο γιο της, ήρθε ακάλεστη στην πόλη όπου είχε να πατήσει καμιά δεκαετία, και εκεί έμαθε ότι το όνειρό της ήταν προφητικό.

Ο Σάσα τότε την έφερε στο νοσοκομείο, όπου είχε εισαχθεί εσπευσμένα ο πατέρας του.

Ο πατέρας είχε άσχημο χρώμα, ήταν ξαπλωμένος και σιωπηλός, προσπαθώντας να ακούσει το σώμα του. Μέσα του χτυπούσε μια ασθενική καρδιά. Η γιαγιά καθόταν δίπλα του και τον κοίταζε προσεκτικά μες στο πρόσωπό του.

Ο πατέρας υποβλήθηκε στην εγχείρηση, του άνοιξαν το στήθος, για κάνα μισάωρο που οι γιατροί έκαναν διάφορες μαγγανείες η καρδιά του βρισκόταν έξω από το σώμα του. Τα κατάφερε.

Οι γιατροί τού απαγόρευσαν να πίνει. Μα πολύ σύντομα σκοτώθηκε το αδερφάκι του, ο Κόλια, και ο Βάσια ξαναξεκίνησε το ποτό. Έκανε το πρώτο άσχημο μεθύσι στη συνέχεια ακόμα ένα, μπήκε στο νοσοκομείο και έσβησε γρήγορα μέσα σε δύο μέρες.

Ο Σάσα γνώριζε ότι η γιαγιά στρώνοντας το κρεβάτι του για πολλοστή φορά σκεφτόταν γιατί, γιατί, όταν ο Βάσια της έπαθε τη δεύτερη κρίση, δεν της φανερώθηκε στον ύπνο, δεν την φώναξε, και δεν μπορούσε με τίποτα να βρει κάποια απάντηση.

Ούτε της φανερώθηκε στο όνειρο ούτε την φώναξε. Μες στο καταχείμωνο πήραν στο τηλέφωνο τους γείτονες –στο μόνο δηλαδή τηλέφωνο του χωριού, και ειδοποίησαν ότι ο Βάσια πέθανε και τον φέρνουν να τον θάψουν στο χωριό. Τρεις βδομάδες μετά την κηδεία του στο χωριό έφτασε το γράμμα του Σάσα, το οποίο εκείνος είχε γράψει μιάμιση βδομάδα προτού πεθάνει ο πατέρας του. Λόγω όμως κακής λειτουργίας του ταχυδρομείου το γράμμα έχοντας εξαντλήσει όλες τις προθεσμίες, έφτασε στο χωριό κυριολεκτικά με τα πόδια. Στο γράμμα του ο Σάσα έγραφε ότι ο πατέρας του έχαιρε άκρας υγείας.

-Πώς και γινήκανε όλα τόσο αγλήγορα; -ρώτησε η γιαγιά τον Σάσα που στο μεταξύ πρόλαβε να πιει ακόμα ένα ποτηράκι και να καπνίσει ακόμα ένα τσιγαράκι και εκείνη την ώρα έμπαινε μέσα για να κοιμηθεί. – Έγραφες στο γράμμα σου ότι ο πατέρας σου ήταν καλά. Διαβάζω και είντος πια στον τάφο. Σάματις ησύχασε εκεί πέρα; Μια ζωή σκασίλες…

Η γιαγιά κοιτούσε ήρεμα τον Σάσα χωρίς να περιμένει από αυτόν απαντήσεις.

«Λένε τάχα ότι τα εγγόνια τα αγαπάνε περισσότερο από τα παιδιά. Ψέματα…», -σκέφτηκε ο Σάσα.

Η γιαγιά υπεραγαπούσε τα παιδιά της. Ο Σάσα δεν ήταν για αυτήν παρά μια ακαθόριστη υπενθύμιση εκείνης της εποχής κατά την οποία η οικογένειά της ήταν πλήρης και ζούσαν όλα τα παιδιά της. Δεν μπορούσε μέσα στον Σάσα να δει τα χαρακτηριστικά του πατέρα του, να αισθανθεί το δικό της αίμα, που δόθηκε πρώτα στο γιο της και ύστερα μεταβιβάστηκε και στον εγγονό της. Ο Σάσα ήταν άλλος άνθρωπος, σχεδόν ένας ξένος πια…

Πολύ σπάνια η γιαγιά του έριχνε καμιά ματιά με την ελπίδα ότι ο μακαρίτης γιος της θα φανεί μέσω του εγγονού της,  θα της στείλει κάποιο σημάδι, μα σχεδόν αμέσως απόδιωχνε τη σκέψη της αυτή: «Όχι, δεν είντος, δεν είντος…»

Ο Σάσα το καταλάβαινε και δεχόταν ήρεμα αυτήν την ήσυχη, σχεδόν ανεπαίσθητη, λεπτότερη κι από τρίχα, ψυχρότητα της γιαγιάς. Χωρίς να το συνειδητοποιήσει πλήρως, κρυφά από τον ίδιο εαυτό του, αισθανόταν ότι με αυτήν την αποστασιοποίηση της γιαγιάς τού ήταν πιο εύκολα να βρίσκεται εκεί. Όταν ο καθένας κουβαλά το δικό του πόνο στην καρδιά, ίσως είναι καλύτερα αυτές οι καρδιές να μην αγγίζονται.  Ποιος ο λόγος να ξεπερνάμε τα όρια εκείνων που  έτσι και αλλιώς δεν υποφέρονται;

Ο παππούς από την άλλη δεν σκόπευε να υπομείνει τίποτα πια, βιαζόταν να ανταμώσει τα παιδιά του.

Πέρασε στωικά το θάνατο των δύο του παιδιών και ένα χρόνο πριν το θάνατο του τρίτου ήταν ακόμα γερός. Πιο γερός και από τον Σάσα. Εκείνος θυμόταν πώς εξεπλάγη από την παλικαριά του παππού του, όταν κάποτε μαστόρευαν στην αυλή και ο παππούς δούλευε μια τεράστια βαριοπούλα την οποία μετά βίας σήκωνε ο Σάσα.

Μα έφυγε και ο τελευταίος γιος, και ο παππούς βαρέθηκε τη ζωή του.

Στο μυαλό του παππού δεν υπήρχαν οι αναλαμπές του παρελθόντος. Δεν είχε αναμνήσεις από τον καιρό εκείνο που ως νέος πρωτοπόρος εργάτης δούλευε στις κομπίνες, ή από τότε που, νέος αξιωματικός, είχε υπ΄ ευθύνη του ένα κανόνι. Δεν θυμόταν ούτε την σχεδόν τρίχρονη αιχμαλωσία του, ούτε τα δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια. Δεν είχε τη διαύγεια της δυνατής μνήμης. Υπήρχαν μόνο οι απόηχοι, τα μισόλογα, τα απολειφάδια των αναμνήσεων, καμία σκέψη δεν ολοκληρωνόταν, όλα πήγαιναν πέρα δώθε σάμπως ο ίδιος βρισκόταν μέσα σ΄ ένα σκοτεινό βαγόνι με ένα αδύναμο φως που αναβόσβηνε, και ακούγονταν οι σιγανές φωνές των αόρατων συνταξιδιωτών, και αντηχούσαν ελαφρά τα ποτηράκια του τσαγιού, και δε φαινόταν πουθενά ο μηχανοδηγός, και κάτι ακαθόριστο τρεμόπαιζε πίσω από τα παράθυρα.

Ο παππούς έστηνε το αυτί του, μα δεν έβγαζε άκρη.

Πέρασε η γιαγιά, παρατήρησε ο παππούς. Και πάλι δεν μπόρεσε να σκεφτεί τίποτα ούτε για αυτήν ούτε για τον εαυτό του ούτε για κανέναν άλλο. Δεν είχε πια να επιλύσει τίποτα, όπως και τίποτα δεν είχε λυθεί αφ΄εαυτού.  Όλα τελείωναν, εξέπνεαν, έληγαν. Σιγά σιγά τον σκέπαζε το άχρωμο και το άραχνο. Πού και πού έπεφτε καμιά σταγόνα που είχε ξεμείνει στον πάτο.

* * *

Ο παππούς πάντοτε, εκείνα τα παλιά χρόνια, έβαζε στη διαπασών το ραδιόφωνο. Στις έξι τα χαράματα ηχούσε ο ύμνος. Η γιαγιά ως εκείνη την ώρα είχε ξυπνήσει. Ο Σάσα τέντωνε τα λεπτά του ποδαράκια με τις βρώμικες φτέρνες, θύμωνε με τον παππού. Μα αμέσως αποκοιμιόταν μόλις τελείωνε η μελωδία. Σηκωνόταν με κέφι. Έτρωγε τη γαλατόσουπά του. Φορές μέσα κολυμπούσε καμιά μύγα, μα ο Σάσα δε σιχαινόταν – αφού την έπιανε και την έβαζε δίπλα στο πιάτο,  αποτελείωνε σβέλτα το φαγητό του. Η μύγα κείτονταν με τα κολλημένα φτερά μέσα σε μικρή λιμνούλα γάλακτος. Η γαλατόσουπα γλυκιά και ζεστή ήταν απίστευτα νόστιμη. Μετά τη σούπα –μπλινί και τσάι. Όλα ήταν πολύ πολύ όμορφα και γλυκά.

Στις έξι το πρωί το ραδιόφωνο έβγαλε κάτι συριστικούς ήχους, σάμπως η πλάκα βινυλίου με τον ύμνο να είχε τελειώσει ή προτού καν αρχίσει να είχε κολλήσει η βελόνα. Το ραδιόφωνο βαριανάσαινε με το μαύρο, σκονισμένο του πνευμόνι, βγάζοντας βραχνιασμένους ήχους, που δεν έλεγαν να πάψουν.

Ο Σάσα άνοιξε τα μάτια του.

Πάνω από το κεφάλι του κρέμονταν οι εικόνες.

Το μικρό παραθυράκι αριστερά από το κρεβάτι άφηνε να μπει μέσα το λιγοστό φως.

Η γιαγιά δεν ήταν μέσα.

Ο Σάσα έστησε το αυτί του, θέλοντας να ακούσει την ανάσα του παππού, μα δεν την άκουσε. Δεν του άρεσε να σηκωθεί. Μα ακόμα περισσότερο δεν του άρεσε να βρίσκεται ξαπλωμένος με τον παππού πίσω από το μισότοιχο.

Τα πόδια με σιχαμάρα ακούμπησαν στο πάτωμα. Οι ώμοι τινάχτηκαν. Τα ζυγωματικά σφίχτηκαν, πνίγοντας το χασμουρητό. Τα μάτια διέτρεξαν βιαστικά το δωμάτιο ψάχνοντας κάπου να σκαλώσουν για να ανοίξει η καρδιά του και η μέρα να ξεκινήσει μες στην αγάπη και καλοσύνη.

Στην απέναντι γωνία του δωματίου κρεμόταν το «οικογενειακό προσκυνητάρι με τις χιλιοειδωμένες φωτογραφίες. Και όμως μέχρι και σήμερα του άρεσε να τις περιεργάζεται.

Ντύθηκε βάζοντας γρήγορα πάνω του και το παντελόνι και τη φανέλα και το πουλόβερ του, και αποδιώχνοντας μακριά τη σκέψη «… πώς να ΄ναι άραγε ο παππούς, τράβα και κοίτα…», πήγε τεντώνοντας το κορμί του και πατώντας στις άκρες των ποδιών του στη γωνία προς τις φωτογραφίες που αχνοάσπριζαν από πέρα.

Να αυτή η μεγάλη φωτογραφία πάντα του έκανε τρομερή εντύπωση: 1933, οι κοπέλες του χωριού κάθονται όλες μαζί ποζάροντας στο φακό, κάπου είκοσι τον αριθμό. Οι κοπέλες είναι καλοθρεμμένες – στρογγυλοπρόσωπες, η μια πιο αφράτη από την άλλη. Κι όμως ήταν η εποχή της κολεκτιβοποίησης, δούλευαν για την ψυχή της μάνας τους. Ο Σάσα όλο ξεχνούσε να ρωτήσει τη γιαγιά του πώς κι έτσι. Νάτην και η γιαγιά, τότε ήταν δεν ήταν δεκαέξι χρόνων (δεν ήξερε την ακριβή ημερομηνία γέννησής της και ποτέ δεν γιόρταζε τα γενέθλιά της) – και όμως φαινόταν νταρντάνα με τα όλα της. Ήταν το 1933.

Νάτος και ο παππούς με το φίλο του το 1938. Τα πρόσωπά τους είναι καθαρά με σοβαρά αντρίκεια μισοχαμόγελα και ορθάνοιχτα μάτια. Στον καρπό του παππού δεσπόζει ένα μεγάλο ρολόι αξιωματικού. Ο σύντροφός του με ελαφρώς καυκάσια χαρακτηριστικά, μα ένας πολύ εντυπωσιακός υπερήφανος Καυκάσιος, έλαμψε ολόκληρος αντανακλώντας με ένα μυστήριο τρόπο το φλας του φωτογράφου. 1938. Γιατί χαμογελούν; Καλοπερνούν. Είναι ευχαριστημένοι που φωτογραφίζονται, το μέλλον είναι μπροστά τους.

Ο σύντροφος του παππού, ο Σάσα  είχε ξεχάσει το επίθετό του, βρήκε τον ηρωικό θάνατο στον Πατριωτικό πόλεμο, ήταν πιλότος. Η προτομή του βρισκόταν κοντά στο μαγαζί, πάντα με κάτι μαραγκιασμένα λουλούδια στο βάθρο.

Ο παππούς είχε αναβολή –μέχρι το 42΄ δεν τον έπαιρναν στον πόλεμο –ήταν ο καλύτερος χειριστής κομπίνας σε όλο το νομό.

Ο παππούς τότε ήδη ήταν παντρεμένος με τη γιαγιά, αν και δεν είχαν αποκτήσει ακόμα παιδιά.

Το φθινόπωρο του 1942 έφυγε και ο παππούς για το μέτωπο. Πολύ σύντομα πιάστηκε αιχμάλωτος. Και παρέμεινε στην αιχμαλωσία όλη τη διάρκεια του πολέμου. Δεν του άρεσε να μιλάει για αυτό. Μόνο ένα πράγμα του άρεσε να θυμάται ότι στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του είπε το μέλλον του ένας μαντολόγος, ότι θα ζούσε τάχα μέχρι τα ογδόντα του χρόνια.

-Ο κόσμος πέθαινε σωρηδόν, κάθε μέρα φεύγανε και κάμποσοι, -έλεγε ο παππούς. –Κοιμόμασταν πλάι πλάι για να ζεσταθούμε, σχηματίζοντας μια σειρά και αλλάζοντας πλευρό αρκετές φορές τη νύχτα. Υπήρχαν φορές που πήγαινες να γυρίσεις και έβρισκες τον διπλανό σου να κείτεται πια πεθαμένος και παγωμένος… Μού΄παν το μέλλον, μα εγώ δεν το πίστεψα: κανένας δεν πίστευε ότι θα μπορέσει να ζήσει όχι μέχρι τα ογδόντα του χρόνια, αλλά μέχρι και την επόμενη μέρα. Και τελικά τα κατάφερε, έζησε. Έζησε και με το παραπάνω.

Όταν πέθανε ο πατέρας του Σάσα, ο παππούς ήταν ογδόντα τεσσάρων.

Στο μνημόσυνο εκείνος ακόμα μια φορά διηγήθηκε αυτήν την ιστορία, και πρόσθεσε:

-Έπρεπε να είχα πεθάνει ακριβώς στα ογδόντα μου. Τότε που ζούσαν ακόμα οι γιοι μου. Θα είχα πεθάνει ευτυχισμένος. Ενώ τώρα, Σάνκια, δεν μπορώ να καταλάβω γιατί έζησα –δεν υπάρχει κανένας, δεν έχω αφήσει κανέναν, λες και δεν έζησα ποτέ μου.

Η γιαγιά έλεγε: στην αιχμαλωσία ο παππούς έζησε επειδή δεν κάπνιζε. Οι Γερμανοί μοίραζαν στους κρατούμενους ψωμί και καπνό. Ο παππούς αντάλλασσε τον καπνό του με ψωμί. Δεν τον έδινε τζάμπα.

Ο Σάσα φορές σκεφτόταν: να τον κατηγορήσει γι΄αυτό ή όχι; Δε θα γεννιόταν τότε ο Σάσα άμα ο παππούς δεν έπαιρνε κάνα παραπανήσιο κομμάτι ψωμί δίνοντας τον καπνό του. Πώς να τον κατηγορήσεις για αυτό; Άμα θες να τον κρίνεις, τράβα σ’ εκείνο το στρατόπεδο, ζήσε εκεί τρία χρόνια, δίνοντας τζάμπα το μοιράδι σου στον καπνό ενώ όλοι οι άλλοι τον ανταλλάσσουν με ψωμί, και άμα γυρίσεις, τότε θα έχεις κάθε δικαίωμα να τον ψέξεις.

Όταν ο παππούς γύρισε από την αιχμαλωσία, ζύγιζε σαράντα επτά κιλά, έχοντας ύψος ένα και ογδόντα τρία.

Ακόμα ο παππούς διηγούνταν: όταν τους απελευθέρωσαν οι σύμμαχοι οι Αμερικανοί, έτυχε αυτός και μερικοί σύντροφοί του να πάνε στους δικούς τους ποδαράτοι. Ενώ διέσχιζαν έναν απελευθερωμένο γερμανικό οικισμό, βρήκαν ένα βαρέλι άσπρο μέλι. Ήταν πέντε σύντροφοι –και όλοι εκτός από τον παππού, όρμησαν με τα μούτρα τους μες στο μέλι, το έτρωγαν με τα χέρια κατευθείαν από το βαρέλι. Ο παππούς προειδοποίησε τους αποσκελετωμένους συντρόφους του ότι δεν έπρεπε να το φάνε – δεν εισακούστηκε όμως. Μόλις έφαγαν, άρχισαν να το ξερνούν βγάζοντας τα άντερά τους. Έτσι και απόθαναν όλοι τους κοντά στο βαρέλι με το άσπρο μέλι.

Πότε πότε ο Σάσα φανταζόταν πολύ καθαρά αυτό το βαρέλι ξέχειλο από το άσπρο και πηχτό μέλι. Και πώς μέσα σε αυτό βουτάνε τα βρώμικα, με μακριά νύχια, τρεμάμενα δάχτυλα. Και τα φαφούτικα στόματα σκεπασμένα με βρώμικες τρίχες, χάφτουν το μέλι. Και το μέλι αφήνει μια καούρα στο λαρύγγι. Και ο παππούς κάθεται πιο πέρα, γυρισμένος με την πλάτη του και καμπουριασμένος. Ίσως οι συνοδοιπόροι του παππού να γέλαγαν κιόλας και είχαν κυριευτεί για μερικά λεπτά από έναν ανείπωτο ενθουσιασμό. Μα πολύ σύντομα ένας από αυτούς κατέρρευσε ή έπεσε ξερός, και τα μάτια του πετάχτηκαν έξω από τον πόνο …

Και ο παππούς συνέχισε το δρόμο μόνος του πια.

Τον διέγραψαν από το κόμμα επειδή πιάστηκε αιχμάλωτος. Γύρισε πίσω στο χωριό του, στη γυναίκα του. Μέσα σε μερικά μεταπολεμικά χρόνια γέννησαν τρεις γιους.

Νάτοι οι γιοι σε μια άλλη φωτογραφία. Ο πατέρας του Σάσα, ο Βάσια –στέκεται ανάμεσα στη γιαγιά και τον παππού, ξανθός ή όπως το λένε εδώ στο χωριό «ξέξασπρος», που σημαίνει ότι έχει πάρα πολύ άσπρα μαλλιά σαν το λινάρι που έχει ξεθωριάσει στον ήλιο. Ο παππούς κρατάει στα χέρια τον μεσαίο, η γιαγιά τον μικρότερο. Ο παππούς είναι ξερακιανός, ψηλός, αυστηρός, με καταπονημένο από την πολλή δουλειά το κορμί. Η γιαγιά –ηλιοκαμένη, με ρουφηγμένα τα μάγουλα, αγνώριστη, δε μοιάζει με τον εαυτό της. Με πολύ κόπο μεγάλωναν τα παιδιά τους.

Δίπλα υπάρχει και μια άλλη φωτογραφία –ο προπάππους του Σάσα, ο πατέρας του παππού, με τους συμπολεμιστές του στα χρόνια του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου. Με φόντο το αμπρί κάθονται όρθιοι τέσσερις στρατιώτες με ανέκφραστα πρόσωπα, μακρουλά σαν των αλόγων, μα πολύ επιβλητικά. Ο προπάππους ήταν παρασημοφορημένος με τρεις σταυρούς του Αγίου Γεωργίου. Είχε περάσει και όλο τον εμφύλιο, είχε και από κει παράσημα. Μα από τον εμφύλιο δεν είχε σωθεί καμιά φωτογραφία, και τα παράσημα είχαν χαθεί.

Νάτος και ο ίδιος ο Σάσα δεκατεσσάρων χρονών, ροδαλός, ανοιχτόχρωμος, με μαλλιά γλειμμένα στο πλάι. Όταν έφευγε από το χωριό, ήταν και κείνος όπως όλα τα πιτσιρίκια του χωριού ξέξασπρος, ενώ στην πόλη έχασε αυτό το σπάνιο χρώμα και έγινε απλώς σκουρόξανθος.

Μονάχα ο Σάσα είχε απομείνει φύλακας της λιγοστής γνώσης για τη ζωή που έζησαν οι άνθρωποι που είναι απαθανατισμένοι πάνω στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες· καλώς ή κακώς έτυχε να είναι μάρτυς της ύπαρξής τους. Άμα φύγει η γιαγιά –κανένας δε θα μπορέσει να εξηγήσει ποιοι έχουν απαθανατιστεί σε αυτές τις φωτογραφίες, τι σόι άνθρωποι ήταν αυτοί οι Τίσιν. Ποιος τάχα θα ρωτήσει, ποιος θα νοιαστεί; Οι καινούριοι ένοικοι θα πετάξουν το προσκυνητάρι μες στους αδιάβατους θάμνους από την άλλη πλευρά του δρόμου, τα πρόσωπα στις φωτογραφίες θα ξεθωριάσουν, και τέρμα. Σαν να μην είχαν υπάρξει ποτέ.

Ακόμα και τώρα ο Σάσα δεν γνώριζε όλους τους  ανθρώπους πάνω στις φωτογραφίες – ίσως ήταν κάποιοι συγγενείς, της γιαγιάς, του παππού, ίσως γείτονες με τους οποίους έκαναν παρέα, ίσως κάποιοι άλλοι. Όμως είχε πεθάνει όλο το σόι, και οι φίλοι, σε όλο το μαχαλά δεν υπήρχαν πια άνθρωποι που να θυμούνταν πώς ήταν η γιαγιά και ο παππούς στα μεταπολεμικά χρόνια –για τα προπολεμικά ούτε λόγος. Σίγουρα όμως είχαν οργανώσει ένα γαμήλιο γλέντι, και οι νιόπαντροι φιλιούνταν αμήχανα, και οι καλεσμένοι χαλούσαν τον κόσμο με τις φωνές και έπιναν εις υγείαν του ζευγαριού, και όλοι τους χαμογελούσαν, ή σχεδόν όλοι –ίσως και να υπήρχε κάποιος που καθόταν θλιμμένος στη γωνιά και τα κοπανούσε ήσυχα και αθόρυβα, άλλωστε σε κάθε γάμο υπάρχουν τέτοιοι, παρόλα αυτά είχε μπόλικη φασαρία και ευτυχία… μάλλον δεν είχε μείνει πια κανένας μάρτυρας εκείνου του γάμου.

Ο Σάσα ξαφνικά θυμήθηκε πώς κάποτε του παππού τού ξέφυγε μια κουβέντα ότι ήταν δευτεροπαντρεμένος με τη γιαγιά. Από την πρώτη γυναίκα του έφυγε τα ξημερώματα αμέσως μετά το γαμήλιο γλέντι. Ο παππούς ποτέ δεν μαρτύρησε τι του είχε κάνει. Με περιφρόνηση πέταξε για τον πρώτο του γάμο δυο ξεχασμένες πια από τον Σάσα κουβέντες, αυτά ήταν όλα κι όλα.

Το γεγονός ότι ο παππούς ήταν δευτεροπαντρεμένος, σόκαρε τον Σάσα ακόμα περισσότερο και από τα τρομακτικά χρόνια που είχε περάσει εκείνος στην αιχμαλωσία. Από πού και ως πού είχε μια άλλη γυναίκα, τι σόι κοπέλα ήταν; Τι ήταν αυτό που του ΄χε κάνει; Μπας και την έπιασε με άλλον; Ή μήπως εκείνη ήπιε κάτι παραπάνω και του αντιμίλησε; «Ή μήπως είχαν αλείψει με πίσσα[1] την αυλόπορτα του σπιτιού της;» -σκέφτηκε ο Σάσα, ξεχνώντας ότι στο χωριό τους κανένα σπίτι δεν κρυβόταν πίσω από αυλόπορτα –κάνοντας ένα βήμα από το δρόμο βρισκόσουν κατευθείαν στην πόρτα του σπιτιού, η οποία τις περισσότερες φορές ήταν και ξεκλείδωτη. Οι συγχωριανοί ούτε καν σκυλιά κρατούσαν στις αυλές τους.

«Με πίσσα … την αυλόπορτα … -ειρωνεύτηκε τον εαυτό του ο Σάσα. – Πολλά βιβλία διαβάζεις, φίλε…»

Δεν ήξερε κανείς πώς ακριβώς έγιναν τα πράγματα, και όμως έγιναν.

Γιατί έτσι; Πού είχαν φύγει όλοι τους;

Θα ήταν άραγε πολύτιμη η γνώση για τη ζωή του παππού και της γιαγιάς; Ή μήπως είναι εντελώς άχρηστη και ανώφελη;

Ο Σάσα πέρασε ήσυχα στο δωμάτιο του παππού. Οι πόρτες μες στην ίζμπα ήταν χαμηλές και ο Σάσα άθελά του υποκλίθηκε μπροστά στον παππού, αλλά εκείνος δεν το ΄δε –ήταν ξαπλωμένος με κλειστά τα μάτια. Ο Σάσα αμέσως άκουσε τη βραχνή, κομμένη ανάσα του παππού και κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα το χλωμό του μέτωπο με μια λεπτή σκούρα φλεβίτσα.

Ο παππούς μισάνοιξε τα υγρά του μάτια, οι κόρες των ματιών του δε φαίνονταν κάτω από τα βλέφαρα.

«Με βλέπει; Δε με βλέπει; Να του πω κάτι;»

-Σάνκια… -είπε σιγανά ο παππούς.- Σηκώθηκες. Τι δε κοιμόσουν λίγο ακόμα;…

Ο Σάσα δε μιλούσε και, χωρίς να ανοιγοκλείνει τα μάτια του, κοίταζε τον παππού. Ο παππούς ανάσαινε.

Ο Σάσα πήρε το σκαμνί και το ΄βαλε κοντά στο κρεβάτι του παππού –ίσως να το έκανε με περισσότερο θόρυβο, απ΄ ό,τι χρειαζόταν, – η ίδια η κίνηση, ο θόρυβος που έκανε, λες και έσβηναν την αίσθηση της θλιβερής οδυνηρότητας της σκηνής.

Ο παππούς λοξοκοίταξε τον Σάσα που καθόταν δίπλα του – τρεμόπαιξε το βλέφαρό του, το ξεπλυμένο σημάδι της κόρης σάλεψε, και το βλέφαρο έσμιξε και πάλι, αφήνοντας ένα μικρό δάκρυ που σχεδόν αμέσως χάθηκε μέσα στη ρυτίδα.

-Θα φύγεις, παιδί μου; Δε μένεις λίγο… ώσπου να πεθάνω… Δεν αργώ… Να με θάψεις τουλάχιστον. Αλλιώς η γριά είναι μόνη της…  Θα με παραχώσουν οι γυναίκες. Δεν έχουν μείνει πια άντρες…

Μάλλον, σε αυτές τις περιπτώσεις λένε: «Πλάκα μου κάνεις; Εσύ, παππού δεν πεθαίνεις. Όπου να΄ναι θα ζητήσεις να σηκωθείς!» – σκέφτηκε ο Σάσα και δεν του απάντησε.

-Όσα χρόνια και αν έζησα δε θυμούμαι να παραχώνουν οι γυναίκες…  Στην πόλη άραγες υπάρχουν ακόμα άντρες;

Ο Σάσα αχνοχαμογέλασε.

-Υπάρχουν, -το είπε δυνατά, για να γεμίσει το κενό.

-Σε εμάς όλοι πεθάνανε. Έμεινα ο τελευταίος. Όλους τους θυμούμαι, πώς γεννήθηκαν, πώς μεγάλωσαν, πώς πέθαναν. Όλους τους έθαψα… και τους δικούς μου και τους ξένους.

Ο παππούς σώπασε και για κάμποσο παρέμεινε σιωπηλός.

-Μπουκιά δε βάζω στο στόμα και δε πεθαίνω…, είπε και σώπασε πάλι.

-Θυμάσαι το ασημένιο μου κουτάλι; -να το πάρεις δικό σου σαν πεθάνω. Ήταν του πατέρα μου. Τώρα –δικό σου.

Ο Σάσα θυμόταν αυτό το κουτάλι. Ήταν βαρύ και όμορφο. Η γιαγιά έλεγε ότι ο παππούς κοπανούσε με αυτό τα παιδιά του άμα έκαναν αταξίες στο τραπέζι. Ο Σάσα δεν την πίστευε. Με τέτοιο κουτάλι άμα θέλεις, σκοτώνεις κιόλας. Δεν ήταν τέτοιος χαρακτήρας ο παππούς. Ο Σάσα σκέφτηκε ότι ούτε μια φορά στη ζωή του δεν είχε ακούσει πώς φώναζε ο παππούς, -ποτέ του δεν είχε υψώσει τη φωνή του και ποτέ του δεν είχε ξεστομίσει βρισιά. Την δυσαρέσκειά του την έδειχνε με χειρονομίες. Συνέβη μια φορά που ο Σάσα με τον πατέρα του ήρθαν στο χωριό, είχε περάσει καμιά πενταετία από τότε. Ο παππούς κόντευε τα ογδόντα του. Ήρθε και ο θείος Κόλια, και όλο το βράδυ μέχρι τα άγρια χαράματα έπιναν οι δυο τους. Το πρωί κάθισαν να φάνε το πρωινό και να πιούνε ένα ποτηράκι για να συνέλθουν. Η γιαγιά που άκουγε τον παππού να βαριανασαίνει μες στον ύπνο, σκέφτηκε να τον φυλάξει και, βάζοντας τη σπιτικιά βότκα, γέμισε τα ποτήρια στους γιους ενώ στον παππού έβαλε λίγο παραπάνω από τη μέση. Ούτε ένας μυς δεν τρεμόπαιξε στο πρόσωπό του – με μια αργή κίνηση, με τη ράχη της δεξιάς του παλάμης έσπρωξε μακριά το ποτήρι, όχι απότομα μα τόσο όσο να πέσει. Αναδίδοντας αδρή μυρωδιά η σπιτική βότκα χύθηκε πάνω στο τραπέζι. Ύστερα ο παππούς σηκώθηκε και έσπρωξε πίσω την καρέκλα σάμπως ετοιμαζόταν να φύγει.

-Άι, κάτσε, μωρέ! Κάτσε! – έσυρε παραπονεμένα  η γιαγιά. Στη στιγμή σκούπισε το τραπέζι, σήκωσε το ποτήρι, το γέμισε μέχρι το χείλος και έφυγε, μαλώνοντάς τον, μα με μέτρο, ούτε δυνατά ούτε με κακία, γνωρίζοντας από παλιά τα όρια, πέρα από τα οποία δεν έπρεπε να προχωρήσει στην επίπληξη του αντρός της.

Ο παππούς έκατσε, το ήπιε ήρεμα, και η γιαγιά δεν σκέφτηκε ποτέ πια να του προσφέρει λειψό ποτήρι, και κανένας δεν συζητούσε ποτέ πια αυτό το περιστατικό.

Ο Σάσα κοίταζε τον παππού, εκείνος φαινόταν να λαγοκοιμάται. Σηκώθηκε προσεκτικά.

Έξω είχε μια μουντάδα, μια γκριζωπή θολούρα, ιδιαίτερα δυσάρεστη το καλοκαίρι.

Δε φαινόταν κανένα ίχνος ζωής στο χωριό.

Κοντά στον ίδιο νερόλακκο καθόταν ο ίδιος και απαράλλαχτος πιτσιρίκος με τη βίτσα στο χέρι. Βγάζοντας συριστικούς ήχους, εκείνος βίτσιζε την λασπερή αντανάκλασή του και αναπηδούσε πιο πέρα από τη λακκούβα.

Στη θέα του πιτσιρίκου ίσως και να τον έπιανε ένα σφίξιμο στην καρδιά, αν δεν αισθανόταν πέρα για πέρα άδειος.

-Σηκώθηκες, Σάνκια. Από τι σηκώθηκες; -είπε η γιαγιά, ερχόμενη από την αυλή. Πάμε να τσιμπήσουμε κάτι.

Τα αυγά μάτια με λαρδί, ντομάτες και κολοκυθάκια – σου τρυπούσαν τα μάτια με τα αφύσικα έντονα χρώματα λες και επρόκειτο για μια παιδική ζωγραφιά, αναδίδοντας ένα απίστευτο άρωμα, πιτσιλώντας τριγύρω και αναπηδώντας μες στο τηγάνι όλο χαρά σάμπως ήταν ολοζώντανα.

«Είμαι περίεργος, άμα βάλεις τους γέρους να ζωγραφίσουν – τα σχέδιά τους θα είναι το ίδιο φανταχτερά με αυτά των παιδιών;» – πέρασε από το μυαλό του Σάσα.

Η σπιτική βότκα γέμιζε τον τόπο αναθυμιάσεις, το ψωμί αυστηρό και ήσυχο σκούραινε επιβλητικά πάνω στο τραπέζι. Το ψωμί πάντα έχει την πιο περίοπτη θέση στο τραπέζι, έχει επίγνωση της αξίας του.

Ο Σάσα τα καταβρόχθισε όλα εν ριπή οφθαλμού και είπε ότι θα πήγαινε μια βόλτα. Ξεκίνησε κατεβαίνοντας προς το ποτάμι. Θυμήθηκε πως πιτσιρίκι ακόμα ακολουθώντας αυτόν το δρόμο, αντάμωνε τις χήνες μιας γειτόνισσας και για πολλή ώρα δεν μπορούσε να τις προσπεράσει – τεντώνοντας το λαιμό του του ΄κλεινε το δρόμο μια χήνα, το απαίσιο πτηνό. Ο Σάσκα αναπηδούσε και γυρίζοντας πανικόβλητος προς τα πίσω, έτρεχε σηκώνοντας ψηλά τα γόνατά του. Ύστερα καθόταν για πολλή ώρα σε απόσταση, κάνοντας βήμα σημειωτόν με τα μαυρισμένα του ποδαράκια σαν ένα μικρό πόνι. Αν φαινόταν κάποιος στο δρόμο, ο Σάσα ανακουρκούδιζε και καμώνονταν ότι έπαιζε με τα πετραδάκια, -ντρεπόταν να δείξει ότι φοβόταν τις χήνες. Ο άνθρωπος περνούσε, φοβερίζοντας τις χήνες, και εκείνες έτρεχαν πέρα, ανοίγοντας τα φτερά και κράζοντας σαν παλαβές.

Όταν αναθυμιόταν τον εαυτό του, τη ζωή του όλη, ο Σάσα εκείνον τον πιτσιρικά με τα μαυρισμένα ποδαράκια, γεμάτο γρατσουνιές εκείνον μονάχα και αγαπούσε. Ύστερα τεντώνοντας τον άσπρο λαιμό, από αυτό τον πιτσιρικά μεγάλωσε ένα ασπρουλιάρικο καμπουριασμένο άσχημο πλάσμα, που ψευτογελούσε ηλίθια φέροντας και άλλα σημάδια της εφηβικής ηλικίας. Ο Σάσα δεν ήθελε να θυμάται την εφηβεία του, πάντοτε την προσπερνούσε.  Άγαρμπος , ανοικονόμητος αντιπαθητικός- δε σου κάνει η καρδιά να θυμάσαι ένα τέτοιο πλάσμα.

Αυτή τη φορά οι χήνες δεν υπήρχαν στο δρόμο. Οι σπασμένες γεφυρούλες ασχήμιζαν το ποτάμι.

«Σάματις δεν πηγαίνει κανείς στην αντίπερα όχθη;» -σκέφτηκε ο Σάσα, πιάνοντας τον εαυτό του να έχει κολλήσει το «σάματις»  της γιαγιάς. Ή μάλλον είπε αυτή τη λέξη, φλερτάροντας με τη δήθεν χωριάτικη του καταγωγή, η οποία ακόμα και να υπήρχε, είχε ξεθωριάσει εδώ και καιρό. Ακόμα και το «σάματις» δεν μπορούσε να το πει κανονικά χωρίς να φλομώσει τον εαυτό του στο ψέμα.

Ο Σάσα πήγαινε κατά μήκος της όχθης προς τη μακρινή πλαζ. Πού και πού συναντούσε τις παλιές βάρκες δεμένες με αλυσίδες στα δέντρα ή αδέσποτες, τρύπιες και παροπλισμένες εδώ και καιρό. Ο Σάσα εξερευνούσε το εσωτερικό της κάθε βάρκας, είτε υγρό είτε σκασμένο.

Προχωρούσε αφήνοντας το χωριό στο δεξί του χέρι.

Ο δρόμος ήταν γεμάτος λακκούβες, σάμπως τον μάσησαν και ύστερα τον έφτυσαν και το μασημένο κομμάτι στέγνωσε, διατηρώντας τα στραβά και αδρά ίχνη δοντιών ή επίμονων ούλων.

Το ποτάμι σταδιακά φάρδαινε. Πότε πότε στη μέση του ποταμού ακούγονταν οι σιγανοί παφλασμοί.

Πάνω από τα χόρτα στροβιλίζονταν σαν τρελές οι σκνίπες.

Ο Σάσα πήγαινε στο μέρος που λεγόταν η γωνιά του Τιμόχα (Τιμόθεου). Ο πατέρας έλεγε ότι κάποτε εκεί, δίπλα στο ποτάμι το οποίο πράγματι έστριβε απότομα σχηματίζοντας μια γωνία, ζούσε ένας ερημίτης ονόματι Τιμόχα. Ο Τιμόχα για κάποιο λόγο κρεμάστηκε, μα το όνομά του ο κόσμος το χάρισε στην όμορφη, ήσυχη παραλία με την άσπρη, ξέξασπρη άμμο.

Μικρός, λιάζοντας την κοιλίτσα του σε αυτή την παραλία, ο Σάσα συχνά σκεφτόταν για την τύχη του Τιμόχα, όμως ελλείψει έστω κάποιων ελάχιστων στοιχείων για το ποιος ήταν αυτός ο Τιμόχα και γιατί ζούσε μακριά από τον κόσμο, οι σκέψεις αυτές δεν οδηγούσαν πουθενά. Και τότε ο μικρός Σάσα πήγαινε για μπάνιο.

Πότε πότε – κρίνοντας από την ώρα, μέσα στο μεσημεριανό διάλειμμα –στην παραλία έρχονταν νέοι άντρες και όμορφες κοπέλες. Κάπου εκεί κοντά βρισκόταν ένα τυρφωρυχείο, και στην ελεύθερη ώρα ο εργαζόμενος κοσμάκης πλατσούριζε κακαρίζοντας.

Ακριβώς τότε ο μικρός Σάσα για πρώτη φορά είδε ένα δυνατό παλικάρι με μαγιό που φούσκωνε λες κι είχε βάλει μέσα έναν τεράστιο βολβό πατάτας, να σφίγγει μια καλοφτιαγμένη ομορφούλα και να την χαϊδεύει στα πλευρά, και να της πασπατεύει το λευκό της στήθος χωρίς να ντρέπεται τον μικρό. Ριγμένη ανάσκελα η κοπέλα αφέθηκε για λίγο να την φιλήσει στα χείλη, ύστερα όμως τον έσπρωξε στο στήθος. Εκείνος ξεκουμπίστηκε ανόρεχτα, τράβηξε μακριά τις λαίμαργες, καυτές του χερούκλες, και αφού σηκώθηκε απότομα, πήδηξε από την ψηλή όχθη μες στο ποτάμι, εξαφανιζόμενος κάτω από το νερό σχεδόν για ένα λεπτό –έτσι που η τσαλακωμένη κοπελιά, αφού ανακάθισε και διόρθωσε το σουτιέν της, άρχισε να ανησυχεί βάζοντας το χέρι της για αντηλιά και κοιτάζοντας το νερό ώσπου ο καβαλιέρος της σαν ένας δαίμονας του βυθού αναδύθηκε κοντά στην άλλη όχθη.

Ο Σάσκα δεν κατάλαβε καν, τι ήταν εκείνο που τον έκανε να ζηλέψει – η άψογη τεχνική στα μακροβούτια ή μια τόσο άνετη συμπεριφορά με τα άτομα αντίθετου φύλου. Άλλωστε το δεύτερο μάλλον φόβιζε τον Σάσκα, προκαλώντας του ένα παράξενο κράμα έκπληξης και απέχθειας.

Από τη φασαρία και τα βρισίδια που έπεφταν βροχή ο πατέρας έπαιρνε τον Σάσα και τον πήγαινε πιο πέρα κατά μήκος του ποταμού, εκεί οι δυο τους είχαν ακόμα ένα απόμερο σημείο – μια άγνωστο από πού φερμένη πλάκα του μπετόν αρμέ, πλαισιωμένη από θάμνους. Το κάτω μέρος της πλάκας κατέβαινε από την όχθη μες στο νερό. Το καλοκαίρι η πλάκα θερμαινόταν, και ο Σάσα με τον πατέρα για πολλή ώρα κάθονταν ξαπλωμένοι πάνω της και ψήνονταν. Όταν ο ήλιος δεν υποφέρονταν πια, ο Σάσα και ο πατέρας κατεβαίνοντας μέχρι το γόνατο στο ποτάμι έβρεχαν πλατσουρίζοντας την πλάκα που γινόταν υγρή και δροσερή -κατάλληλη για να συνεχίσει κανείς το απολαυστικό μαύρισμα και τη βαθιά χαλάρωση.

Κόβοντας το δρόμο και μπερδεύοντας τα μονοπάτια, μιας και είχε πάρα πολύ καιρό να τα περπατήσει, ο Σάσα δεν βγήκε στη γωνιά του Τιμόχα, μα πιο κάτω στο ποτάμι. Αναγκάστηκε να γυρίσει πίσω.

Το μονοπάτι κατά μήκος του ποταμού, κάποτε πολύ καλά πατημένο από τους ψαράδες και τους εργάτες, είχε βυθιστεί μέσα στη βλάστηση, και ο Σάσα σήκωνε ψηλά τα πόδια του φοβούμενος να πατήσει καμιά δεντρογαλιά. Από παιδί είχε έναν παράλογο φόβο για όλα τα ερπετά.

Μεγαλώνοντας ο Σάσα έμαθε ότι κόντεψε να πεθάνει στη γέννα τυλιγμένος με τον ομφάλιο λώρο, -λένε πως οι άνθρωποι που έχουν βιώσει ένα παρόμοιο σοκ κατά τις πρώτες στιγμές της ζωής τους στον κόσμο, για το υπόλοιπο της ζωής τους φοβούνται τα φίδια.

Στο κάτω κάτω ακριβώς έτσι ο Σάσα δικαιολογούσε αυτόν τον ντροπιαστικό φόβο μπροστά σε αθώες δεντρογαλιές.

Την δεντρογαλιά την πέτυχε βέβαια και όχι μία μα μια ολόκληρη οικογένεια, που βγήκε να λιαστεί στον ήλιο. Ο Σάσα αναπήδησε αναφωνώντας και προσγειώθηκε στο χώμα με τα πόδια του ανοιχτά φαρδιά πλατιά. Οι δεντρογαλιές είχαν φύγει. Θα μπορούσε να ορκιστεί ότι τα σιχαμένα ερπετά σκόρπισαν την ώρα που εκείνος βρισκόταν στον αέρα.

Βρίζοντας, ανατριχιάζοντας από σιχαμάρα και πηδώντας από θάμνο σε θάμνο, ο Σάσα έφτασε μέχρι εκείνη την πλάκα όπου αυτός και ο πατέρας του ξεκουράζονταν παρέα.

Όλη η πλάκα είχε σκεπαστεί από θάμνους, το μεγαλύτερο μέρος της βρισκόταν μέσα στο νερό και είχε καλυφθεί από τα πράσινα γλιστερά φύκια. Τώρα πια ήταν αδύνατον να ξαπλώσεις πάνω της.

Βλέποντας την κατάσταση, ο Σάσα ένιωσε ένα παραπονεμένο σφίξιμο μες στην καρδιά του –λες και δεν επρόκειτο για την πλάκα, μα για ένα αποκαθηλωμένο μνημείο.

Έπειτα έριξε μια ματιά τριγύρω ψάχνοντας πού να καθίσει και να μελαγχολήσει με την ησυχία του. Κάθισε πάνω στο χαμηλό χορταράκι κοντά στην όχθη και άναψε το τσιγάρο.

Στο χωριό, στον καθαρό αέρα το τσιγάρο δεν του πρόσφερε ποτέ καμιά ευχαρίστηση  -στην ασφυκτική βρώμα της πόλης το ευχαριστιόταν το τσιγαράκι ενώ στο χωριό, όταν τα πνευμόνια του δέχονταν τόση φρεσκάδα που από όλη αυτή την πληρότητα γύριζε το κεφάλι του, η νικοτίνη αχρηστευόταν πλήρως.

Ο Σάσα είχε σκοπό να απολαύσει την  μελαγχολία του, ανακατεμένη γλυκά με τον καπνό του τσιγάρου, μα ο καπνός του΄φερνε ναυτία, και η θλίψη δεν έλεγε να κουβαριαστεί  γλυκά μες στην καρδιά, αντιθέτως απλώθηκε με μια σπαρίλα σε όλο του το σώμα. Αναγκάστηκε να το πετάξει στα χόρτα παραχώνοντάς το μέσα με το τακούνι. Αμέσως κάμποσα μυρμήγκια έσπευσαν προς τον άκαυτο καπνό τον ανακατεμένο με το χώμα.

Η γωνιά του Τιμόχα όπου έφτασε ο Σάσα μετά από μερικά λεπτά, είχε καλυφθεί με άχαρες κολλητσίδες. Η πλαζ είχε χαθεί, στη θέση της απλωνόταν μια αμμουδερή ερημιά.

Ο Σάσα πέταξε τα παπούτσια του και μπήκε μες στο νερό. Το νερό ήταν κρύο και γλιστερό σαν ζελές. Δεν του άρεσε που ακούμπησε το βυθό – με την γλιστερή του παγωμάρα του θύμισε γυμνά γεροντίστικα ούλα.

Ο Σάσα βγήκε από το νερό και κάθισε εξαντλημένος πάνω στη βρώμικη άμμο. Έριξε μια ματιά τριγύρω, έφτυσε, και πάλι σηκώθηκε. Βάλθηκε να ξεριζώνει τις κολλητσίδες, τα άχρηστα μακρόρριζα ζιζάνια, τα άγνωστα χαμαιφυή χορτάρια, καθαρίζοντας την πλαζ. Τα΄κοβε, σκούρια, ξερά, άσχημα, και τα΄ριχνε μες στο νερό. Το ποτάμι τα παρέσερνε μακριά.

Σε μιάμιση ώρα στην πλαζ δεν είχε απομείνει ούτε ένα βλαστάρι, μονάχα κάτι μισοκομμένες ρίζες. Η πλαζ όμως δεν έγινε φωτερή και καθαρή, όπως στα παιδικά του χρόνια, όχι. Έδειχνε βλογιοκομμένη λες και πέρασε κάποια μόλυνση και απλωνόταν άχαρη γεμάτη σημάδια και λακκάκια.

 

* * *

Ο Σάσα γύρισε σπίτι, δεν έκατσε να δειπνήσει. Στάθηκε για λίγο πάνω από τον κοιμισμένο παππού, πήγε κοντά στη γιαγιά και είπε ότι θα έφευγε αμέσως, ότι ήταν ανάγκη.

Η γιαγιά δεν του ΄πε τίποτα.

-Στον τάφο του πατέρα σου πήγες;-τον ρώτησε μονάχα.

-Πήγα, -της είπε ψέματα ο Σάσα.

-Πώς είντος, εκεί είντος ακόμα;

Ο Σάσα έβγαλε το τσιγάρο και το΄στριβε στα δάχτυλα μην ξέροντας τι να απαντήσει.

-Θα σου μαζέψω λίγα φρέσκα κρεμμυδάκια και αβγουλάκια. Να τα πάρεις κοντά σου… -είπε χαμηλόφωνα η γιαγιά.

[1] Στην προεπαναστατική Ρωσία υπήρχε συνήθεια ανάμεσα στους αγροτικούς κυρίως πληθυσμούς οι γείτονες να αλείφουν την αυλόπορτα ή το κατώφλι του σπιτιού όπου ζούσε μια νεαρή κοπέλα η οποία είχε συνάψει ερωτικές σχέσεις εκτός γάμου. Για την οικογένεια της κοπέλας αυτό ήταν άκρως προσβλητικό.

 

 

 




from Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.