Γερμανική επίθεση στην Κρήτη 1941: Επιχείρηση «Merkur»

Η Κρήτη, με μήκος 260 χλμ., είναι το πέμπτο μεγαλύτερο νησί της Μεσογείου, δεσπόζοντας στις θαλάσσιες οδούς όλης της ανατολικής Μεσογείου και αποτελώντας το έσχατο στρατηγικό βάθος του ελλαδικού χώρου.

Οι γερμανικές δυνάμεις που συμμετείχαν στην επιχείρηση «Merkur» (Ερμής), αποτελούντο από τον 4ο Αεροπορικό Στόλο (Luftflotte 4) υπό τον πτέραρχο Αλεξάντερ Λερ. Υπό τις διαταγές του Λερ βρισκόταν το VIII Αεροπορικό Σώμα (VIII. Fliegerkorps), υπό τον πτέραρχο Βόλφραμ φον Ριχτχόφεν, το οποίο για την επιχείρηση διέθεσε 280 μέσα βομβαρδιστικά, 180 μαχητικά Messerschmitt Bf 109 και Bf 110, περί τα 150 βομβαρδιστικά κάθετης εφόρμησης Ju 87 Stuka, 600 περίπου μεταγωγικά και περίπου 70 ανεμοπλάνα τύπου DFS 230.

Υπό τον αντιπτέραρχο Στούντεντ είχε τεθεί το ΧΙ Αεροπορικό Σώμα (Αεροκίνητο) (ΧΙ. Fliegerkorps), στο οποίο υπαγόταν η 7η Αεροπορική Μεραρχία (Αλεξιπτωτιστών) (7. Flieger-Division), υπό τον υποπτέραρχο Ζίσμαν, πλήρους σύνθεσης, με εννέα τάγματα αλεξιπτωτιστών, αερομεταφερόμενη μοίρα πυροβολικού και υπηρεσίες, καθώς και το Αερομεταφερόμενο Σύνταγμα Εφόδου, υπό τον υποστράτηγο Μάιντλ, το οποίο διέθετε ένα αερομεταφερόμενο τάγμα και δύο τάγματα αλεξιπτωτιστών, καθώς και ένα τάγμα πεζικού του στρατού.

Στο σώμα αυτό υπαγόταν ακόμη η 22η Μεραρχία Πεζικού (Αεροκίνητη), υπό τον υποστράτηγο φον Σπόνεκ, με τα 16ο, 47ο και 65ο Συντάγματα Πεζικού, η οποία όμως βρισκόταν στη Ρουμανία και δεν ήταν δυνατό να συμμετάσχει. Γι’ αυτό και αντικαταστάθηκε από την 5η Ορεινή Μεραρχία, υπό τον αντιστράτηγο Ρίγκελ, με τα 85ο και 100ό Συντάγματα Ορεινών Κυνηγών. Εφεδρεία της δύναμης αυτής αποτελούσαν η 6η Ορεινή Μεραρχία, και η 5η Μεραρχία Πάντσερ.

Όσον αφορά τις θαλάσσιες δυνάμεις για την πραγματοποίηση της απόβασης, οι Γερμανοί συγκέντρωσαν περί τα 70 ελαφρά πλοιάρια και φορτηγίδες, επί των οποίων επιβιβάστηκαν συνολικά περίπου 6.400 άνδρες. Στην επιχείρηση έδρασαν σε δεύτερο χρόνο και ιταλικές δυνάμεις, συγκείμενες σε ενισχυμένο σύνταγμα πεζικού, υπό τον συνταγματάρχη Καφάρο.

Το Τακτικό Συγκρότημα «Ρετζίνα» αποτελείτο από δύο τάγματα πεζικού, ένα τάγμα μελανοχιτώνων, δύο λόχους ναυτών, μία ίλη ελαφρών αρμάτων CV-35, μία πυροβολαρχία με ορειβατικά πυροβόλα των 65 mm (έξι πυροβόλα) και μία αντιαρματική πυροβολαρχία με έξι πυροβόλα των 47 mm. Συνολικά, οι γερμανικές δυνάμεις αριθμούσαν περί τους 30.000 άνδρες όλων των κλάδων της Wehrmacht. Οι ιταλικές δυνάμεις αριθμούσαν λίγο περισσότερους από 3.000 άνδρες.

Σημαντικό πρόβλημα για τους Γερμανούς αποτελούσε ο χρόνος, εξαιτίας ακριβώς της σπουδής του Χίτλερ να ξεκινήσει το συντομότερο δυνατό την επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης. Έτσι, οι δυνάμεις που θα συμμετείχαν στην επιχείρηση «Merkur» είχαν περιθώριο δύο εβδομάδων για να συγκεντρωθούν, μετά την κατάληψη της ηπειρωτικής Ελλάδας. Η 7η Αεροπορική Μεραρχία (Αλεξιπτωτιστών) [ΑΜ(Α)], για παράδειγμα, κινήθηκε από τη Γερμανία και έφθασε στην Ελλάδα τις παραμονές της επιχείρησης.

Επίσης, οι Γερμανοί αντιμετώπιζαν σημαντικές ελλείψεις, κυρίως σε αεροπορικά καύσιμα, ενώ το «φτωχό» ελληνικό οδικό δίκτυο δεν θα μπορούσε να υποστηρίξει τον όγκο των μεταφορών τους. Η επιχείρηση «Merkur» εξαπολύθηκε στις 20 Μαΐου 1940 και έληξε την 1η Ιουνίου, δηλαδή 21 μόλις ημέρες πριν την επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης, γεγονός που από μόνο του αποστομώνει όλους όσοι εξακολουθούν να υποστηρίζουν ότι η ελληνική αντίσταση δεν υπήρξε σωτήρια για τους Σοβιετικούς.


Από την άλλη πλευρά, οι συμμαχικές δυνάμεις στην Κρήτη αποτελούντο από 27.000 Βρετανούς, Αυστραλούς και Νεοζηλανδούς, καθώς και από αρκετές χιλιάδες Ελλήνων. Από τις δυνάμεις αυτές, όμως, ένα μεγάλο μέρος είχε μόλις διασωθεί από την ηπειρωτική Ελλάδα, έχοντας αφήσει πίσω το μεγαλύτερο μέρος των βαρέων όπλων τους, ενώ οι ελληνικές δυνάμεις διέθεταν ελάχιστα όπλα και ακόμη λιγότερα πυρομαχικά. Υπήρχαν περί τα 24 άρματα, αλλά το πυροβολικό ήταν ελάχιστο. Επιπλέον, η αεροπορική κάλυψη του νησιού ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτη.

Επικεφαλής των συμμαχικών δυνάμεων ήταν ο Νεοζηλανδός στρατηγός Μπέρναρντ Φράιμπεργκ που γνώριζε τις αδυναμίες των δυνάμεών του. Πίστευε, όμως, πως η επικείμενη γερμανική επίθεση από αέρος δεν θα μπορούσε να επιτύχει, αν οι ελαφρές αερομεταφερόμενες γερμανικές δυνάμεις δεν υποστηρίζονταν από βαρέα όπλα και ίσως από άρματα μάχης, τα οποία μόνο από τη θάλασσα μπορούσαν να μεταφερθούν.

Επ’ αυτού υπολόγιζε στη συνδρομή του Βρετανικού Ναυτικού, για να μη φθάσουν ποτέ στην Κρήτη από τη θάλασσα οι γερμανικές ενισχύσεις. Αυτό που δεν υπολόγισε, όμως, ήταν η Luftwaffe. Η γερμανική επίθεση κατά της Κρήτης εκδηλώθηκε το πρωί της 20ής Μαΐου με σφοδρούς βομβαρδισμούς του νησιού από τη Luftwaffe.

Στις 08.00, τα πρώτα ανεμοπλάνα προσγειώθηκαν στο νησί και ταυτόχρονα άρχισε η ρίψη αλεξιπτωτιστών. Εξαρχής, όμως, οι Γερμανοί αντιμετώπισαν πολύ σθεναρή αντίσταση. Ο διοικητής της 7ης ΑΜ(Α) σκοτώθηκε και ο διοικητής του Αερομεταφερόμενου Συντάγματος Εφόδου τραυματίστηκε θανάσιμα.

Σοβαρές συγκρούσεις σημειώθηκαν γύρω από το ύψωμα 107 που δέσποζε του αεροδρομίου του Μάλεμε, η κατάληψη του οποίου θα εξασφάλιζε στους Γερμανούς και την κατοχή του αεροδρομίου, δίνοντάς τους στη συνέχεια τη δυνατότητα να προσγειώνουν τα αεροσκάφη τους σε αυτό.

Νέα τμήματα αλεξιπτωτιστών που αφίχθησαν στο νησί το απόγευμα της ίδιας ημέρας, υπέστησαν επίσης ιδιαίτερα βαριές απώλειες. Παρόμοια τύχη είχαν και οι γερμανικές προσπάθειες μεταφοράς ενισχύσεων διά θαλάσσης, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν μεταξύ 20ής και 22ας Μαΐου, παρά τις απώλειες που η Luftwaffe προκάλεσε στο Βρετανικό Ναυτικό.

Μόνο το πρωί της 22ας Μαΐου η γερμανική διοίκηση αντιλήφθηκε καθαρά την κατάσταση και εξαπέλυσε το σύνολο των μάχιμων δυνάμεων του VIII Αεροπορικού Σώματος κατά των βρετανικών πλοίων στα ύδατα της Κρήτης, εκκαθαρίζοντας οριστικά τη θαλάσσια οδό ενίσχυσης και ανεφοδιασμού των μαχόμενων συμμαχικών δυνάμεων στην Κρήτη.

Κατόπιν αυτών, οι γερμανικές ενισχύσεις άρχισαν να συρρέουν στην Κρήτη, καθιστώντας την έκβαση της μάχης προδιαγεγραμμένη. Η μάχη συνεχίστηκε μέχρι την 1η Ιουνίου, οπότε και αποχώρησαν από το νησί όσες βρετανικές δυνάμεις κατάφεραν να διασωθούν. Ο Φράιμπεργκ είχε απολέσει την ευκαιρία να κερδίσει τη μάχη κατά τις δύο πρώτες ημέρες, εξουδετερώνοντας το πρώτο γερμανικό αερομεταφερόμενο κύμα, όταν ακόμη οι άνδρες αυτού δεν διέθεταν βαρύ οπλισμό και ήταν ευάλωτοι.

Στη μάχη της Κρήτης αναδείχθηκε, για πρώτη ίσως φορά στη μέχρι τότε ιστορία των πολέμων η αξία της απόλυτης αεροπορικής υπεροχής, χάρη στην οποία οι Γερμανοί επικράτησαν τελικά. Η γερμανική πλευρά διέπραξε σοβαρά σφάλματα που θα μπορούσαν να της έχουν στερήσει τη νίκη.


Οι Γερμανοί δεν διέθεταν λεπτομερή εικόνα της αντίπαλης ισχύος και διάταξης στην Κρήτη, γιατί δεν διεξήγαγαν σοβαρές επιχειρήσεις αναγνώρισης, αλλά και γιατί είχαν αναπτύξει, λόγω των συνεχών νικών τους, μια αλαζονική αντιμετώπιση των αντιπάλων τους. Έτσι πίστευαν ότι η φρουρά της Κρήτης αποτελείτο μόνο από 5.000 Βρετανούς.

Επίσης, διαπράχθηκαν τεράστια σφάλματα όσον αφορά τα σημεία ρίψης των αλεξιπτωτιστών, τα οποία δεν είχαν επισημανθεί σωστά, με αποτέλεσμα οι αλεξιπτωτιστές να ριφθούν επάνω σε βράχια ή σε ελαιώνες και να υποστούν συντριπτικές απώλειες, πριν καν πολεμήσουν. Λόγω της αβελτηρίας και της μειωμένης στρατηγικής αντίληψης του Χίτλερ, η γερμανική κατάληψη της Κρήτης αποδείχθηκε, πάντως, μια «κούφια» αμυντική τελικά επιτυχία και μόνο.

Ο Χίτλερ δεν έπραξε καν το ακόμη πιο απλό: να κυριεύσει τη Μάλτα και να ενισχύσει τον Ρόμμελ στη βόρεια Αφρική με δύο επιπλέον μεραρχίες πάντσερ, οι οποίες θα ήταν αρκετές για να οδηγήσουν το DAK στην Αλεξάνδρεια, εκείνη την εποχή. Ο Χίτλερ άλλωστε, στην υπ’ αριθμόν 30 Οδηγία του της 23ης Μαΐου 1941, ξεκαθάρισε ότι η επίθεση κατά των Βρετανών στην ανατολική Μεσόγειο θα διεξαχθεί μόνο μετά το επιτυχές πέρας της επιχείρησης «Barbarossa» και τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης.

Σημαντικό, πάντως, ρόλο στη μη εκμετάλλευση της νίκης στην Κρήτη από τον Χίτλερ πρέπει να διαδραμάτισαν οι πολύ μεγάλες απώλειες που υπέστησαν τόσο η Luftwaffe, όσο και οι επίλεκτες δυνάμεις των αλεξιπτωτιστών του. Δεν είναι τυχαίο ότι μετά την Κρήτη οι γερμανικές αεροκίνητες και αερομεταφερόμενες δυνάμεις ουδέποτε έδρασαν ως τέτοιες ξανά. Για παράδειγμα, η Ταξιαρχία «Ramcke» των αλεξιπτωτιστών, η οποία υποτίθεται ότι θα χρησιμοποιείτο κατά της Μάλτας, πολέμησε και υπέκυψε ως κοινό πεζικό στη βόρεια Αφρική, ενταγμένη στο DAK του Ρόμμελ.

Οι γερμανικές απώλειες στην Κρήτη δεν έχουν ακόμη υπολογιστεί με ακρίβεια. Σύμφωνα με τον Νεοζηλανδό ιστορικό Νταν Ντάβιν, οι απώλειες των Γερμανών έφθασαν τους 6.698 άνδρες, χωρίς στο σύνολο αυτό να περιλαμβάνονται οι απώλειες του VIII Αεροπορικού Σώματος της Luftwaffe και οι απώλειες του Γερμανικού Ναυτικού.

Νέα έρευνα που ολοκληρώθηκε το 1986 για λογαριασμό της κυβέρνησης της Νέας Ζηλανδίας και η οποία δημοσιεύτηκε στον Τύπο της χώρας, υπολόγισε τις γερμανικές απώλειες στην Κρήτη σε 17.000 άνδρες συνολικά.

Ο Βρετανός πρωθυπουργός Ουίνστον Τσώρτσιλ υπολόγισε τις γερμανικές απώλειες σε 15.000, ενώ ο ναύαρχος σερ Άντριου Κάνινγκαμ τις ανέβασε σε 22.000. Αντίθετα, η Διεύθυνση Ιστορίας του Αμερικανικού Στρατού τις υπολόγισε σε περίπου 7.000 άνδρες. Οι ίδιοι οι Γερμανοί παραδέχονται απώλειες περίπου 6.500 ανδρών, η πλειοψηφία των οποίων ήταν αλεξιπτωτιστές.

Σε κάθε περίπτωση, ο κατάλογος των νεκρών Γερμανών περιλαμβάνει μεγάλο αριθμό αξιωματικών με πρώτο τον Βίλχελμ Ζίσμαν, διοικητή της 7ης Αεροπορικής Μεραρχίας (Αλεξιπτωτιστών), ο οποίος σκοτώθηκε όταν το ανεμόπτερο στο οποίο επέβαινε κατάπεσε στη θάλασσα. Επίσης, στον ίδιο κατάλογο περιλαμβάνεται ο υποστράτηγος Μάιντλ, επικεφαλής του Αερομεταφερόμενου Συντάγματος Εφόδου της Luftwaffe.

Από τους περίπου 14.000 άνδρες των γερμανικών αεροκίνητων και αερομεταφερόμενων δυνάμεων του ΧΙ Αεροπορικού Σώματος οι οποίοι έδρασαν στην Κρήτη, σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν περίπου οι μισοί. Όχι άδικα, λοιπόν, ο Γερμανός αντιπτέραρχος Στούντεντ χαρακτήρισε την Κρήτη «τάφο των Γερμανών αλεξιπτωτιστών».

Στην επιχείρηση κατά της Κρήτης η Luftwaffe υπέστη σοβαρότατες απώλειες, χάνοντας 284 αεροσκάφη και 311 πιλότους και πληρώματα – άλλοι 127 χειριστές αεροσκαφών και άνδρες πληρωμάτων τραυματίστηκαν. Άλλα 100 περίπου γερμανικά αεροσκάφη υπέστησαν μεγαλύτερες ή μικρότερες ζημιές, ανεβάζοντας τις συνολικές απώλειες της Luftwaffe στα 370 αεροσκάφη κάθε τύπου, δηλαδή χάθηκε το 33%, περίπου, των διατιθεμένων για την επιχείρηση αεροσκαφών.

Τη «μερίδα του λέοντος» των γερμανικών απωλειών όσον αφορά τα αεροσκάφη υπέστησαν τα μεταγωγικά. Ακόμη και ο αντίπαλος διοικητής, ο Φράιμπεργκ, εντυπωσιάστηκε από τις απώλειες που υπέστησαν οι γερμανικές δυνάμεις αλεξιπτωτιστών, γράφοντας προφητικά, όπως αποδείχθηκε, στις 24 Μαΐου: «Η μάχη έχει καταστεί ιδιαίτερα σκληρή και μπορώ αναμφισβήτητα να πω ότι οι υπερεκτιμημένοι αλεξιπτωτιστές έχουν υποστεί βαριά ήττα. Δεν πιστεύω ότι θα χρησιμοποιηθούν ποτέ ξανά σε παρόμοιο εγχείρημα».

Οι συμμαχικές απώλειες είναι σαφώς πιο εύκολο να υπολογιστούν με ακρίβεια. Στην Κρήτη σκοτώθηκαν περίπου 1.900 άνδρες των συμμαχικών δυνάμεων, με άλλους τόσους περίπου να έχουν τραυματιστεί. Οι απώλειες του Βρετανικού Ναυτικού ξεπέρασαν τους 2.000 νεκρούς και τραυματίες, καθώς βυθίστηκαν τα καταδρομικά «Gloucester», «Fiji» και «Calcutta», καθώς και τα αντιτορπιλικά «Kelly», «Greyhound», «Kashmir», «Hereward», «Imperial» και «Juno».


Επίσης, υπέστησαν ζημιές το αεροπλανοφόρο «Formidable», τα θωρηκτά «Warspite» και «Barham», τα καταδρομικά «Ajax», «Dido», «Orion» και το αυστραλιανό «Perth», καθώς και τα αντιτορπιλικά «Kelvin» και «Nubian». Όσον αφορά τους αιχμαλώτους, οι Γερμανοί συνέλαβαν 12.250 άνδρες της Κοινοπολιτείας και 5.250 Έλληνες.

Μεγάλη αιμορραγία υπέστησαν οι Κρήτες πολίτες, είτε λόγω των γερμανικών βομβαρδισμών, είτε λόγω της συμμετοχής τους στις μάχες κατά των εισβολέων, είτε ως θύματα των γερμανικών αντιποίνων. Καθ’ όλη τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, περίπου 7.000-9.000 άνδρες, γυναίκες και παιδιά σκοτώθηκαν από τους Γερμανούς στην Κρήτη.

Εν τέλει, η νίκη του Χίτλερ στην Κρήτη έμεινε παντελώς ανεκμετάλλευτη και εξελίχθηκε τελικά σε στρατηγική ήττα του Γερμανού δικτάτορα, καθώς εξαιτίας της Κρήτης υπήρξε χρονική απόκλιση σχεδόν 40 ημερών για την έναρξη της εισβολής στη Σοβιετική Ένωση, η οποία τελικά εκδηλώθηκε στις 22 Ιουνίου, αντί της 15ης Μαΐου το αργότερο, ημερομηνία που προέβλεπε το αρχικό γερμανικό σχέδιο.

Αν και εσχάτως αμφισβητείται γενικότερα το κέρδος χρόνου που πρόσφερε στη συμμαχική υπόθεση η ελληνική αντίσταση κατά των Γερμανών, τα γεγονότα άλλα αποδεικνύουν. Η Κρήτη, τελικά, αποδείχθηκε μικρή ανταμοιβή για την τόσο μεγάλη φθορά σε υλικό και ανθρώπινο δυναμικό την οποία οι γερμανικές δυνάμεις υπέστησαν για να την κυριεύσουν.

Οι Γερμανοί επικράτησαν στην Κρήτη, όχι γιατί πολέμησαν καλύτερα ή γιατί απολάμβαναν συντριπτικής υπεροχής στρατιωτών ή μέσων. Βασικός λόγος της επιτυχίας τους ήταν η ανικανότητα της συμμαχικής διοίκησης να τους αντιμετωπίσει, αν και γνώριζε εκ των προτέρων ότι η επίθεση ήταν επικείμενη.

Από όλες τις γερμανικές επιχειρήσεις, η επιχείρηση «Barbarossa» αποδεικνύει ότι ο Χίτλερ, τελικά, δεν κατόρθωσε ποτέ να διακρίνει τις στρατηγικές ανάγκες της Γερμανίας από τις ρατσιστικές και ιδεολογικές του αγκυλώσεις. Ο «Ζωτικός Χώρος» (Lebensraum), τον οποίο ο Χίτλερ ονειρευόταν για τη Γερμανία, δεν περιελάμβανε τα Βαλκάνια, μια περιοχή που ο Χίτλερ, εξαιρώντας την Ελλάδα, θεωρούσε κατοικούμενη από «κατώτερους» λαούς. Ο ίδιος έλεγε σχετικά: «Ας παραμείνουμε Βόρειοι».

Εξετάζοντας την κατάληψη της Κρήτης υπό αυτό το πρίσμα, ανακαλύπτουμε μια ακόμη –πιθανή– αιτία της μη στρατηγικής αξιοποίησης της Κρήτης, με εντολή του Χίτλερ. Αν και η υπ’ αριθμόν 28 Οδηγία επιχειρήσεων του Χίτλερ (επιχείρηση «Merkur»), η οποία αφορούσε την κατάληψη της Κρήτης, όριζε ότι «η Κρήτη έπρεπε να αξιοποιηθεί ως αεροπορική βάση για επιχειρήσεις κατά των Βρετανών στην ανατολική Μεσόγειο», εντούτοις ο ίδιος αμέσως μετά απέσυρε τις αεροπορικές του δυνάμεις από την Ελλάδα, τις δυνάμεις δηλαδή που θα απαιτούντο για να καταστεί η Κρήτη βάση επιθετικών γερμανικών επιχειρήσεων.

Επίσης, υποτίθεται ότι η Κρήτη αποτέλεσε μια ευκαιρία επίδειξης των δυνατοτήτων των Γερμανών αλεξιπτωτιστών, των οποίων η δράση είχε κατά κάποιον τρόπο μυθοποιηθεί μετά τις επιτυχίες τους στην Ολλανδία και στο Βέλγιο, το 1940. Ωστόσο, αποδείχθηκε αυτό που σήμερα είναι γνωστό, ότι δηλαδή οι ελαφρά -εκ των πραγμάτων- οπλισμένες δυνάμεις αλεξιπτωτιστών, μπορούν να αποτελούν τον προπομπό μόνο μιας ισχυρής δύναμης και όχι την κύρια δύναμη επίθεσης.

Σε κάθε περίπτωση, η μάχη της Κρήτης αποτέλεσε τον ορισμό της πύρρειου νίκης για τους Γερμανούς, αλλά και την απαρχή της ένοπλης αντίστασης των λαών της Ευρώπης στον Άξονα. Οι Κρήτες από την πρώτη στιγμή πολέμησαν τον εχθρό με φανατισμό, κάτι που το πλήρωσαν με το αίμα τους. Μόλις στις 2 Ιουνίου, δηλαδή την επόμενη ημέρα από το πέρας της μάχης, οι Γερμανοί εκτέλεσαν Έλληνες στο χωριό Κοντομάρι. Την επομένη ισοπέδωσαν το χωριό Κάνδανος και δολοφόνησαν πολλούς κατοίκους…

defence-point.gr

The post Γερμανική επίθεση στην Κρήτη 1941: Επιχείρηση «Merkur» appeared first on Triklopodia.

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.